Powered By Blogger

Friday, May 27, 2011

Η ΣΑΡΙΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΣΤΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ




          Ο Δρ Abdul Fatah Idris, επικεφαλής του Τμήματος Συγκριτικής Ερμηνείας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο  Al-Azhar του Καΐρου είχε κάνει πριν από καιρό την ακόλουθη σημαντική δήλωση: «Η διαδρομή του χρόνου και η διαφοροποίηση των περιστάσεων, από τον καιρό που διαμορφώθηκε η παραδοσιακή κλασική επιστήμη της ερμηνείας του μουσουλμανικού δικαίου, έχουν επιφέρει αλλαγές στα προβλήματα των ανθρώπων και αντιστρόφως. Η κατάσταση αυτή απαιτεί νέο τρόπο σκέψης για την αντιμετώπιση τόσο των αλλαγών, όσο και συγκεκριμένων γεγονότων». Δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υιοθετούν την άποψη του Δρα Abdul Fatah Idris, αλλά δυστυχώς δεν είναι τόσο πολλοί για να αντιμετωπίσουν εκείνους που θεωρούν σαν καθαρή μορφή του Ισλάμ ό,τι εφαρμοζόταν μόνο κατά τον έβδομο αιώνα!
          Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την οικουμενική εξάπλωση του Ισλάμ και το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι ξεπερνούν το 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπων. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίσει το Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους με περιφρόνηση, όπως συμβαίνει μερικές φορές ακόμα σε ορισμένες χώρες της Δύσης. Επίσης οι κάτοικοι χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής δεν έχουν το δικαίωμα να στρέφουν την πλάτη στους Μουσουλμάνους γείτονές τους, που είναι το ίδιο Ευρωπαίοι ή Αμερικανοί, όπως οι Χριστιανοί ή οι Εβραίοι της διπλανής πόρτας!
          Το Ισλάμ είναι μια ‘καθολική’ θρησκευτική παράδοση. Δεν πρόκειται για μια θρησκεία που εξαντλείται στην ικανοποίηση των μεταφυσικών ανησυχιών των ανθρώπων και κυρίως στην παροχή μιας κάποιας απάντησης που να μπορεί να καταστείλει τον φόβο μπροστά στο θάνατο και να φωτίσει το μυστήριο για την πέραν του τάφου διαιώνιση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το Ισλάμ ρυθμίζει με αποτελεσματικό τρόπο και συχνά τρομερά λεπτομερειακό κάθε πτυχή της ζωής του Μουσουλμάνου, σε προσωπικό, οικογενειακό και συλλογικό επίπεδο, είτε ζει σε μια παραδοσιακή μουσουλμανική κοινωνία, είτε σε μια κοινωνία που διέπεται από κοσμικές αρχές. Οι κανόνες συμπεριφοράς που πηγάζουν από το Κοράνιο και τη Σούννα (παράδοση του Προφήτη Μωάμεθ) είναι εξαναγκαστικά υποχρεωτικοί για τους Μουσουλμάνους  σε οποιοδήποτε περιβάλλον και αν ζουν, όπως οι νόμοι κάθε κράτους. Στο Ισλάμ δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ ηθικής και νόμιμης συμπεριφοράς. Η ισλαμική ηθική ταυτίζεται πλήρως με τις ρυθμίσεις του ιερού μουσουλμανικού νόμου, γνωστού και ως συστήματος δικαίου Σαρία. Υπάρχουν αρκετές χώρες στον κόσμο με μουσουλμανικό πληθυσμό, που οι κανόνες της Σαρία  είτε στο σύνολό τους, είτε επιλεκτικά έχουν ενσωματωθεί στην κρατική νομοθεσία τους.
          Οι χώρες που εφαρμόζουν στο σύνολό του το δίκαιο της Σαρία, τόσο ως προς τις ρυθμίσεις προσωπικών και αστικών καταστάσεων και  σχέσεων όσο και ως προς την ποινική θωράκιση των κοινωνιών είναι οι εξής: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Ιράν, Μαυριτανία, Ομάν, Πακιστάν, Υεμένη, Σαουδική Αραβία και Λωρίδα της Γάζας. Οι προηγούμενες χώρες επιβάλλουν την ποινή του θανάτου σε όποιον ή όποια κριθεί ότι έχει βλασφημήσει τα ιερά και τα όσια του Ισλάμ. Ο κατάλογος συνεχίζεται με τις εξής χώρες: Αλγερία, Μπαγκλαντές, Αίγυπτος, Ιράκ, Κουβέιτ, Λιβύη, Μαλαισία, Μαλδίβες, Μαρόκο, Σομαλία, Τυνησία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι αμέσως προηγούμενες χώρες τιμωρούν την βλασφημία κατά του Ισλάμ, όχι με την θανατική ποινή αλλά με φυλάκιση. Στις χώρες που έχουν υιοθετήσει σχεδόν στο σύνολό του το σύστημα δικαίου της Σαρία συγκαταλέγεται και το Σουδάν.
Στη συνέχεια αναφέρονται οι χώρες εκείνες που εφαρμόζουν επιλεκτικά το δίκαιο της Σαρία και όχι στο σύνολό του. Γενικά χαρακτηριστικά σ’ αυτές τις χώρες είναι η επιβολή μικρών ποινών σε περιπτώσεις φόνων για λόγους τιμής, με θύματα αποκλειστικά σχεδόν γυναίκες, προβλεπόμενη ή άτυπη απαγόρευση ανέγερσης νέων εκκλησιών, εφαρμογή των δημόσιων μαστιγώσεων σε δράστες ποινικών αδικημάτων κ.λπ.. Οι χώρες που αναφερόμαστε είναι οι εξής: Ινδονησία, όπου εφαρμόζονται ως μέσα ποινικού σωφρονισμού οι δημόσιες μαστιγώσεις ή οι δημόσιοι ξυλοδαρμοί με ραβδί. Η επαρχία Aceh αυτής της χώρας χαρακτηρίζεται για την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων του ιερού μουσουλμανικού νόμου. Μπρουνέι, όπου εφαρμόζεται ως μέσον ποινικού σωφρονισμού ο δημόσιος ξυλοδαρμός με ραβδί και όπου η κατανάλωση αλκοόλ είναι παράνομη. Στην Ιορδανία για τους φόνους για λόγους τιμής επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δύο ετών ή και λιγότερο. Στην Ερυθραία ένα κορίτσι 8 ετών μπορεί να παντρευτεί ενώ αγνοείται ο βιασμός της συζύγου.  Οι φόνοι για λόγους τιμής τιμωρούνται στη Συρία με ένα χρόνο φυλάκιση ή και λιγότερο. Στο Τζιμπουτί το δίκαιο της Σαρία ρυθμίζει το διαζύγιο. Στην Τσετσενία οι τοπικές αρχές εποπτεύουν σχετικά με την σεμνή ένδυση των ανθρώπων, κυρίως των γυναικών, με την κατανάλωση αλκοόλ που δεν επιτρέπεται και με τα τυχερά παιχνίδια που επίσης απαγορεύονται. Στο Νίγηρα τα κορίτσια επιτρέπεται να παντρεύονται πριν φτάσουν στην εφηβεία, ενώ στις βόρειες πολιτείες της Νιγηρίας απαντάται αυστηρή εφαρμογή του συνόλου της Σαρία. Στην ανατολική Κένυα, στα σύνορα με τη Σομαλία εφαρμόζεται ο μουσουλμανικός νόμος με αυστηρότητα. Στη Γκάμπια, τα μουσουλμανικά ιεροδικεία που εφαρμόζουν τη Σαρία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς όλες τις οικογενειακές υποθέσεις ακόμα και για τους μη Μουσουλμάνους της χώρας. Στην Ουγκάντα οι ιεροδίκες (qadis)  που εφαρμόζουν τη Σαρία ασκούν εποπτεία στις οικογενειακές και αστικές υποθέσεις. Στο Κατάρ κατά τη διάρκεια του μήνα Ραμαντάν είναι απαγορευμένη η δημόσια κατανάλωση τροφής, η χρήση αλκοόλ υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς ενώ για περιπτώσεις φόνου επιτρέπεται η ανταλλαγή χρήματος αντί για αίμα (καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση στους συγγενείς του θύματος από τον δράστη). Όπως σε όλες τις χώρες του Αραβικού Κόλπου έτσι και στο Κατάρ εφαρμόζεται ο θεσμός του νόμου της ‘kafala’. Πρόκειται για αραβικό νομικό όρο που αναφέρεται στην μονομερή ανάληψη δέσμευσης παροχής υποστήριξης και φροντίδας σε συγκεκριμένα ορφανά ή εγκαταλελειμμένα παιδιά ως την ενηλικίωσή τους. Στο ισλαμικό δίκαιο ο θεσμός της υιοθεσίας αγνοείται.  Στο Μπαχρέιν, δυστυχώς, ο θεσμός της ‘kafala’ υποκρύπτει σε πολλές περιπτώσεις επιβίωση της δουλείας.
Υπάρχουν δυτικές χώρες που είτε έχουν υιοθετήσει στο νομικό τους σύστημα ρυθμίσεις της Σαρία σε ορισμένους τομείς, όπως η Ελλάδα και η πολιτεία Quebec του Καναδά, ενώ στη Βρετανία λειτουργούν νόμιμα μουσουλμανικά ιεροδικεία που εφαρμόζουν τη Σαρία και οι αποφάσεις τους είναι σεβαστές από τις βρετανικές αρχές.
Βασισμένο στις αρχές και στους κανόνες της  Σαρία έχει διαμορφωθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που εφαρμόζεται από εμπορικές και επενδυτικές τράπεζες σε πολλές χώρες στον κόσμο.
Τέλος υπάρχουν χώρες με μουσουλμανικό πληθυσμό, όπως το Αζερμπαϊτζάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και η Αλβανία που δεν εφαρμόζουν θεσμούς του ιερού μουσουλμανικού νόμου στο νομικό τους σύστημα. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του πληθυσμού τους αυτών των χωρών, που είτε επιδιώκει η Σαρία να γίνει νομικό σύστημα του κράτους, είτε εφαρμόζει τους κανόνες της  Σαρία εκτός των πλαισίων της νομιμότητας που αναγνωρίζει το κράτος.

Η δικαιοταξία της Σαρία καθώς πηγάζει από ένας ιερό κείμενο το Κοράνιο και από την ιερή παρακαταθήκη που συνάπτεται με τη ζωή του Προφήτη Μωάμεθ, τη Σούννα, αντιμετωπίζεται από την πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ως ένα ‘ιερό’ σύστημα δικαίου, για τούτο και χρησιμοποιείται ως συνώνυμο στην ελληνική γλώσσα συνήθως η διατύπωση  «ιερός μουσουλμανικός Νόμος». Και σε άλλους πολιτισμούς με έντονη θρησκευτική χροιά συστήματα δικαίου χαρακτηρίζονται σαν ιερά. Λόγου χάρη στους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ρυθμίζουν ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και πειθαρχίας, προστίθεται το επίθετο «ιεροί» έτσι ώστε να είναι προφανής η ένθεη έμπνευση ως προς το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις που καθιερώνουν. Η ίδια ιερότητα αποδίδεται στο ιουδαϊκό σύστημα δικαίου που πηγάζει από την Torah, τη Misnah, το Talmud και συστηματοποιείται στις ρυθμίσεις της Halakha. Χωρίς αμφιβολία οι κανόνες που ρυθμίζουν την εκκλησιαστική τάξη και πειθαρχία στην Καθολική Εκκλησία, δεν έλκουν την καταγωγή τους από τη βούληση των ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους νόμους ενός κράτους της Δύσης, αλλά θεωρείται ότι είναι προϊόν της άνωθεν καθοδήγησης της Εκκλησίας. Τα προηγούμενα παρατέθηκαν προκειμένου να καταδειχθεί πως η «ιερότητα» του συστήματος δικαίου της Σαρία δεν αποτελεί αποκλειστικό εφεύρημα του Ισλάμ.
Το σύστημα δικαίου του ιερού μουσουλμανικού Νόμου (Σαρία) δεν έχει κωδικοποιηθεί μέχρι σήμερα. Οι κανόνες και οι ρυθμίσεις που προβλέπει παραμένουν εγκατεσπαρμένες στις πηγές του, στις οποίες πέραν του Κορανίου και της Σούννα, που την αναζητούμε στις αναγνωρισμένες συλλογές Χαντίθ (λόγοι του Προφήτη και περιστατικά από τον βίο του) περιλαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις ισλαμικών δικαστηρίων και φάτουα (γνωμοδοτήσεις Ουλεμά, είτε είναι Μουφτήδες (σουννιτικό Ισλάμ), είτε Νομοδιδάσκαλοι, είτε Μολλάδες και Αγιατολλάχ (σιϊτικό Ισλάμ).
Το σύστημα δικαίου  Σαρία εμφανίζει ορισμένα σημαντικά κοινά γνωρίσματα με το αγγλικό Κοινό Δίκαιο (Common Law). Και τούτο γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι η εξατομίκευση κατά περιπτώσεις των αόριστων ρυθμίσεων του ιερού Νόμου ώστε να παράξουν αποτελέσματα στις εν γένει βιοτικές σχέσεις. Κι εδώ έρχεται ο κεφαλαιώδης ρόλος του Δικαστή (Qadi) που καλείται να εφαρμόσει τη Σαρία και να επιλύσει τις διαφορές που αντιμετωπίσουν εκείνοι που προσφεύγουν στην κρίση του. Στην Ελλάδα όπου επικρατεί το σουννιτικό Ισλάμ και η δικαιοταξία της Σαρία ως προς τις ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης, των γαμικών και οικογενειακών σχέσεων και των διαζυγίων και των κληρονομικών σχέσεων αποτελεί τμήμα του δικαιϊκού συστήματος της χώρας λειτουργούν μουσουλμανικά ιεροδικεία και ο Μουφτής ασκεί και το λειτούργημα του Ιεροδίκη (Qadi). Έτσι όπως ο δικαστής του αγγλικού  Common Law παράγει με τις αποφάσεις του δίκαιο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μουσουλμάνο Ιεροδίκη που με τις αποφάσεις του παράγει ρυθμιστικούς κανόνες των προσωπικών και των οικογενειακών σχέσεων, αποφαίνεται ως προς τη λύση ενός γάμου και ως προς την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών και με αυθεντία εφαρμόζει ό,τι προβλέπει το Κοράνιο σχετικά με τη διανομή περιουσίας στους κληρονόμους ανθρώπου που αποβίωσε. Σε περιπτώσεις, δυστυχώς αρκετά περιορισμένες, που ο Μουσουλμάνος ιεροδίκης εφαρμόζει κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του τις αρχές της ijtihad, μιας μεθόδου ερμηνείας του δικαίου και όχι μόνο, που στηρίζεται στην εκτεταμένη χρήση της λογικής και όχι στην μιμητική αναπαραγωγή από πρότυπα του παρελθόντος, προκειμένου να ρυθμίσει ικανοποιητικά τις βιοτικές σχέσεις και διαφορές, σύμφωνα με τα δεδομένα των περιστάσεων και της εποχής, τότε μοιάζει πολύ περισσότερο με τον «Άγγλο Δικαστική» του   Common Law και πραγματικά παράγει κυριαρχικά δίκαιο.
Επομένως το πρόβλημα που συχνά απασχολεί τους Δυτικούς, που τις πιο πολλές φορές ουσιαστικά αγνοούν το δίκαιο της  Σαρία ή το αντιμετωπίζουν ως κάτι εξωτικό, απομεινάρι ενός σκοτεινού παρελθόντος, δεν είναι αν η  Σαρία είναι συμβατή με τις οικουμενικές δικαιϊκές αξίες, έτσι όπως τουλάχιστον αποτυπώνονται σε διακηρύξεις και συμβάσεις που παράγονται υπό την αιγίδα ή με πρωτοβουλία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή άλλων σημαντικών περιφερειακών διεθνών οργανισμών (Συμβούλιο της Ευρώπη, Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.), αλλά πώς εφαρμόζεται. Διότι εάν οι Μουσουλμάνοι Ιεροδίκες αποδέχονταν όσα σημαντικά αποτύπωσε στη σύντομη δήλωσή του ο Δρ  Abdul Fatah Idris και εφάρμοζαν με την τόλμη που απαιτείται να διακρίνει κάθε Δικαστή τη μέθοδο και τις αρχές της ijtihad, τότε δεν θα υπήρχαν περιθώρια για αμφισβητήσεις του κύρους της Σαρία, ούτε θα τολμούσε κάποιος να επισύει ως φόβητρο κατά του οικουμενικού πολιτισμού, πραγματικά βάναυσες αποφάσεις ισλαμικών δικαστηρίων στο Πακιστάν, στο Ιράν ή αλλού.

Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας, που αδικεί το Ισλάμ ως κουλτούρα και πνευματικότητα. Στο Ισλάμ δεν υπάρχει μια αρχή που με αποκλειστικό κύρος και αυθεντία επιβάλλει στους πιστούς το ορθό και το δίκαιο και αυτοί με τη σειρά τους οφείλουν χωρίς αντιρρήσεις να αποδεχθούν και να το εφαρμόσουν. Στο Ισλάμ, σουννιτικό ή σιϊτικό, κάθε χαρισματικός ιμάμης ή μολλάς ή απλά εμπνευσμένος Μουσουλμάνος χαράζει τη δικιά του γραμμή ερμηνείας του τί είναι Ισλάμ, πώς ερμηνεύεται η Σαρία κ.λπ.. Δυστυχώς είναι σημαντικά περισσότεροι, όχι μόνο στις παραδοσιακά μουσουλμανικές χώρες αλλά και στις χώρες της Δύσης οι Μουσουλμάνοι «ηγέτες» που θεωρούν ότι η καθαρότητα του Ισλάμ έχει περιχαρακωθεί χρονικά στον 7ο αιώνα μ.Χ., τότε δηλαδή που έζησε ο ίδιος ο Προφήτης Μωάμεθ, οι στενοί Σύντροφοί του (Sahabi), τα μέλη της Οικογένειάς του (Ahlul Bayt) και οι τέσσερεις δίκαιοι διάδοχοί του (οι Χαλίφηδες Abu Bakr, Umar ibn al-Khattab, Uthman ibn Affan και Ali ibn Abi Talib). Οπότε αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι η εφαρμογή της Σαρία γίνεται με κριτήριο το απώτατο, σε σχέση με την εποχή μας, παρελθόν και οπωσδήποτε με υποδείγματα που δεν είναι διόλου συμβατά με τις συνθήκες των καιρών μας και ιδίως με τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα της Δύσης. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, αυτού του είδους τα προσκολλημένα σε μια φαντασιακή καθαρότητα του παρελθόντος μουσουλμανικά ιεροδικεία, που επικαλούνται ένα Ισλάμ ανακόλουθο προς τις γενικά αποδεκτές αξίες της ανθρωπότητας στην εποχή μας, εφαρμόζουν ένα σύστημα δικαίου, που προσβάλλει τον σύγχρονο δικαιϊκό πολιτισμό και ακυρώνει τις αρχές προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πρόκειται για δυναμική έκφραση της ολοκληρωτικής ιδεολογίας που έχει οικοδομηθεί στις σχολές ισλαμικής σκέψης των Salafi, Wahhabi και Qutbi, και αντιπαρατίθεται ακόμα και με τη διασπορά της βίας και του τρόμου σ’ αυτό που αποκαλούν Δύση.

          Μετά τα βαθειά τραύματα που είχε υποστεί η σύνολη ανθρωπότητα μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τους νεκρούς που έμεναν ακόμα άθαφτοι και ήταν θύματα ιδεολογικής βίας διακρίσεων και ρατσισμού, μια πράξη ανασυγκρότησης, που χαρακτηρίστηκε επίτευγμα, ήταν η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, που ψήφισε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948. Δεν υπήρξαν αμφιβολίες ότι το κείμενο της Οικουμενικής Διακήρυξης  έγινε καθολικά αποδεκτό. Οι μουσουλμανικές χώρες, που εκείνη την εποχή οι περισσότερες γεύονταν για πρώτη φορά τους καρπούς των αγώνων των λαών τους για ελευθερία και ανεξαρτησία δεν είχαν θεωρήσει πως οι αρχές της Διακήρυξης ήταν αντίθετες προς τις αρχές του Ισλάμ. Μόνον η Σαουδική Αραβία, απείχε από την ψηφοφορία έγκρισης της Διακήρυξης, μη τολμώντας να την καταψηφίσει. Μάλιστα ένας από τους συντάκτες του ιστορικού και συνάμα επίκαιρου κειμένου της Οικουμενικής Διακήρυξης υπήρξε ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν  Sir Muhammad Zafrulla Khan, διαπρεπής νομικός και σημαντικός Μουσουλμάνος διανοούμενος. Ο Zafrulla Khan μάλιστα έχει γράψει μια ενδιαφέρουσα μελέτη με τίτλο ‘Islam and Human Rights(Islam International Publications Ltd. πέμπτη έκδοση 1999, Ηνωμένο Βασίλειο), στην οποία καταδεικνύεται με λεπτομερή ανάλυση των επί μέρους διατάξεων της Διακήρυξης η εναρμόνισή τους με τις αξίες του Ισλάμ. Παρόλα αυτά, μουσουλμανικοί κύκλοι και συγκεκριμένα ένα συλλογικό όργανο με την επωνυμία ‘Ισλαμικό Συμβούλιο’ και έδρα στο Λονδίνο εξέδωσε το 1981 την ‘Universal Islamic Declaration of Human Rights’ Ισλαμική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (21 Dhul Qaidah 1401 ή 19 Σεπτ. 1981). Αν και το συγκεκριμένο κείμενο δεν έχει ασκήσει κάποια αξιόλογη επιρροή σε μουσουλμανικές χώρες είναι ενδιαφέρον ως αντι-διακήρυξη εκ μέρους μερίδας Μουσουλμάνων και αμφισβήτησης του κύρους της Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι όσον αφορά τη γυναίκα, η παρουσία της στις διατάξεις αυτού του κειμένου είναι αναιμική και μόνον όσον αφορά το δικαίωμά της να συνάψει γάμο!
          Το 1981, μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, ο αντιπρόσωπος της χώρας στον Ο.Η.Ε. Said Rajaie-Khorassani αμφισβήτησε το κύρος της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων υποστηρίζοντας πως πρόκειται για «μια εκκοσμικευμένη (secular) κατανόηση της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης» που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από Μουσουλμάνους χωρίς να παραβούν τον ισλαμικό νόμο. Εκτός από το Ιράν αμφισβητήθηκε το κύρος της  Οικουμενικής Διακήρυξης από τη Σαουδική Αραβία και το Σουδάν. Τον Αύγουστο του 1990 στο Κάιρο, οι υπουργοί Εξωτερικών χωρών μελών (45) του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης  ψήφισαν  τη ‘Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Ισλάμ’ γνωστή διεθνώς ως «Cairo Declaration on Human Rights in Islam (CDHRI)», προκειμένου να αποτελεί ένα εργαλείο για τις χώρες μέλη της Διάσκεψης σε υποθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
          Εκείνο που χωρίς ενδοιασμούς μπορεί να διατυπωθεί είναι πως η ‘Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Ισλάμ’ του Καΐρου αντιλαμβάνεται τα ανθρώπινα δικαιώματα κολοβωμένα και πως μια απλή ανάγνωση του κειμένου αυτού προκαλεί εντύπωση που η Διακήρυξη αγνοεί τη γυναίκα, θύμα επί αιώνες εντελώς άδικων και παράλογων διακρίσεων, σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας. Ίσως δεν είναι περιττό, με σημερινά δεδομένα, να σημειώσουμε τα εξής σχετικά με τη σύνθεση του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης. Σήμερα ο Οργανισμός έχει 57 μέλη, από τα οποία μόνον τρία (3) έχουν δημοκρατικό πολίτευμα! Και επίσης από αυτά τα 57 κράτη-μέλη, μόνον τρία (3) μπορεί να θεωρηθούν ότι κατοχυρώνουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών!
          Η ισλαμοφοβία που μετά την 11/9 κατέλαβε πολλές κοινωνίες σε δυτικές χώρες ως μαζική φρενίτιδα, κάθε άλλο παρά υγιή αντίδραση αποτελεί στους Ισλαμιστές Μουσουλμάνους. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Άκριτα, δίχως επίγνωση εκτρέφονται παράλογες προκαταλήψεις στις μάζες και καλλιεργείται ένα τυφλό μίσος με αποδέκτες περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύριο συνανθρώπους μας απλά και μόνο γιατί είναι Μουσουλμάνοι! Από την άλλη μεριά βέβαια είναι γεγονός, ότι τα παραδοσιακά αντιδραστικά καθεστώτα σε χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, ακυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες  στις επικράτειές τους, προσβάλλουν με χυδαιότητα και βάρβαρο τρόπο την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και γενικότερα την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, τίθενται στο περιθώριο της Διεθνούς Κοινότητας. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός που είναι πλέον αναμφίβολα βέβαιο, ότι κράτη με τέτοια καθεστώτα, που επιχειρούν να επιστρέψουν ακόμα και βίαια στην «ισλαμική καθαρότητα» του 7ου αιώνα προσφέρουν καταφύγιο σε ισλαμιστές τρομοκράτες, που οργανωμένα και συντονισμένα δρουν εναντίον καθενός που δεν εναρμονίζεται με τις δικές τους απόψεις, ακόμα και αν είναι Μουσουλμάνος! Δυτικές χώρες με προεξάρχουσα τις Η.Π.Α. χάριν ποικίλων συμφερόντων τους όχι απλά ανέχονται τέτοιες αντιδραστικές χώρες, αλλά τις υποστηρίζουν ξεδιάντροπα στην συνεχιζόμενη καταπίεση των λαών τους και με τη στάση τους τις ενθαρρύνουν να προβάλλουν την τήρηση εκ μέρους τους της Σαρία ως άλλοθι στη βαρβαρότητά τους. Στη βαρβαρότητα των κρατών που επικαλούνται ένα στρεβλό και παραμορφωμένο Ισλάμ οφείλουν οι χώρες του κόσμου που επιδιώκουν να τηρούν και να καλλιεργούν τις οικουμενικές ανθρωπιστικές αξίες του κοινού μας πολιτισμού, την μόνη αποτελεσματική αντίδραση, την απομόνωσή τους από τη Διεθνή Κοινότητα και σε καμιά περίπτωση ανοχή στη βαρβαρότητά τους, όποιο λόγο και αν επικαλούνται.
          Η Σαρία μπορεί να αναδειχθεί ένα σύστημα δικαίου χρήσιμο και απόλυτα λειτουργικό για ανθρώπους των σύγχρονων κοινωνιών. Προϋπόθεση είναι εκείνοι που καλούνται να ερμηνεύουν τους κανόνες της και να εκδίδουν αποφάσεις επίλυσης διαφορών που αναφύονται σήμερα, να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η πορεία του Ισλάμ εξελίσσεται μέσα στο χρόνο διατρέχοντας εποχές και χώρες και κουλτούρες και ότι δεν σταμάτησε με τη δολοφονία του τέταρτου χαλίφη Αλή. Άλλωστε ο ίδιος ο Αλλάχ ανύστακτα παραμένει δημιουργός στο ανορίζον σύμπαν κάθε στιγμή (Σούρα αρ-Ραχμάν 29).
         
    

    














Wednesday, May 18, 2011

Gay Mystic: Blessed Charles de Foucauld, Louis Massignon and t...

Gay Mystic: Blessed Charles de Foucauld, Louis Massignon and t...: "(This posting, and more especially the one immediately following it, is not meant to cast aspersions upon the reputation of the great and..."

Sunday, May 15, 2011

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Ή ΠΙΟ ΣΩΣΤΑ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;


          Ο μήνας Μάιος παραδοσιακά πλέον είναι αφιερωμένος στην αναμόχλευση της συλλογικής μνήμης των Δυτικοθρακιωτών στο γεγονός του παρελθόντος της ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους.
          Κατ’ αρχάς είναι απόλυτα θετικό, εκτός από τα μεμονωμένα πρόσωπα και οι κοινότητες των ανθρώπων να συντηρούν μνήμες ιστορικές. Στον τόπο μας βέβαια ο εορτασμός των εθνικών επετείων συνήθως αποτελεί αφορμή κομπασμών και εθνικιστικών διθυράμβων εκ μέρους εκείνων που θεωρούν τους εαυτούς τους αμύντορες της καθαρότητας  του ελληνικού έθνους (sic!). Ακόμα και τραγικά περιστατικά του παρελθόντος, που η ανάκλησή τους στο παρόν, δεν θα έπρεπε να αποτελεί ευκαιρία εορτασμού, αλλά συλλογικής οδύνης και καθαρτήριας περισυλλογής, «εορτάζονται» από «φαιδρούς πανηγυριστές». Λόγου χάρη η καταστροφή της Νάουσας, που δίκαια αποκαλείται ‘Ολοκαύτωμα’, εξαιτίας της βίαιης και ολοκληρωτικής καταστολής της εξέγερσης των κατοίκων της από τις οθωμανικές δυνάμεις το 1822, με μαζικές σφαγές και εξανδραποδισμό κυρίως γυναικών,  αναφέρεται σαν «εορτασμός του Ολοκαυτώματος»!
          Οι Έλληνες μπορεί να νιώθουμε υπερήφανοι για τον Διονύσιο Σολωμό, κυρίως γιατί υπήρξε ο ποιητής του εθνικού ύμνου της χώρας, αλλά είναι υπερβολικά πολλοί εκείνοι που αγνοούν τη φράση του ποιητή, ότι «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»! Ακόμα και όσοι γνωρίζουν αυτή την παρακαταθήκη του Σολωμού προς τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, σε μεγάλο, απογοητευτικό ποσοστό, αρνούνται να την υιοθετήσουν ως βίωμα και βαυκαλίζονται ακόμα και στην εποχή μας από τις φαντασιώσεις και τα μυθεύματα που επί χρόνια οι μηχανισμοί προπαγάνδας του κράτους μας σέρβιραν σαν ιστορικές αλήθειες περί Ελλάδος και ελληνικού έθνους! Γενικά, η ιστορία στον τόπο μας, έχει υποστεί πολύμορφους βιασμούς και στρεβλώσεις, προκειμένου, μάλλον σκόπιμα, οι Έλληνες να μην αποκτήσουν συλλογική αυτογνωσία. Το γεγονός ότι γειτονικοί μας λαοί επί χρόνια δεν διδάσκονταν, -μερικοί ακόμα συνεχίζουν να ταΐζονται με χαλασμένο γάλα-,  ιστορία αλλά μυθολογία, προκειμένου να οικοδομηθεί η εθνική ενότητά τους και η συλλογική περηφάνεια τους σε κίβδηλα φαντασιακά θεμέλια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι!
          Την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους επί χρόνια οι «παράγοντες» αυτού του τόπου την αποκαλούν ‘Ελευθέρια’. Αν θέλαμε να είμαστε περισσότερο συνεπείς με την αλήθεια της ιστορικής μνήμης οφείλαμε να επιλέξουμε τη λέξη ‘Ένωση’. Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά κάποια καλή νεράιδα που κούνησε το μαγικό ραβδάκι της, ούτε έτσι είχε αποφασίσει ο «θεός της Ελλάδος» για να αποτελέσει η Δυτική Θράκη κομμάτι της Ελλάδος. Υπήρξε ένας συγκερασμός πρωτοβουλιών και πολιτικών επιλογών ανθρώπων που ζούσαν στη Θράκη και των τοπικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της ένωσης, η οποία πραγματώθηκε επίσημα, σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου με την περίφημη Συνθήκη της Λωζάνης (1923)!
          Κατά τους επίσημους εορτασμούς της επετείου της θρακικής ενσωμάτωσης στην ελληνική επικράτεια εμφανίζεται μια ανισσόροπη προβολή των συνθηκών και των προσώπων που συνέβαλαν στην επίτευξη τούτου του γεγονότος. Αυτή η πρακτική, κατά την γνώμη μου αποτελεί προσβολή της ιστορικής μνήμης των Δυτικοθρακιωτών και απαράδεκτη απόκρυψη της αλήθειας. Όσο πιο σύντομα θα ήθελα να επισημάνω ορισμένες σημαντικές αλήθειες που πηγάζουν από την Ιστορία έτσι όπως γράφτηκε, δίχως προκρούστειες επεμβάσεις και κακοποιήσεις.
          Η Θράκη υπήρξε στόχος επέκτασης της βουλγαρικής κυριαρχίας, στα πλαίσια της πανσλαβικής επιθετικής τακτικής της Ρωσίας στα Βαλκάνια που χειραγωγούσε  τον βουλγαρικό εθνικισμό, ακόμη και στα χρόνια της οθωμανικής εξουσίας. Οι Μουσουλμάνοι της Θράκης και ιδίως οι Πομάκοι της Ροδόπης, ουδέποτε συμβιβάστηκαν με την ιδέα της βουλγαρικής επικυριαρχίας στον τόπο τους.
Η έκρηξη της επιθετικότητας της Ρωσίας στα Βαλκάνια προκάλεσε τον ρωσοτουρκικό πόλεμο 1877-1878, που μετά το τέλος του είχε μεταξύ των άλλων ως αποτέλεσμα το σχεδιασμό της μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η προβλεπόμενη υπαγωγή του βορειοδυτικού τμήματος της Ροδόπης και της περιοχής της βόρειας Θράκης στην κυριαρχία της βουλγαρικής Ηγεμονίας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις κυρίως μεταξύ των Οθωμανών Πομάκων. Στα μέσα Μαρτίου του 1878 οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης αμφισβήτησαν έμπρακτα την βουλγαρορωσική κατοχή του τόπου τους. Τότε εκδόθηκε η διακήρυξη του «Προσωρινού Τουρκικού Κράτους της Ροδόπης» (τουρκικά «Rodop Türk Devlet-i»). Ακόμη και μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου συνεχίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ βουλγαρικών σωμάτων και ένοπλων Πομάκων. Μάλιστα το θέρος του 1879 οι προεστοί των επαναστατημένων χωριών, που έφτασαν τα είκοσι ένα, αποφάσισαν να οργανώσουν ανεξάρτητη δημοκρατία, εντελώς αυτόνομη από κάθε άλλη εξουσία. Η δημοκρατία των επαναστατημένων Πομάκων της Ροδόπης και των «ανυπότακτων χωριών» έμεινε γνωστή ως ‘Δημοκρατία της Ταμράς’, από την ορεινή πολίχνη Ταμράς που ήταν το κέντρο της, (στη βουλγαρική γλώσσα ‘Ταμράσκα ρεπουμπλίκα’) και επιβίωσε ως το 1886. Το ίδιο έτος ο βουλγαρικός στρατός κατέκτησε την περιοχή της βραχύβιας δημοκρατίας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώρισε την απορρόφηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από το βουλγαρικό κράτος.
Οι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) σηματοδότησαν και νέες απώλειες για το οθωμανικό κράτος. Όλη η Θράκη κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο κατακτήθηκε από τη Βουλγαρία. Στη διάρκεια του δεύτερου βαλκανικού πολέμου οι ελληνικές δυνάμεις ανέλαβαν τον έλεγχο της Δυτικής Θράκης, αλλά στη Διάσκεψη ειρήνης του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) ο Ε. Βενιζέλος υποχώρησε στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και δέχθηκε η περιοχή από τον Νέστο και όλη η Δυτική Θράκη να περιέλθει στη Βουλγαρία.
Ταυτόχρονα σχεδόν με την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τη Δυτική Θράκη, ανταρτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του Ενβέρ Μπέη επιτίθενται κατά των Βουλγάρων και μετά από εχθροπραξίες σχεδόν δύο μηνών οι Μουσουλμάνοι καταφέρνουν να ελέγξουν όλη την περιοχή. Όταν καταλήφθηκε από τους αντάρτες η Κομοτηνή (31 Αυγούστου 1913) ιδρύθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνηση της Δυτικής Θράκης» (τουρκικά ‘Garbî Trakya Hükûmeti Muvakkatesi’), με πρόεδρο τον Σαλίχ Χότζα και συμμετοχή ενός Έλληνα, ενός Αρμένιου και ενός Ισραηλίτη.  Οι ηγέτες της προσωρινής κυβέρνησης αναζήτησαν βοήθεια από την Ελλάδα και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίσης οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι ηγέτες της Δυτικής Θράκης υποστήριξαν την υπόθεσή τους στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Όταν οι Δυτικοθρακιώτες διαπίστωσαν πως η οθωμανική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την «Προσωρινή Κυβέρνηση» για να πιέσει τη Βουλγαρία στις διαπραγματεύσεις πριν από την υπογραφή της οθωμανικής-βουλγαρικής συνθήκης της Κωνσταντινούπολης της 29 Σεπτεμβρίου 1913, που τελικά αναγνώρισε την κυριαρχία της Βουλγαρίας στη Δυτική Θράκη και ζήτησε από τους αντάρτες να σταματήσουν τον αγώνα τους. Οι ηγέτες της αυτόνομης κίνησης  Σουλεϊμάν Ασκερί και Κουστσούμπασι Εσρέφ αρνήθηκαν να δεχθούν τις οθωμανικές υποδείξεις και μετονόμασαν την ‘προσωρινή κυβέρνηση’ σε «Ανεξάρτητη Κυβέρνηση της Δυτικής Θράκης» (τουρκικά ‘Grabî Trakya Hükûmet-i Müstakîlesi’). Η περίοδος εξουσίας της ανεξάρτητης κυβέρνησης της Δυτικής Θράκης, χωρίς καμιά βοήθεια, είχε διάρκεια μόλις λίγων μηνών, από το τέλος Μαρτίου ως τις 25 Οκτωβρίου του 1913, οπότε η Δυτική Θράκη περιήλθε στην βουλγαρική κυριαρχία.
Στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η Βουλγαρία ανήκει στην πλευρά των νικημένων. Η Ελλάδα ανήκει μεταξύ των νικητών συμμάχων και μολονότι στις αρχές Οκτωβρίου 1918 καταλαμβάνει την Ανατολική Μακεδονία δεν προωθείται προς τη Δυτική Θράκη που ανήκει στην ευθύνη βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανακωχής του Μούδρου τέλη Οκτωβρίου 1918 επίκειται πλέον η κατάτμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μεταξύ των συμμάχων της Entente, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ελλάδα. Στη διάσκεψη της Συνθήκης Ειρήνης του Παρισιού (1919-1920) ο Ελευθέριος Βενιζέλος προβάλλει τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδος. Η κατάσταση στη Δυτική Θράκη είναι ρευστή. Στη διάσκεψη των Παρισίων οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας προσπαθούν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Το Νοέμβριο 1918 ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελλάδος στη Σόφια Κωνσταντίνος Μαζαράκης έρχεται σε επαφή με οκτώ Μουσουλμάνους από τη Δυτική Θράκη που ήταν μέλη της βουλγαρικής βουλής και τους πείθει να στείλουν αιτήσεις στο Παρίσι προς την ηγεσία των Συμμάχων, ζητώντας να τεθεί η Δυτική Θράκη υπό συμμαχική διοίκηση, στην οποία θα συμμετείχαν και ελληνικές δυνάμεις, η οποία θα παρείχε ικανοποιητική προστασία στους Μουσουλμάνους και Έλληνες κατοίκους, κάτι που δεν πρόσφερε η βουλγαρική διοίκηση. Οι αιτήσεις δόθηκαν στον Μαζαράκη που τις προώθησε στο Παρίσι αρχές του 1919. Η Επιτροπή Δυτικής Θράκης της Κωνσταντινούπολης, που προσέβλεπε στην προστασία των τουρκικών συμφερόντων στην περιοχή, έρχεται ταυτόχρονα σε επαφή με τους ίδιους Μουσουλμάνους βουλευτές που στις 18 Δεκεμβρίου 1918 τους δίδει ένα υπόμνημα για να επιδώσουν στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Σόφια. Σε τούτο υποστηριζόταν ότι ποσοστό 90% των κατοίκων της Δυτικής Θράκης είναι Τούρκοι και Μουσουλμάνοι, ενώ μόνο 7% είναι Έλληνες και 3% Βούλγαροι.. Τελικά από τα μέσα Οκτωβρίου 1919 παύει η βουλγαρική  κυριαρχία στη Δυτική Θράκη και εγκαθίσταται ένα ιδιόμορφο καθεστώς αυτονομίας, γνωστό ως ‘Thrace Interallié’ (Διασυμμαχική Θράκη) με διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Charpy, που διαρκεί ως τις 22 Μαΐου 1920. Στα τέλη του 1919 και αρχές του 1920 δημιουργείται ένα συμβουλευτικό όργανο που ονομάζεται ‘Conseil Superieur de la Thrace Interallié’ (Ανώτερο Συμβούλιο της Διασυμμαχικής Θράκης) στο οποίο συμμετέχουν πέντε Έλληνες, πέντε Τούρκοι, δύο Βούλγαροι, ένας Ισραηλίτης, ένας Αρμένιος και ένας Λεβαντίνος. 
            Στις 4 Απριλίου του 1920 το Ανώτερο Συμβούλιο συνεδριάζει για πρώτη φορά και εκλέγεται ως πρόεδρός του ο Έλληνας Εμμανουήλ Δουλάς, από το Καραγάτς, με τις ψήφους των Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά και του Αρμένιου Κεβορκιάν. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αυτής αξιολογήθηκε ως ένα είδος δημοψηφίσματος του λαού της Δυτικής Θράκης, που καταδείκνυε τη βούλησή του να μην επανέλθει η περιοχή στην βουλγαρική επικράτεια, αλλά ούτε και να αποτελέσει εκ νέου τμήμα του οθωμανικού κράτους. Η Επιτροπή Δυτικής Θράκης της Κωνσταντινούπολης θεώρησε του δύο Μουσουλμάνους που ψήφισαν για πρόεδρο τον Δουλά προδότες. Από ελληνικής πλευράς τονίζεται η αποφασιστική συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά, που είχε σταλεί από τον Βενιζέλο στη Θράκη ως βοηθός του Charpy, κάτι που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Παρόλα αυτά η στάση των Οθωμανών  Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τις εξελίξεις σχετικά με το μέλλον της Δυτικής Θράκης, κάτι που είτε αποσιωπάται κατά τους επίσημους εορτασμούς των ‘Ελευθερίων’ της περιοχής είτε έχει λησμονηθεί  δυστυχώς εξαιτίας της απαράδεκτης σιωπής.
          Η διαφοροποίηση της στάσης μεταξύ των πέντε Μουσουλμάνων μελών του Ανώτερου Συμβουλίου της Δυτικής Θράκης θα ήταν λάθος να ερμηνευθεί είτε ως επιτυχία του Βαμβακά, που κατάφερε δήθεν να παρασύρει τους Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά υπέρ των ελληνικών θέσεων, είτε ότι οι δύο παραπάνω Θρακιώτες ήταν προδότες όπως κατηγορήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη. Η θέση τους δείχνει πως σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούσαν μια νέα βουλγαρική παρουσία στον τόπο τους και από την άλλη, ότι όντας ρεαλιστές και βλέποντας πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αναγεννηθεί, προτίμησαν εκείνη τη λύση που έκριναν ότι θα ήταν καλύτερη για το μέλλον της πατρίδας τους της Δυτικής Θράκης και για τους ομοθρήσκους συμπολίτες τους.
          Εντέλει, μετά τα γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στις 23 Μαΐου 1920 ο έλεγχος της Δυτικής Θράκης παραχωρείται de facto από τους Συμμάχους στις ελληνικές δυνάμεις.
          Παρόλα αυτά η πολιτική κατάσταση αυτή την περίοδο είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Όλων των ειδών οι χειρισμοί και όλων των μορφών οι ανίερες συμμαχίες εμφανίζονται στο προσκήνιο με στόχο το οριστικό καθεστώς της Δυτικής Θράκης μιας και η παραχώρηση της περιοχής στις ελληνικές δυνάμεις δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα. Άμεση αντίδραση στον ελληνικό έλεγχο της Δυτικής Θράκης ήταν μια απόπειρα μεταξύ Τούρκων και Βουλγάρων να δημιουργήσουν μια δυτικοθρακιώτικη κυβέρνηση και γι’ αυτό το σκοπό με πρωτοβουλία του Πεφτερελή Τεβφίκ Μπέη συγκαλείται συνέλευση στις 25 Μαΐου του 1920 στο χωριό Χεμετλή (σημερινή Οργάνη). Προσήλθαν αντιπρόσωποι σχεδόν από κάθε γωνιά της Δυτικής Θράκης μαζί με ένοπλους Βούλγαρους και Τούρκους, που αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες ανδρών. Αποφάσισαν την ίδρυση μιας Προσωρινής Κυβέρνησης της Δυτικής Θράκης με επτά Τούρκους «υπουργούς» και τρεις Βούλγαρους. Ορισμένοι είχαν αποκτήσει προηγουμένως πείρα από τη συμμετοχή τους στο Ανώτερο Συμβούλιο του στρατηγού Charpy.  Το «κράτος της Οργάνης» δεν κατάφερε να παίξει ρόλο στις εξελίξεις, ούτε βέβαια να επηρεάσει το μέλλον της Δυτικής Θράκης και διαλύθηκε άδοξα όταν η Κωνσταντινούπολη ανακάλεσε  τον Πεφτερελή Τεβφίκ Μπέη. Δεν κατάφεραν οι φιλόδοξοι της Οργάνης να υποστηριχθούν από τον Τζαφέρ Ταγιάρ Μπέη, που είχε οργανώσει την τουρκική αντίσταση στην Ανατολική Θράκη εναντίον της ελληνικής κυριαρχίας.
          Ένοπλες ομάδες Βουλγάρων και Τούρκων που συνεργάζονταν μεταξύ τους προσπαθούσαν να υπονομεύσουν τις ελληνικές αρχές στη Δυτική Θράκη, χωρίς αποτέλεσμα.
          Η συμβολή των Μουσουλμάνων κατοίκων της Δυτικής Θράκης υπήρξε αποφασιστική στην κατάληξη της ένωσής της με την Ελλάδα αν λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής: Το 1912 εκτιμάται πως επί συνόλου 224.000 κατοίκων της Δυτικής Θράκης, 120.000 ήταν Μουσουλμάνοι, 60.000 Έλληνες, 40.000 Βούλγαροι και 4.000 άλλων ταυτοτήτων (Ισραηλίτες, Αρμένιοι κ.ά.). Το 1920 σύμφωνα με στοιχεία της ‘Διασυμμαχικής Θράκης’ επί συνόλου πληθυσμού 204.690, οι Μουσουλμάνοι ανέρχονταν σε 74.730, οι Πομάκοι σε 11.848, οι Έλληνες σε 56.114, οι Βούλγαροι σε 54.092 και άλλων ταυτοτήτων σε 7.906. Την ίδια χρονιά σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής διοίκησης επί συνόλου 201.404 κατοίκων της Δυτικής Θράκης, οι Μουσουλμάνοι είναι 93.273, οι Έλληνες 76.416, οι Βούλγαροι 25.677 και οι υπόλοιποι 6.038.[i]
         
      



,.



[i] Βιβλιογραφία:
1)  Vemund Aarbakke; The Muslim Minority of Greek Thrace, Vol. I. University of Bergen 2000.
2) Σαρκίς Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 χρόνια της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η συμβολή των Αρμενίων. ΑΡΜΕΝΙΚΑ, τεύχος Μάρτιος-Απρίλιος 2010. 
3) Π. Παπαδημητρίου, Οι Πομάκοι της Ροδόπης, Εκδ. Αφοί Κυριακίδη 2003.
4) Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου· Πτυχές από την ιστορία των Πομάκων της Θράκης, Θρακική Επετηρίδα, 1991.
5) B. Lory; The Turks of Bulgaria: The History, Culture and Political Fate of a Minority, p. 195. ‘Ahmed Aga Tumrashlijata: The Last Derebey of the Rhodopes’ K. H. Karpat (εκδ.) 1990.
6) E. Kofos; Greece and the Eastern Crisis 1875-1878, σ. 192,. Institute for Balkan Studies (εκδ.) 1975.

Saturday, May 14, 2011

ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ

Σκέφτηκα να φιλοξενήσω στο blog μου το ενδιαφέρον άρθρο του Τάκη Καμπύλη από την εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ". Αναφέρεται στους Μπεκτασήδες του ελλαδικού χώρου. Διάβαζα για τον μπεκτασίδικο τεκκέ 'Ντούρμπαλη Σουλτάν' στα Φάρσαλα, που εδώ και χρόνια ρημάζει κυριολεκτικά. Η επαρχιώτικη μισαλλοδοξία που χαρακτηρίζει τους κατοίκους της Ελλάδας του σήμερα, που πάσχοντας σχεδόν από συλλογική μυωπία, θεωρούν πως Έλληνας έχει το δικαίωμα να είναι μόνον ο Χριστιανός Ορθόδοξος και κανένας άλλος! Όσοι και όσες ζουν στην Ελλάδα και ανήκουν σε μειονότητες, θρησκευτικές, γλωσσικές ή εθνοτικές, είναι εκ προοιμίου ύποπτοι "εσχάτης προδοσίας", έστω και αν το Σύνταγμα, σημαντικοί νόμοι και διατάξεις διεθνών συνθηκών που έχει υιοθετήσει η Ελλάδα λένε άλλα....  


"Ενστασεις
 Μια ιστορία χωρίς «χρυσόβουλα»
Tου Τακη Καμπυλη

«Καθάρισέ ντη τη γκαρδιά και κάμε ντη μπιλούρι
σα θες εσύ για να το ιδείς του σάχη μου το νούρι


Τον Φεβρουάριο του 2005 ο Γιώργος Μαυρομμάτης (ιστορικός - εκπαιδευτικός) συναντάει στο σπίτι της στην Πόλη την κυρία Ναζμιέ, από τους τελευταίους ελληνοφώνους Τουρκοκρητικούς Μπεκτασίδες. Η κυρία Ναζμιέ τον υποδέχτηκε με το ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου δίστιχο, που όπως εξηγεί ο Γ. Μαυρομμάτης αποτελεί τον τυπικό υπαινικτικό ποιητικό τρόπο έκφρασης μιας φιλοσοφίας που διαμορφώθηκε περίπου πριν από δέκα αιώνες μέσα στο τότε ανοιχτόμυαλο Ισλάμ.
Ο μπεκτασισμός, σημαντικό κομμάτι του ισλαμικού μυστικισμού, δεν περιλαμβάνεται βέβαια στα σχολικά βιβλία ιστορίας, αν και η συνύπαρξη έμμεσα και άμεσα με το ελληνικό στοιχείο το επηρέασε και επηρεάστηκε από αυτό. Αλλωστε ο μπεκτασισμός ήταν το κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα των γενίτσαρων - όχι τυχαία.
Ενα από τα σημαντικότερα κέντρα του μπεκτασισμού ήταν για αιώνες ο τεκές (μοναστήρι) του Τούρμπαλη (ή Ντούρμπαλη) Σουλτάν ανάμεσα στο Βελεστίνο και τα Φάρσαλα (κοντά στα Ασπρόγεια, παλαιότερα Ιρενί). Η τοποθεσία είναι μαγική, τα θεσσαλικά χρώματα μοναδικά, αλλά…
Εδώ και μερικά χρόνια Αλβανοί που ζουν μόνιμα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη επισκέπτονται τα ερείπια του τεκέ και τελούν εκεί συνήθως το «κουρμπάν», που συνοδεύεται από το πατροπαράδοτο ψήσιμο του αρνιού. Ενίοτε και με τον φόβο της αστυνομίας. O τρόπος που διαβάζουμε την Ιστορία (που λέγαμε νωρίτερα) δεν μας επιτρέπει να διαχειριστούμε ένα ιστορικό ερείπιο που δεν διαθέτει χρυσόβουλα και δεν εντάσσεται στην ορθόδοξη μονοκρατορία.
Το «χθες», αλλά ποιο «χθες»;
Ο Frederick Hasluck ήταν ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος. Από τους σκαπανείς της κλασικής αρχαιολογίας βρέθηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα και στη σύντομη ζωή του (πέθανε 42 χρόνων) πρόλαβε να ανοίξει ένα μεγάλο δρόμο. Περιοδεύοντας στην Ελλάδα και στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανακάλυψε πως η μακρόχρονη συνύπαρξη της Ορθοδοξίας και του Ισλάμ είχε οδηγήσει σε απρόσμενες αλληλεπιδράσεις και προσμίξεις στοιχείων της μιας θρησκείας με την άλλη. Και επίσης διαπίστωσε πως αυτή η αλληλεπίδραση ενοχλούσε κατ’ εξοχήν τις επίσημες ορθοδοξίες, χριστιανική και μουσουλμανική.
Το 1914 ο Hasluck επισκέπτεται τον τεκέ στα Ανω Ασπρόγεια: «Ο τεκές φαίνεται να ευημερεί. Δύο τουρμπέδες που περιέχουν τους τάφους, αφ’ ενός των αγίων Τούρμπαλη Σουλτάν, Τζαφέρ και Μουσταφά και αφ’ ετέρου διάφορων σεβάσμιων σεΐχηδων, βρίσκονται μπροστά από τη μεγάλη πύλη του τεκέ. Οι τουρμπέδες αυτοί παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον και χρονολογούνται τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα. Το 1888 ζούσαν εκεί 55 δερβίσηδες». Αναζητώντας το πώς επιβλήθηκαν στο οθωμανικό μωσαϊκό οι νεότερες θρησκείες στις παλαιότερες, ο Hasluck θα μελετήσει τον μπεκτασισμό και θα εντυπωσιαστεί: «Από όσα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, σε όσες περιπτώσεις ο μπεκτασισμός έχει κερδίσει έδαφος σε βάρος του χριστιανισμού, η μετάβαση αυτή έχει ολοκληρωθεί χωρίς βία ή με διαδικασίες ανάλογες προς τις γνωστές στον αρχαίο κόσμο ως “υποδοχή” του νέου θεού από τον παλιό ή απλώς με την ταύτιση των δύο προσωπικοτήτων».
Ο Βρετανός περιηγητής θα ανακαλύψει έκπληκτος πως σε πολλούς μπεκτασίδικους τεκέδες στις μεγάλες γιορτές συμμετείχαν (και) χριστιανοί και το αντίστροφο. Πολλοί χριστιανοί επίσης επισκέπτονταν τον τεκέ στα Ασπρόγεια για δύο λόγους: Οι μεγάλες εκτάσεις (περίπου 35.000 στρέμματα) που ανήκαν στους μπεκτασήδες ενοικιάζονταν σε χριστιανούς ακτήμονες. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την παρατήρηση του Hasluck: Φαίνεται πως πριν μετατραπεί σε τεκέ ήταν εκκλησία αφιερωμένη στον Αγιο Γεώργιο (ο οποίος απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης και ανάμεσα στους μουσουλμάνους).
Η αξία του τεκέ είναι λοιπόν διπλή: Και ως σημείο αυτής της μοναδικής συνάντησης δύο θρησκειών, αλλά και διότι τα ίχνη του χαράχτηκαν έξι αιώνες πριν και -έκτοτε- ξαναχαράζονται ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες.
Οι μπεκτασήδες χαρακτηρίζονται από την ανεκτικότητά τους και την έλλειψη δογματισμού απέναντι στις άλλες θρησκείες. Είναι πιο κοντά στον χριστιανισμό με πολλά κοινά σημεία, πρακτικής και δόγματος. Ετσι, ο μπεκτασισμός αποτελούσε τη θρησκεία των γενιτσάρων, με στόχο τον ευκολότερο προσεταιρισμό των χριστιανών των Βαλκανίων και της Μ. Ανατολής.
Η πολιτική, σημειώνει ο Γ. Μαυρομμάτης, όπως σε όλες τις θρησκείες έπαιξε κι εδώ τον ρόλο της. Ηδη πριν από την Ελληνική Επανάσταση οι μπεκτασήδες θεωρούνταν από την πλειονότητα των μουσουλμάνων (είτε από σουνίτες είτε από σιίτες) ως άθεοι!
Η αυτονόμηση μεγάλων περιοχών εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετέφερε το κέντρο του βαλκανικού μπεκτασισμού στην Αλβανία. Οι ανώτεροι ιερείς ήταν συνήθως Αλβανοί. Αυτοί διόριζαν τους «μπάμπα» στους τεκέδες. Ο πατέρας του Αλβανού ήρωα Σκεντέρμπεη, αλλά και ο ίδιος ο Γκεόργκ Καστριότ άλλαξαν δύο φορές τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ενώ ο ήρωας φαίνεται να προσηλυτίστηκε στον μπεκτασισμό κατά τη διάρκεια της θητείας του στους γενίτσαρους. Αυτός όμως που έδωσε μεγάλη ώθηση στον μπεκτασισμό στη σημερινή ελληνική επικράτεια ήταν ο μουσουλμάνος Βοναπάρτης, ο Αλή Πασάς. Ακόμη και σήμερα είναι διάχυτη στην Ηπειρο και στη Θεσσαλία η αντίληψη πως οι περισσότεροι τεκέδες ιδρύθηκαν από την Αλή για καθαρά πολιτικούς λόγους. Ηταν μια θρησκεία ανεκτική που διευκόλυνε τη συμβίωση των υπηκόων του φιλόδοξου πασά. Ο ίδιος φρόντισε να τους προικίσει με μεγάλες εκτάσεις και εισοδήματα.
Και το περιουσιακό
Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης (νομικός, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) έχει μελετήσει τη νομική ιστορία του τεκέ στα Φάρσαλα: «Με την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία, αλλά και με την επιβολή του κομμουνισμού στην Αλβανία και του αντι-κομμουνισμού στην Ελλάδα οι μπεκτασικές κοινότητες της Θεσσαλίας και της Θεσσαλονίκης αναγνώρισαν ως ανώτατο αρχηγό τους τον Αχμετ Σιρί Ντεντέ, τον αρχιμπάμπα του Καΐρου. Τότε συνεστήθη ένα πενταμελές συμβούλιο για τη διαχείριση της περιουσίας των τεκέδων».
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, το ελληνικό κράτος λόγω της «εμπόλεμης κατάστασης» με την Αλβανία δέσμευσε την περιουσία του τεκέ στα Φάρσαλα υπό μεσεγγύηση. Παρά τις αντιδράσεις του ηγούμενου Σαΐτ Μπάμπα και παρά τη δικαίωσή του, το 1960, 13.000 στρέμματα, το φιλέτο της περιουσίας, απαλλοτριώθηκαν και μοιράστηκαν σε ακτήμονες. Με τον θάνατο του Σαΐτ Μπάμπα, το 1973, ο τεκές βούλιαξε στη λήθη, αν και το 1980 χαρακτηρίστηκε ως μνημείο και σύμφωνα με τον Κ. Τσιτσελίκη θα έπρεπε τα έσοδα από την εναπομένουσα (βακουφική) περιουσία να δοθούν για την αναστήλωσή του. Οπως μαρτυρούν σημερινοί περιηγητές και μελετητές, ούτε αυτό συνέβη μια και η αναστήλωσή του χαρακτηρίστηκε ανεπισήμως ως «ευαίσθητο ζήτημα». Το θέμα έφθασε μέχρι τη Βουλή από τον Φώτη Κουβέλη, για να απαντήσει ο (τότε) αρμόδιος υπουργός Π. Τατούλης πως «ανήκει στην αλβανική κυβέρνηση, αλλά βρίσκεται σε καθεστώς απαλλοτρίωσης» από το ελληνικό κράτος. Παρά τη μεγάλη αρχαιολογική του αξία «το σύνθετο νομικό καθεστώς εμποδίζει να γίνουν όποια έργα αποκατάστασης».
Εχει γίνει μεγάλη κουβέντα στη χώρα μας, πρόσφατα, για τον ρόλο των βιβλίων ΙΙστορίας και της Μνήμης που πρέπει ή όχι να μεταφέρεται στις νεότερες γενιές. Προφανώς, το ποια είναι τελικά αυτή η «Μνήμη» έχει άπαξ οριστεί…
Ιnfo
- Margaret Hasluck «Ο άγραφος νόμος στην Αλβανία», Γιάννενα 2003, εκδ. Ισνάφι
- Frederick Hasluck «Χριστιανισμός και Ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων» (δύο τόμοι), Αθήνα 2003, εκδ. Εκάτη
- Ευστράτιου Ζεγκίνη (επιμ.) «Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία», Γιάννενα 2005, εκδ. Ισνάφι
- Τζέιμς Πέτιφερ, Μιράντα Βίκερς «Αλβανία, από την αναρχία σε μία βαλκανική ταυότητα», Αθήνα 1999, εκδ. Καστανιώτης
- Φωτεινής Τσιμπιρίδου (επιμ.) «Οριενταλισμός στα όρια», Αθήνα 2008, εκδ. Κριτική
- Παναγιώτη Τσιακουμή «Ο τεκκές των μπεκτασίδων στο Ιρένι Φαρσάλων», Λάρισα 2000, εκδ. Ελλα

Hμερομηνία : 28-09-2008   
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Tuesday, May 10, 2011

A Revolution Begins With Words: Capitalism: The Machinist Magician

A Revolution Begins With Words: Capitalism: The Machinist Magician: "Capitalism has created a dominating force of accumulating capital at any measure. Profit drives people from across all parts of the globe, a..."