Powered By Blogger

Monday, March 04, 2019

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΦΟΒΙΚΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ





ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
g_doudos@yahoo.com
Ο Δήμος της Ηρωϊκής Πόλης Νάουσας είναι παρών στο διαδίκτυο με τον δικό του ιστοχώρο, www.naoussa.gr. Χωρίς περιττούς ενθουσιασμούς θα μπορούσα να πω, ότι η διαδικτυακή παρουσίαση της Νάουσας είναι μάλλον συμπαθητική.

Όπως είναι αναμενόμενο, στον παραπάνω ιστοχώρο της μακεδονικής Νάουσας, γίνεται παρουσίαση της πόλης και της ιστορίας της. Μπορεί ο επισκέπτης να πληκτρολογήσει την ένδειξη «παλαιότερη ιστορία της πόλης» και αμέσως πιο κάτω την ένδειξη «επανίδρυση».

Και να τί πληροφορείται ο φιλομαθής επισκέπτης, κατά κάποιον τρόπο επίσημα, σχετικά με το παρελθόν της Νάουσας, από τον ίδιο τον Δήμο της πόλης.

Παλαιότερη ιστορία της πόλης’: Στην ενότητα αυτών των πληροφοριών γίνεται αναφορά στις αρχαιότητες που ανέδειξε η αρχαιολογική έρευνα και συνδέονται με την Μίεζα, που μάλλον αυθαίρετα θεωρείται προδρομικός οικισμός της Νάουσας. Ο αναγνώστης, χωρίς καν να είναι ιστοριοδίφης θα καταπλαγεί, γιατί δεν πρόκειται να βρει καμιά απολύτως αναφορά ως προς την πόλη της Νάουσας. Απεναντίας, γίνεται λόγος για μια πολίχνη της ελληνιστικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας με το όνομα Μίεζα. Υπό το καθεστώς τηςΝέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, πιο γνωστό ως ‘Πρόγραμμα Καλλικράτης’’, οι περιοχές των καταργημένων Κοινοτήτων Κοπανού και Λευκαδίων, όπου βρίσκονται αρχαιότητες, κυρίως ενδιαφέροντες μακεδονικοί τάφοι, που συνδέονται με την Μίεζα, ανήκουν στα όρια του διευρυμένου Δήμου Νάουσας. Οπότε θα ήταν πιο ακριβές και αξιόπιστο η επικεφαλίδα της παραπάνω ενότητας να είναι: ‘Παλαιότερη ιστορία της γύρω περιοχής της πόλης’.
Πληκτρολογώντας «επανίδρυση», ο φιλόμουσος αναγνώστης ενημερώνεται για τη ‘νεότερη ιστορία της Νάουσας, μετά την επανίδρυσή της’ και μαθαίνει τα εξής χαριτωμένα: «Αντίθετα με τις γειτονικές Βέροια και Έδεσσα, που έχουν συνεχή παρουσία στο χώρο, στην περιοχή της σημερινής Νάουσας παρατηρείται ένα σημαντικό χρονικό κενό στην κατοίκιση του χώρου με οργανωμένη μορφή οικισμού. Η αποσύνθεση των αρχαιότερων οικιστικών μορφωμάτων πρέπει ν' αναζητηθεί σε αρκετά προγενέστερες εποχές, με αρχή την όψιμη ρωμαιοκρατία και τους σκοτεινούς χρόνους που ακολούθησαν. Η τοπική παράδοση και άλλες έμμεσες ιστορικές μαρτυρίες τοποθετούν τον ανασυνοικισμό της σημερινής Νάουσας λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Βέροιας από τους Τούρκους (1385-86). Αυτό έγινε στα πλαίσια μιας επιχείρησης επανεγκατάστασης των κατοίκων, που φοβισμένοι από τις παλιότερες, αλλά και από τις πιο πρόσφατες επιδρομές, είχαν βρει καταφύγιο σε δάση και σε ορεινά απρόσιτα σημεία στο όρος Βέρμιο, όπου αναγκάστηκαν να παραμείνουν για πολύ καιρό σε δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Ο τοπικός ιστορικός Ε. Στουγιαννάκης διασώζει μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τον ανασυνοικισμό αυτό, με σαφείς αναφορές στο μύθο της Διδούς και του κομμένου σε λεπτές λωρίδες δέρατος βοδιού που περιέβαλε και καθόρισε τα σύνορα της πόλης».
Στην τοποθεσία που αναπτύχθηκε η πόλη Νάουσα δεν βρέθηκαν, έστω και ελάχιστα σπαράγματα, που να μαρτυρούν πως στην ίδια ακριβώς τοποθεσία υπήρξε κάποτε στο παρελθόν, μια πολίχνη ή έστω ένα χωριό, που η ύπαρξή του να ανατρέχει, είτε στους ελληνιστικούς, είτε στους ρωμαϊκούς χρόνους. Επομένως, το να μιλούμε για επανίδρυση της Νάουσας και για «ανασυνοικισμό» της, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, είναι πως πρόκειται για βιασμό ιστορικών δεδομένων.
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με το πρωτόκολλο των τότε μεγάλων δυνάμεων στο Λονδίνο (1830), υπό την αναμφίβολη επιρροή των φιλελλήνων ρομαντικών, άρχισε να οικοδομείται συγχρόνως και ο ελληνικός μύθος. Δηλαδή συγκροτήθηκε μια ελληνική εθνική ιδεολογία, που θεωρούσε το σύνολο των Ελλήνων υπηκόων του νεοσύστατου κράτους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων!
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οθωμανική περίοδος του ελλαδικού χώρου, κατά την οποία αναπτύχθηκε η στ’ αλήθεια θαυμαστή κοινοτική ζωή των Ρωμιών, απογυμνώθηκαν κάθε τιμής και απωθήθηκαν στα ακραία περιθώρια του νεοσύστατου εθνικού κράτους των Νέων Ελλήνων.
Στην ιστοσελίδα του Δήμου Νάουσας, ακολουθείται η «εθνική γραμμή» του φιλελληνικού ρομαντισμού. Αγνοείται σκόπιμα το γενέθλιο συμβάν της πόλης της Νάουσας, προκειμένου να τραφεί η εθνικιστική φαντασίωση. Αναιρείται με τρόπο, λίγο αστείο, η ενδιαφέρουσα αλήθεια, ότι η Νάουσα, ή Νιάουστα ή Αγουστός, όπως την αποκαλούσαν οι Οθωμανοί ή Νέγκους, όπως την αποκαλούσαν οι Σλάβοι, υπήρξε μια πόλη που έχτισαν οι Οθωμανοί για να κατοικηθεί αποκλειστικά από Χριστιανούς, όπως και έγινε τουλάχιστον ως το 1822.
Αυτό που αποκρύπτει και αρνείται να προβάλλει για την πόλη, ο ανώνυμος συντάκτης των ‘ανιστορικών’ πληροφοριών του επίσημου ιστοτόπου του Δήμου Νάουσας, ενδεικτικά είναι τα εξής στοιχεία.
Η Νάουσα μολονότι δεν ανάγει την ύπαρξή της στην μακεδονική αρχαιότητα, όπως συμβαίνει με άλλες γειτονικές πόλεις της περιοχής, εντούτοις διαθέτει ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και γοητευτικά στοιχεία, που κινούνται υπέροχα μεταξύ ιστορίας και μύθου και παραπέμπουν στην ίδρυσή της.
Υπάρχουν θρύλοι που αποδίδουν την ίδρυση της πόλης στον Οθωμανό στρατηγό Γαζή Εβρενός Μπέη και την τοποθετούν χρονικά στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα (Ευστάθιος Στουγιαννάκης, Ιστορία της πόλεως Ναούσης Έδεσσα 1924, σσ. 37-44). Μάλλον όμως φαίνεται πιο σωστό, η Νάουσα να ιδρύθηκε από τον Αχμέτ Εβρενόσογλου, εγγονό του Γαζή Εβρενός, τον 15ο αιώνα, ο οποίος είχε αναθέσει στον παιδαγωγό του, Σεΐχη Αμπντουλλάχ αλ Ιλαχί, να εποπτεύει την οικοδόμηση της νέας πόλης (Michael Kiel, Yenice Vardar (Vardar YenicesiGiannitsa) Byzantina Neerlandica 3, 1972, 300-39). Εξ αρχής, η Νάουσα είχε χτισθεί από τους Οθωμανούς για να οικισθεί αποκλειστικά από Χριστιανούς και προικίσθηκε με ποικίλα προνόμια, διαθέτοντας αυτονομία διοικητική και φορολογικές ατέλειες (Ε. Στουγιαννάκης, ό.π., σσ. 51-54).
Ως τον 18ο αιώνα δεν υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες για την πόλη της Νάουσας. Το 1705, σημειώνεται ανταρσία των κατοίκων της πόλης, που αντέδρασαν στη στρατολόγηση νέων για την στελέχωση του σώματος των Γενιτσάρων (ντεβσιρμέ). Μάλιστα σκότωσαν τους Οθωμανούς στρατιωτικούς, που ήταν εντεταλμένοι με την στρατολόγηση. Η ανταρσία εξελίχθηκε σε στάση κατά της οθωμανικής εξουσίας, όταν περίπου εκατό άνδρες, με επικεφαλής τον Ζήσο Καραδήμο και τους δυο γιους του σχημάτισαν ένοπλη συμμορία, η οποία διατρέχοντας βουνά και πεδιάδες των περιοχών Βέροιας και Νάουσας, λήστευαν και σκότωναν τους ανυπεράσπιστους Μουσουλμάνους των χωριών. Τελικά η ανταρσία αυτή καταλύθηκε από τον στρατό και όσοι από τους στασιαστές είχαν συλληφθεί εκτελέστηκαν. Η στάση των Ναουσαίων κατά της στρατολόγησης νέων και τα αιματηρά περιστατικά που επακολούθησαν, μάλλον οδήγησαν τις οθωμανικές αρχές να μην προβούν πλέον σε στρατολόγηση νέων από τη Νάουσα, όπως μπορεί να συναχθεί από την έλλειψη σχετικών διαταγών, είτε του Σουλτάνου, είτε του Μπεηλέρμπεη της Ρούμελης, στο αρχείο του Ιεροδικείου της Βέροιας. Πάντως τα παραπάνω γεγονότα της Νάουσας αποτέλεσαν τον επίλογο του θεσμού του ντεβσιρμέ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Εκδοτική Αθηνών τ. Ι, Αθήνα 1974 σ. 65, Ι. Κ. Βασδραβέλλης επιμ., Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας Β΄, Αρχείον Βεροίας-Ναούσης (1598-1886), Θεσσαλονίκη 1954, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών). Η Νάουσα της οθωμανικής περιόδου μολονότι μικρή πόλη σε πληθυσμό, λόγω της θέσης και των προνομίων της, ανέπτυξε τον κοινωνικό ιστό της ως αστικό κέντρο. Εκτός από τη γεωργία, οι κάτοικοί της ασχολήθηκαν με επιτυχία με προδρομικές μορφές βιομηχανικής παραγωγής αγαθών και με το εμπόριο. Κατά την επανάσταση του Βερμίου το 1822, η Νάουσα αναδείχθηκε επίκεντρό της. Ο ιστορικός της Επανάστασης του 1821 και πρώτος πρωθυπουργός της αυτόνομης Ελλάδος Σπυρίδων Τρικούπης γράφει τα ακόλουθα σχετικά: «Η πόλις της Ναούσης διά το πλήθος των κατοίκων της Χριστιανών, Ελλήνων και Βουλγάρων, διά τους πόρους της και διά το περιτείχισμά της, εφάνη προσφυές ορμητήριον των κατ’ εκείνα τα μέρη επαναστατικών κινημάτων….» (Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος τ., Λονδίνο 1860). Στο σημείο τούτο είναι αναγκαία μια διευκρίνιση. Ως Βούλγαροι χαρακτηρίζονταν εκείνη την εποχή αλλά και αργότερα, όλοι οι γηγενείς κάτοικοι της Μακεδονίας, που είχαν ως μητρική γλώσσα τα σλαβικά μακεδονικά. Στη Νάουσα είχαν εγκατασταθεί από τα γύρω χωριά, κυρίως του Βερμίου, πολλές οικογένειες σλαβικής γλωσσικής ταυτότητας και σ’ αυτούς αναφέρεται προφανώς ο Τρικούπης, μιλώντας για Βουλγάρους της πόλης.
Ο ιστορικός της πόλεως Ε. Στουγιαννάκης, αναφέρει τον Θεοφάνη τον Νέο, πολιούχο της Νάουσας και τον Σεχ Λεαή ως οσίους και πατέρες της πόλης (Ε. Στουγιαννάκης, ό.π. σ. 31). Ο Σεχ Λεαή είναι εκδοχή από παραφθορά του ονόματος του Σεΐχη Αμπντουλλάχ αλ Ιλαχί, που αναφέραμε πιο πάνω και υπήρξε από τους πιο σημαντικούς Σούφι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την εποχή του. Είχε σχετισθεί με τον κοινωνικό επαναστάτη Σεΐχη Μπεντρετίν Σιμάβναλη, που οι Οθωμανοί κρέμασαν δημόσια στην πόλη των Σερρών και τον είχε υπερασπισθεί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά απ’ αυτήν την πρωτοβουλία, η παραμονή του στην πρωτεύουσα ήταν επισφαλής και ο Γαζή Εβρενός Μπέη, που τον σεβόταν ιδιαίτερα, του πρόσφερε θέση παιδαγωγού των παιδιών της οικογένειάς του. Έτσι βρέθηκε στην κεντρική Μακεδονία. Η μνήμη του αγίου Θεοφάνη διατηρείται ζωντανή, ενώ η μνήμη του Σεΐχη Αμπντουλλάχ αλ Ιλαχί ωθείται στα υπόγεια της ιστορικής λήθης….

(2013-2019)