Powered By Blogger

Wednesday, December 23, 2015

Το Μυστήριον της Σαρκώσεως…







Η Γέννηση του Ιησού Χριστού, που χαρμόσυνα προσκαλούμαστε από την Αγία Εκκλησία να γιορτάσουμε αυτές τις  μέρες, είναι μια αφορμή να συλλογιστούμε  το μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας  του Χριστού χάριν του σύμπαντος κόσμου.
Πρόκειται για γεγονός αείποτε παρόν στο αιώνιο τώρα, απερινόητο με τα μέτρα της λογικής μας και για τούτο μυστήριο, που μονάχα διά της πίστεως μπορούμε να εγγίσουμε.

«…ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας». Αυτή είναι η μαρτυρία του ευαγγελιστή Ιωάννη για την συντέλεση του μυστηρίου της Σαρκώσεως  (Ιω. 1:14). Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του αποστόλου Παύλου για το ιερό συμβάν, καθώς προβάλλει την υπέρλογη κένωση του Υιού:  «ἑαυτὸν ἐκένωσεν, μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. 2:7). Η κένωση του Υιού και Λόγου είναι συγχρόνως εκδήλωση του Μυστηρίου της Σαρκώσεως και φανέρωση της υπέρτατης Αγάπης του Θεού για τον Κόσμο…

Το Μυστήριο της Σαρκώσεως, κατ’ αρχάς συντελείται με την Γέννηση του Ιησού από την Παναγία Παρθένο στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, επί Καίσαρος Αυγούστου, και στη συνέχεια ολοκληρώνεται η φανέρωση της ένσαρκης Οικονομίας, κατά φρικτό με την τέλεση της αναίμακτης θυσίας της Θείας Ευχαριστίας. Κατά την Θεία Ευχαριστία, ο σαρκώσας την πέραν κάθε ορίου Αγάπη Χριστός, είναι ο επί του αγίου θυσιαστηρίου «μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων» (Ευχή  Θείας Λειτουργίας αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

Οι Μετέχοντες και οι Μετέχουσες στο Μυστήριο της Σαρκώσεως του Χριστού, μεταλαμβάνοντας το Σώμα και το Αίμα Του γίνονται σύσσωμοί Του και συμμέτοχοι της θεότητάς Του, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος[1], αληθεύοντας τον λόγο του αποστόλου Παύλου « ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Εφεσίους 5:30).

Αυτήν την πληρότητα της μετοχής μας στο Μυστήριο της Σαρκώσεως διά της μεταλήψεως της Θείας Κοινωνίας, την περιγράφει έμπλεος Πνεύματος Αγίου ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος σε έναν από τους περίφημους Ύμνους του:

«Πάντως οὖν οὓτως ἒγνωκας καί δάκτυλόν μου Χριστόν
καί βάλανον -οὐκ ἒφριξας, ἢ σύ καί ἐπῃσχύνθης;
Ἀλλά Θεός σοι ὃμοιος οὐκ ᾐσχύνθη γενέσθαι,
σύ δέ ἐκείνῳ ὃμοιος αἰσχύνῃ γεγονέναι;
Οὐχί ἐκείνῳ ὃμοιος αἰσχύνομαι γενέσθαι,
ἀλλά ἐκεῖνον ὃμοιον τοῦ ἀσχήμονος μέλους
ρηθέντα βλασφημίαν σε εἰπεῖν ὑπενοήθην». (Ύμν. 15, 160-166).

Στην απέραντη και αχώρητη στο νου μας Αγάπη, που σαρκώθηκε στο Πρόσωπο του Ιησού, κανένας και καμιά δεν είναι περιττός. Δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο για τα άχρηστα. Όταν μέλη του σώματός μας, που η συμβατική και συνήθως υποκριτική ηθική της κοινωνίας μας θεωρεί μιαρά και απόκρυφα, αγιάζονται και μετέχουν στο θαύμα της μεταμορφωτικής συσσωμάτωσής μας στο σώμα του Χριστού. Δεν εξαιρείται αυτής της μετοχής, ούτε το δάχτυλό μας, ούτε το πέος μας, κατά τον άγιο Συμεών!



Παραμονές Χριστουγέννων 2015

             



[1] Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Βίβλος των Ηθικών, Λόγος Α΄. Κεφάλαιο γ΄ «Περί της του Λόγου Σαρκώσεως και κατά τίνα τρόπον δι’ υμάς εσαρκώθη»

Monday, December 21, 2015

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΟΥΦΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΟΥΦΤΗΔΕΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
ΝΟΜΙΚΟΣ

Η ελληνική πολιτεία ανέλαβε μια επιβεβλημένη νομοθετική πρωτοβουλία το 2014 και κατάρτισε το νόμο 4301/2014 «Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα κ.λπ.» (ΦΕΚ Α' 223/07-10-2014). Στο άρθρο 16 του νόμου αυτού υπάρχει η εξής πρόβλεψη: «Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται: ... (γ) για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση θρησκευτικών κοινοτήτων μουσουλμάνων στις εδαφικές περιφέρειες των μουφτειών». Αυτή ακριβώς η αναφορά, που εξαιρεί τις θρησκευτικές κοινότητες των Μουσουλμάνων από τις ρυθμίσεις του παραπάνω νόμου υπήρξε η αφορμή για να γράψω όσα ακολουθούν. Μια εξέταση ως προς το κατά πόσο, η ισχύουσα νομοθεσία για τις Μουφτείες του ελληνικού κράτους, είναι εναρμοσνισμένη προς την αρχή της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων, που καθιερώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και ενισχύεται με τη νομοθεσία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Μουφτείες που λειτουργούν στη Θράκη, αποτελούν κατά το νόμο, τύπο οργάνωσης θρησκευτικών κοινοτήτων Μουσουλμάνων ελληνικής ιθαγένειας, που εξαίρεθηκαν από το μέτρο της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας[1].
Η από 24.12.1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών», που κυρώθηκε με το νόμο 1920/1991, στο άρθρο 1 παρ. 2 και 7, προβλέπει ότι ο Μουφτής διρίζεται με έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος και υπόκειται στις ρυθμίσεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 της παραπάνω Πράξης ορίζεται ότι οι Μουφτήδες και οι Τοποτηρητές Μουφτείας είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Τέλος, στο άρθρο 7 προβλέπεται ότι «οι Μουφτείες θεωρούνται δημόσιες υπηρεσίες».
Η παραπάνω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, σε μεγάλο μέρος επανέλαβε διαυτάξεις του νόμου 2345/1920 «περί προσωρινού αρχιμουφτή και μουφτήδων των εν τω Κράτει Μουσουλμάνων και περί διαχειρίσεως των περιουσιών των Μουσουλμανικών Κοινοτήτων», αφήνοντας το 1990 πέρα ως πέρα άθικτες ρυθμίσεις που είχαν θεωρηθεί κατάλληλες το 1920.

Η Ελλάδα, με το νομοθετικό διάτάγμα 53/1974 κύρωσε την Σύμβαση της Ρώμης (1950) «διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», γνωστής και ως Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και εισήγαγε το δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, εντός της ελληνικής έννομης τάξης, ως εσωτερικό δίκαιο, αυξημένου μάλιστα κύρους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος[2]
Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2000/C 364/01), καθιστώντας ουσιαστικά το δίκαιο της ΕΣΔΑ κοινοτικό δίκαιο.
Το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι: «Παράγραφος 1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν... θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεως, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. Παράγραφος 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».
Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρει τα ακόλουθα: «Κάθε πρόσωπο έχει  δικαίωμα στην ελευθερία ... της θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ... και την ελευθερία εκδήλωσης του θρησκεύματος... ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή κατ’  ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές».
Το άρθρο 13 του Συντάγματος[3] εμφανίζεται πλήρως εναρμονισμένο με  την κοινή ευρωπαϊκή έννομη τάξη προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που εδράζεται στην ΕΣΔΑ και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου αφότου έχει εισαχθεί στην ελληνική έννομη τάξη έχει επιφέρει τροποποιήσεις ως προς την ρύθμιση θεμάτων, που αναφέρονται στην θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, διευρύνοντας θετικά το ρυθμιστικό πλαίσιο πέραν και επιπλέον της Συνθήκης της Λωζάνης.

Σύμφωνα με σαφέστατη και αδιαμφισβήτητη πρόβλεψη του άρθρου 19 της ΕΣΔΑ,  «για να διασφαλισθεί ο σεβασμός των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα συμβαλλόμενα κράτη, από την Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και τα Πρωτόκολλα αυτής, έχει συσταθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Με άλλα λόγια, σκοπός του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι η εφαρμογή των κανόνων της ΕΣΔΑ, κάτι που γίνεται γενικά αποδεκτό, όχι μόνον από τους Νομικούς επιστήμονες, οποιαδήποτε επαγγελματική ιδιότητα και αν φέρουν, αλλά και από τους πολίτες της Ευρώπης. Η εμπιστοσύνη που δείχνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες για το Δικαστήριο είναι πρωτοφανής και απόλυτα θετική.   

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και η συναφής θεωρία, δέχονται ότι η ΕΣΔΑ, με το άρθρο 9, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 11 αυτής, καθιερώνει την θεσμική αυτονομία των θρησκευτικών οργανισμών έναντι του κράτους. Μάλιστα ενισχύεται η θέση αυτή και από την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ειδικά ως προς την Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης, είχε προβλεφθεί καθεστώς θεσμικής αυτονομίας, προβλεπόμενο ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 45 της Συνθήκης της Λωζάνης. Υπό το καθεστώς του ευρωπαϊκού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και με την ερμηνευτική αυθεντία και τις εγγυήσεις που παρέχει το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η θεσμική αυτονομία των θρησκευτικών οργανισμών έναντι του ελέγχου και των παρεμβάσεων του κράτους, αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο και κυρίως αδιαμφισβήτητη και αποτελεσματική κατοχύρωση, συνθήκες που ήταν απρόβλεπτες κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923.

Η αναγνώριση και η προστασία της θεσμικής αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων στο σύστημα του ευρωπαϊκού δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά και του άρθρου 13 του Συντάγματος της Ελλάδος, περιέχει, πέραν του αυτονόητου δικαιώματος μιας θρησκευτικής κοινότητας να προσδιορίζει η ίδια, χωρίς καμιά εξωτερική παρέμβαση το περιεχόμενο της πίστης της, που αποκαλείται forum internum, αλλά επεκτείνεται και στο δικαίωμα έκφρασης ή μαρτυρίας των πεποιθήσεών της μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της, χωρίς την παρέμβαση του κράτους, δικαίωμα που εκφράζει το αποκαλούμενο forum externum, υπό τον όρο, ότι η εν γένει δραστηριότητα της θρησκευτικής κοινότητας δεν θα προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη (άρθρο 9 παρ. 2 ΕΣΔΑ και άρθρο 13 παρ. 2 Συντάγματος).
Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Μητροπολιτική Εκκλησία της Βεσσαραβίας κατά Μολδαβίας (αριθ. 45701/99 ECHR Reports 2001-XII, 13 Dec 2001, par. 118), αποφαίνεται ότι το δικαίωμα των πιστών στην ελευθερία της θρησκείας, που περιέχει το δικαίωμα συλλογικής και δημόσιας έκφρασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, παρέχει στους πιστούς το δικαίωμα να οργανώσουν ελεύθερα την θρησκευτική τους κοινότητα, χωρίς αυθαίρετη παρέμβαση του κράτους. Παρόμοια είχε κρίνει και η απόφαση Κλάδος του Στρατού της Σωτηρίας κατά Ρωσίας (αριθ. 72881/01 ECHR Reports 2006-XI, 5 Oct 2006, par. 58).
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, στα πλαίσια εφαρμογής των προϋποθέσεων διασφάλισης της θεσμικής αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων έναντι των παρεμβάσεων του κράτους, ότι η ΕΣΔΑ προστατεύει το δικαίωμα των θρησκευτικών οργανισμών να επιλέγουν την ηγεσία τους, επιβεβαιώνοντας, ότι τα κράτη μπορεί να ασκήσουν επιρροή ως προς τον διορισμό θρησκευτικής ηγεσίας εκ μέρους τους, μόνο αν αυτή η παρέμβαση ανταποκρίνεται σε μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη (Σερίφ κατά Ελλάδος αριθ. 38178/97, Reports 1999-IX, 14 Dec 1999, par. 51-53. Παρόμοια επίσης Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας [GC] αριθ. 30985/96, Reports 2000-XI, 26 Oct 2000, par. 82).
Σχετικά πρόσφατη, επί του θέματος αναγνώρισης και προστασίας της αυτονομίας των θρησκευτικών οργανώσεων,  είναι η απόφαση του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως [GC] του Δικαστηρίου, επί της υπόθεσης Fernández-Martínez κατά Ισπανίας (αριθ. 56030/07), που εκδόθηκε στις 12 Ιουνίου 2014 (http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-145068).

Μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του νομικού πλαισίου, που σε ευρωπαϊκό πεδίο καθιερώνει και κατοχυρώνει συγχρόνως την αυτονομία των θρησκευτικών οργανισμών, γίνεται από τον Mauro Gatti, στην εργασία του με τίτλο Autonomy of Religious Organisations in the European Convention on Human Rights and in the European Union Law (στο Fundamental Rights in Europe and China. Regional Identities and Universalism, Editoriale Scientifica, 2013: 132-133. Εκδότες L. S. Rossi και G. Di Federico).  

Προηγουμένως εκτέθηκε το νομικό καθεστώς που διέπει τις Μουφτείες στην Ελλάδα, ως δομές οργάνωσης της θρησκευτικής κοινότητας των Μουσουλμάνων ελληνικής ιθαγένειας στη Θράκη, αλλά και την θέση του Μουφτή, ως ηγέτη της παραπάνω θρησκευτικής κοινότητας. Οι μεν Μουφτείες, σύμφωνα με πρόβλεψη της ισχύουσας νομοθεσίας «θεωρούνται δημόσιες υπηρεσίες», ενώ οι Μουφτήδες, κατά νομοθετική πρόβλεψη επίσης, διορίζονται από το κράτος και υπόκεινται στις ρυθμίσεις που αφορούν τους δημόσιους υπαλλήλους, αφού χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι.

Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί, η δημόσια υπηρεσία, όπως θεωρείται κατά το νόμο ότι είναι η Μουφτεία, αποτελεί λειτουργική έκφραση της οργάνωσης του κράτους και ασκεί δημόσια εξουσία[4].
Η δημόσια υπηρεσία δεν διαθέτει καμιά απολύτως αυτονομία έναντι της κεντρικής διοίκησης του κράτους. Από την άλλη μεριά, δημόσιος υπάλληλος είναι το φυσικό πρόσωπο, που παρέχει τις υπηρεσίες του στο κράτος, συνδέεται προς αυτό με μία ειδική έννομη σχέση, υπόκειται σε ιεραρχική εξάρτηση και πειθαρχική ευθύνη και διέπεται αποκλειστικά ή εν μέρει από ειδικούς κανόνες του διοικητικού δικαίου, που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους[5]. Με διαφορετική διατύπωση, ο δημόσιος υπάλληλος είναι φυσικό πρόσωπο, που ασκεί δημόσια εξουσία κατ’ επάγγελμα και διαρκώς και είναι όργανο του κράτους.
 
Η θρησκευτική κοινότητα των Μουσουλμάνων στη Θράκη, είναι το μόνο θρήσκευμα στην Ελλάδα, που είναι οργανωμένο ως δημόσια υπηρεσία και ο επικεφαλής της κοινότητας, ο Μουφτής, είναι ο μόνος θρησκευτικός ηγέτης που είναι δημόσιος υπάλληλος.

Είναι αλήθεια ότι η ελληνική έννομη τάξη περιλαμβάνει ρυθμίσεις του ιερού μουσουλμανικού νόμου, που εφαρμόζονται για συγκεκριμένες και περιοριστικά προβλεπόμενες από το νόμο βιοτικές σχέσεις των Ελλήνων Μουσουλμάνων. Ως συνέπεια αυτής της ιδιοτυπίας, ο Μουφτής κατέχει και την ιδιότητα του ιεροδίκη, του εξαιρετικού δικαστικού οργάνου του ελληνικού κράτους, που επιλύει διαφορές και αποφαίνεται για νομικά ζητήματα, που ρυθμίζονται από κανόνες του ιερού μουσουλμανικού νόμου. Η παραπάνω ιδιότητα του Μουφτή, ως Μουσουλμάνου ιεροδίκη, προβάλλεται κατά κανόνα εκ μέρους του κράτους για να δικαιολογηθεί η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα του Μουφτή.

Υπό το καθεστώς του ενιαίου ευρωπαϊκού δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καθιερώνει την αρχή της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων έναντι των παρεμβάσεων του κράτους, προς την οποία είναι σύμφωνο και το άρθρο 13 του Συντάγματος, μια θεησκευτική κοινότητα, όπως η μουσουλμανική, με τύπο οργάνωσης μια sui generis δημόσια υπηρεσία, σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομη. Απεναντίας, αφού η θρησκευτική κοινότητα των Μουσουλμάνων της Θράκης υφίσταται ως δημόσια υπηρεσία είναι ανά πάσα στιγμή και σε κάθε περίπτωση ευάλωτη από τις επεμβάσεις του κράτους εντός του οργανισμού της.
Επίσης, όταν το ευρωπαϊκό δικαιϊκό σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θεωρεί πως στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων της ΕΣΔΑ, αλλά και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αυτόνομες θρησκευτικές κοινότητες  μπορούν να επιλέγουν την ηγεσία τους και ότι τα κράτη μπορεί να ασκήσουν επιρροή ως προς το διορισμό θρησκευτικής ηγεσίας, μόνο αν αυτή η παρέμβαση ανταποκρίνεται σε μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη (βλ. παραπάνω αποφάσεις ΕΔΔΑ: Μητροπολιτική Εκκλησία της Βεσσαραβίας κατά Μολδαβίας αριθ. 45701/99 και  Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας [GC] αριθ. 30985/96). Επομένως συνάγεται, ότι το καθεστώς διορισμού του Μουφτή και μάλιστα ως υπαλλήλου του κράτους, βρίσκεται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με το αυξημένης ισχύος (άρθρο 28 Συντάγματος) ευρωπαϊκό δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν εκτενώς.

Η ιδιότητα του Μουφτή και ως Μουσουλμάνου ιεροδίκη, δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο άλλοθι για να δικαιολογηθεί η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα που του προσδίδει η ελληνική νομοθεσία. Απεναντίας, ένας δημόσιος υπάλληλος, που εξ ορισμού είναι φυσικό πρόσωπο εξαρτημένο ιεραρχικά, δεν διαθέτει τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης για την άσκηση δικαστικού λειτουργήματος. Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα ως προς την κατάσταση του Μουφτή, υπό την διττή ιδιότητά του, ως ηγέτη της μουσουλμανικής κοινότητας και ως ιεροδίκη, αν ο νόμος αναγνώριζε τον Μουφτή, τουλάχιστον ως δημόσιο λειτουργό, τυπικά και ουσιαστικά, και όχι δημόσιο υπάλληλο.
Το δικαιοδοτικό ιδίως έργο του Μουφτή, προσιδιάζει στα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα φυσικό πρόσωπο που ασκεί δημόσιο λειτούργημα. Γιατί ο δημόσιος λειτουργός βρίσκεται σε μια σχέση χαλαρής εξάρτησης από τον κρατικό μηχανισμό, έχει ευχέρεια επιλογών και πρωτοβουλιών, εξαιρείται από την ιεραρχία της διοίκησης και προσφέρει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος από ανώτερες, από τη φύση τους, βαθμίδες της δομής του κράτους[6].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε αβίαστα, μετά από όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, είναι ότι η ισχύουσα νομοθεσία για τις Μουφτείες και τους Μουφτήδες, είναι αντίθετη προς το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Διότι από τη μια μεριά, στερεί τις θρησκευτικές κοινότητες των Μουσουλμάνων της Θράκης από κάθε έννοια αυτονομίας, αφού την οργανωτική δομή τους, που είναι οι Μουφτείες, τις αντιμετωπίζει ως δημόσιες υπηρεσίες. Από την άλλη μεριά, καθιστά τον Μουφτή, ως θρησκευτικό ηγέτη της μουσουλμανικής κοινότητας, κάθε άλλο παρά ανεξάρτητο από το κράτος, αφού τον εντάσσει ως δημόσιο υπάλληλο μέσα στα πλαίσια των ιεραρχικών και απόλυτα ελεγχόμενων δομών της διοίκησης του κράτους. Αυτή η αντιμετώπιση του Μουφτή είναι αντίθετη προς τον ουσιαστικό χαρακτήρα της υπηρεσίας του, τόσο ως θρησκευτικού ηγέτη, όσο και ως ιεροδίκη, που το έργο του αναμφίβολα παραπέμπει σε πρόσωπο που είναι δημόσιος λειτουργός, αλλά όχι δημόσιος υπάλληλος.


©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
20/12/15




[1] Άρθρο 2 περ. β Συμβάσεως περί Ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών της 30/01/1923.
[2] Η Ελλάδα είχε κυρώσει την ΕΣΔΑ με το νόμο 2329/1953 για να καταγγείλει την Σύμβαση τον Φεβρουάριο 1970 το έκνομο καθεστώς των πραξικοπηματιών στρατιωτικών.
[3] Το άρθρο 13 του Συντάγματος περιλαμβάνει  και τις εξής διατάξεις:
«1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται».

[4] Αναστάσιος Ι. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 7η έκδ., εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2003,
Eπαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος, Eγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τ. A', εκδόσεις A. N. Σάκκουλας, Aθήνα 1997/2000.
Πρόδρομος Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, εκδόσεις Α.Ν. Σάκκουλας, Aθήνα-Kομοτηνή 1997.

[5] Η κατάσταση γενικά του δημοσίου υπαλλήλου, ρυθμίζεται σήμερα από τον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το νόμο 3528/ 2007 (ΦΕΚ Α΄ 26).

[6] Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Πρωτοκόλλου αριθ. 3, που είναι συνημμένο στη Σύμβαση  Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας της 1/14.11.1913, γνωστής και ως Συνθήκης των Αθηνών (κυρώθηκε με το νόμο ΔΣΙΓ΄/1913),  κατοχυρώνεται η λειτουργική ανεξαρτησία του Μουφτή, κατά την άσκηση των δικαστικών αρμοδιοτήτων του, ενώ το άρθρο 9, καθιερώνει την προσωπική ανεξαρτησία του Μουφτή, ενόσω ασκεί τα δικαστικά καθήκοντά του, όμοια όπως ισχύει για τους τακτικούς και διοικητικούς δικαστές του κράτους.

Wednesday, December 16, 2015

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΚΑΡΟΥ




Χθες, έμαθα πως μας άφησε ο παπά Δημήτρης ο Βακάρος ειρηνικά. Έχουν γραφεί διάφορα βιογραφικές πληροφορίες για τον μακαρίτη τον Παπά. Θα ήθελα να προσθέσω τη δική μου μαρτυρία, μιας και είχα την ευκαιρία να γνωρίζω καλά τον παπά Δημήτρη και ως πρεσβύτερο Φίλο, αλλά και ως Πνευματικό, στην περίοδο των φοιτητικών χρόνων μου, επί δικτατορίας.

Ως νεαρός ιερέας ο παπά Δημήτρης είχε διορισθεί εφημέριος στις Φοιτητικές Εστίες της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Για πρώτη φορά τότε, δόθηκε η ευκαιρία σε έναν Παπά να διακονήσει Φοιτητές και Φοιτήτριες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η παρουσία του μεταξύ των φοιτητών ήταν μια ευλογία! Οι δραστηριότητες που προσφέρονταν εκείνη την περίοδο στις φοιτήτριες και στους φοιτητές ήταν απόλυτα ελεγχόμενες, όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει. Ο παπά Δημήτρης ως ιερέας, είχε καταφέρει να δημιουργήσει με επίκεντρο την Φοιτητική Εστία Αρρένων, όπου υπήρχε κι ένα χαριτωμένο εκκλησάκι στον τελευταίο όροφο, μια όαση που πρόσφερε νερό στη δίψα και ψωμί στην πείνα, όσων αναζητούσαν κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι πιο φωτεινό για τη ζωή τους. Ήταν ένας Παπάς τολμηρός, λέγοντας αλήθειες, που άλλοι έκρυβαν. Δεν ήταν ηθικολόγος, μολονότι τότε κυριαρχούσε κυριαρχούσε η επιρροή της Αδελφότητας Θεολόγων "Η Ζωή" με τον ευσεβισμό της, ακόμα και στα πολιτικά πράγματα. Αλλά και άλλες όμοιες αδελφότητες, όπως "ο Σωτήρ" ή εκείνες που καθοδηγούνταν από τον τότε αρχιμανδρίτη Αυγουστίνο Καντιώτη και τον Στέργιο Σάκκο, κυριαρχούσαν στην θρησκευτική ζωή, τόσο της Θεσσαλονίκης, όσο και άλλων πόλεων της χώρας. Ο παπά Δημήτρης ο Βακάρος κάθε άλλο παρά εγκλωβισμένος ήταν στα γρανάζια των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων. Είχε έναν τρόπο να κοινωνεί με τη νεότητα και πολλοί νέοι και νέες είχαν εμπιστευτεί για πρώτη φορά την ψυχή τους στο πετραχήλι ενός Πνευματικού, κι αυτός ήταν ο παπά Δημήτρης.

Ως ιερέας υπήρξε πνευματικό παιδί και χειροτονία του οσιακής μνήμης Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Παπαγεωργίου, του κανονικού Επισκόπου της πόλεως. Όταν κατέλαβε τον θρόνο της Θεσσαλονίκης ο μοιχεπιβάτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, μέλος της Αδελφότητας Θεολόγων "η Ζωή" και εκλεκτός των Συνταγματαρχών της έκνομης καταστάσεως, φρόντισε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαναγκάσει μια σειρά εκλεκτών κληρικών, που ήταν χειροτονίες του κανονικού Μητροπολίτη Παντελεήμονος Α΄, να απομακρυνθούν από τις ενορίες τους και να εγκαταλείψουν το ποιμαντικό έργο τους, που επί χρόνια διακονούσαν. Απώτατος σκοπός του Λεωνίδα ήταν να φύγουν από την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ή τουλάχιστον να παύσουν να ασκούν την οποιαδήποτε επιρροή. Τότε απομακρύνθηκαν ο Διάκονος πατέρας Νικόλαος Τζώρτζης, οι αρχιμανδρίτες μακαρίτης Χρυσόστομος Κακουλίδης, αργότερα Μητροπολίτης Εδέσσης και Αλέξανδρος Καλπακίδης, τώρα εφησυχάζων Μητροπολίτης Σταυροπηγίου και άλλοι κληρικοί. Ο Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Πλευράκης απομακρύνθηκε από την Αχειροποποίητο, όπου είχε διακονήσει ευδόκιμα επί χρόνια και τοποθετήθηκε στους Αγίους Αναργύρους της
Άνω Πόλης, ενώ  ο π. Δημήτριος Βακάρος απομακρύνθηκε από την Ενορία της Παναγούδας (Παναγία η Γοργοεπήκοος), όπου είχε χειροτονηθεί διάκονος και πρεσβύτερος το 1969 και μετατέθηκε στη Σίνδο, που τότε ανήκε στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ο επόμενος σταθμός του μετά την Σίνδο ήταν οι Η.Π.Α..

Η διακονία του μακαρίτη παπά Δημήτρη ως πρώτου πνευματικού παραστάτη των Φοιτητών και των Φοιτητριών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπήρξε κατά τη γνώμη μου, ίσως η πιο γόνιμη από ποιμαντικής πλευράς, περίοδος της ιερατικής ανάλωσης του Παπά. Επειδή τούτο το στοιχείο του βίου του έχει παραλειφθεί από τις αναφορές στη ζωή του εκλιπόντα, σκέφθηκα να καταθέσω τη μαρτυρία μου, εις μνημόσυνον Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου του Βακάρου.

Θα ενθυμούμαι πάντοτε τον τον παπά Δημήτρη. Κρατώ άλλωστε στα χέρια μου ένα «Συνέκδημο Ορθοδόξου Χριστιανού», των εκδοτικών καταστημάτων της Ατλαντίδος της Νέας Υόρκης, που μου είχε στείλει ως δώρο ο Παπάς, ενόσω ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την περίοδο της γόνιμης εξορίας του.

Μαζί με τον Επιχώριο Επίσκοπο και τους Συμπρεσβυτέρους του, που αύριο, 17 Δεκεμβρίου, θα τελέσουν την εξόδιο ακολουθία του εκλιπόντα Παπά, αξίζει ψιθυριστά να συνοδεύσουμε την ευχή τους κι εμείς, που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε, σε καιρούς δίσεκτους, πείνας και δίψας: «...σε ἱκετεύομεν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν· τὸν δοῦλόν σου Δημήτριον ἱερέα, ἀδελφὸν καὶ συλλειτουργὸν ἡμῶν γενόμενον, τὸν ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κοιμηθέντα, ἐν κόλποις Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἀνάπαυσον· καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῆς γῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σου λειτουργὸν αὐτὸν κατέστησας, οὕτω καὶ ἐν τῷ οὐρανίῳ σου θυσιαστηρίῳ ἀνάδειξον, Κύριε· ἐπὶ ἀνθρώπων πνευματικῇ ἀξίᾳ κατακοσμήσας, ἐπὶ Ἀγγέλων τῇ σῇ δόξῃ ἀκατάκριτον πρόσδεξαι· αὐτὸς ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ζωὴν αὐτοῦ ἐδόξασας, αὐτὸς δὲ καὶ τὴν ἔξοδον τοῦ βίου αὐτοῦ ἐν τῇ εἰσόδῳ τῶν Ἁγίων σου ποίησον, καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ μετὰ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων συναρίθμησον...».

Καλόν Παράδεισο Παπά Δημήτρη μου.... 


16/12/15

Wednesday, November 04, 2015

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ Ή ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ ΤΕΛΙΚΑ;





Επανήλθε στο προσκήνιο της επικαιρότητας η «συζήτηση», κατά πόσον οι διωγμοί που υπέστησαν οι Πόντιοι από τους Οθωμανούς ήταν γενοκτονία ή διωγμοί μιας εθνοθρησκευτικής μειονότητας με στόχο να επέλθει εθνοκάθαρση στην οθωμανική επικράτεια.
Αφορμή για την αναζωπύρωση αυτής της «συζήτησης», υπήρξε η επιβεβαίωση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Νίκου Φίλη, σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή, ότι πράγματι παλιότερα, ως δημοσιογράφος και σκεπτόμενος πολίτης είχε υποστηρίξει πως οι διωγμοί των Ποντίων δεν ήταν γενοκτονία. Εκείνο που προκάλεσε την «συζήτηση», ήταν ότι ο Υπουργός υποστήριξε εκ νέου εκείνη την άποψή του. Θέτω την λέξη συζήτηση εντός εισαγωγικών, διότι τελικά, αυτό που αναζωπυρώθηκε δεν είναι μια συζήτηση, με την έννοια της ανταλλαγής απόψεων και γνωμών, αλλά ένα χυδαίο υβρεολόγιο εις βάρος του κ. Νίκου Φίλη, για την άποψή του. Έτσι λοιπόν, αυτό που εμφανίστηκε στο προσκήνιο, δεν είναι μια συζήτηση, αλλά η νεοελληνική βαρβαρότητα, που αγνοεί την έννοια του διαλόγου και προπάντων απαξιώνει έμπρακτα κάθε έννοια σεβασμού και ανεκτικότητας της διαφορετικής γνώμης,ακόμα και όταν δεν είναι ορθή.

Αποδεικνύεται πως παραμένουμε πεισματικά Βαλκάνιοι, υπό την έννοια της προσκόλλησης σε φαντασιώσεις και μυθεύματα, απαξιώνοντας την προσήλωση στην Αλήθεια! Οι πληγές που έχουν ανοίξει πόλεμοι, εμφύλιοι σπαραγμοί, μαζικοί διωγμοί και εθνοκαθάρσεις, βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών, όχι μόνο δεν μας έκαναν περισσότερο ώριμους ως προς την ανθρωπιά μας και πιο βαθειά σοφούς ως προς την διάθεση κατανόησης των πραγμάτων, αλλά αντιθέτως, πάρα πολλούς, μας κρατούν καθηλωμένους στις αγκυλώσεις που προκαλούν οι φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις και ο σκοτισμός των συνειδήσεων από τον εθνικισμό!

Στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για την «γενοκτονία» των Ποντίων από τους Τούρκους. Υπό την πίεση κυρίως ποντιακών σωματείων, το ελληνικό κράτος εμπλούτισε τη νομοθεσία του με το νόμο 2193/1994, που καθιέρωσε την 19η Μαΐου, ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Τέσσερα χρόνια αργότερα ψηφίσρτηκε από τη Βουλή ο νόμος 2645/1998, με τίτλο «Καθιέρωση της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Η έννοια της γενοκτονίας έχει τυποποιηθεί ως ποινικό αδίκημα με την από 9.12.1948 Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που κυρώθηκε από την χώρα μας με το νομοθετικό διάταγμα 3091/1954.
Στο εθνικό, αλλά και στο διεθνές ποινικό δίκαιο ισχύει μία σημαντική αρχή που απαγορεύει την αναδρομική ισχύ ποινικών νομικών διατάξεων και την συνακόλουθη επιβολή ποινών για πράξεις που κατά το χρόνο εκτέλεσής τους δεν θεωρούνταν ποινικά αδικήματα. Πρόκειται για την αρχή ‘nullum crimen, nulla poena sine praevia lege’ (κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο), που καθιερώθηκε πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο στη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1789), στη συνέχεια υιοθετήθηκε από το Αμερικανικό Σύνταγμα (1789) και από τον Ποινικό Κώδικα της Βαυαρίας του 1813. Αποτελεί μια σημαντική νομική αρχή που θέτει φραγμό στην κρατική αυθαιρεσία, αφού ανέκαθεν τα κράτη υπήρξαν και είναι οι φορείς της ποινικής καταστολής. Ήδη η προηγούμενη αρχή έχει καταστεί δεσμευτικός κανόνας του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου (άρθρα 22 και 23 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου).
Υπάρχει και μια άλλη βασική αρχή στο ποινικό δίκαιο. Παραβάτες ποινικών νόμων και επομένως υποκείμενα των ποινικών κυρώσεων, μπορεί να είναι μόνο φυσικά πρόσωπα. Κράτη, εταιρίες, οργανισμοί και κάθε άλλης μορφής νομικά πρόσωπα, δεν είναι δυνατό να είναι υπόλογα για οποιοδήποτε έγκλημα.
Ο μεν νόμος 2193/1994 έχει χαρακτήρα διακήρυξης εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων. Ο νόμος 2645/1998 όμως που καθιερώνει ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος θέτει οριμένα σοβαρά ζητήματα, από πλευράς Ποινικής Επιστήμης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «πολιτική πράξη» της Βουλής που καταχρηστικά έλαβε τον μανδύα νόμου.
Ένας νόμος που  θεωρεί εγκληματία ένα κράτος, στην προκειμένη περίπτωση το τουρκικό, είναι νόμος ανυπόστατος, για λόγους που προανέφερα. Ένας νόμος που αποδίδει τέλεση ενός εγκλήματος σε χρόνο, που δεν είχε περιγραφεί το έγκλημα της γενοκτονίας, δηλαδή την περίοδο 1914 – 1922 που τοποθετούνται οι διωγμοί  των Ελλήνων στην τότε Οθωμανική Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων και των διωγμών των Ποντίων, είναι νόμος ατελέσφορος.

Κατά την έκρηξη του τουρκικού εθνικισμού, όταν οι Νεότουρκοι ανέλαβαν τα ηνία του οθωμανικού κράτους, οι χριστιανικές μειονότητες, Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι, υπέστησαν εκτεταμένους διωγμούς. Τούτο είναι πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός, που γίνεται δεκτό και από τις αρχές της σύγχρονης Τουρκίας.
Οι οθωμανικές αρχές με τους μαζικούς διωγμούς που είχαν οργανώσει κατά μελών των χριστιανικών κοινοτήτων της Αυτοκρατορίας, χωρίς αμφιβολία επεδίωκαν να επιβάλλουν εθνοκάθαρση,σύμφωνα με τον ορισμό και το περιεχόμενο του όρου, που γίνεται γενικά αποδεκτό. Επεδίωκαν να καταστήσουν περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εθνικά ομοιογενείς, με τη χρήση βίας και διασποράς του τρόμου, προκειμένου να εκδιωχθούν από αυτές, εκείνοι οι πληθυσμοί που ανήκαν σε μιαν άλλη εθνική ή φυλετική ομάδα.

Από την άλλη μεριά, το αδίκημα της γενοκτονίας περιγράφεται ως εξής, σύμφωνα με την Σύμβαση του ΟΗΕ, που ανέφερα πιο πάνω.
Η γενοκτονία επιδιώκει την σκόπιμη καταστροφή ή τον αφανισμό του συνόλου ή μέρους μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής πληθυσμιακής ομάδας ανθρώπων με τη χρήση πράξεων, όπως οι εξής: 1. Δολοφονία μελών της ομάδας. 2. Σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας μελών της ομάδας. 3. Σκόπιμη υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβίωσης, που μπορεί να επιφέρουν τον πλήρη ή εν μέρει φυσικό αφανισμό της. 4. Επιβολή μέτρων για την παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους της υπό διωγμό ομάδας. 5. Αναγκαστική μεταφορά-απομάκρυνση παιδιών της ομάδας σε μια άλλη ομάδα πληθυσμού.
Η γενοκτονία αποτελεί ήδη τυποποιημένο και σαφώς περιγραφόμενο ποινικό αδίκημα, από το 1948 στα πλαίσια της Διεθνούς Κοινότητας και από το 1954 στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης.
Ο όρος εθνοκάθαρση δεν έχει τυποποιηθεί ως αδίκημα, αλλά αποτελεί μια πολιτική πρακτική με συγκεκριμένους στόχους, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Πρακτικές που εμπίπτουν στην πρακτική εθνοκάθαρσης συνήθως εμπεριέχονται στις πράξεις που αναφέρονται ως μέσα τέλεσης του αδικήματος της γενοκτονίας.
Τελικά οι διωγμοί των Ποντίων από τους Οθωμανούς Νεότουρκους υπήρξε γενοκτονία ή επώδυνη και βίαια πολιτική πράξη εθνοκάθαρσης;
Επειδή όπως ειπώθηκε την περίοδο των διωγμών των Ποντίων, η γενοκτονία,που αποτελεί ποινικό αδίκημα,  δεν είχε αναγνωρισθεί, ούτε είχε τυποποιηθεί ως έγκλημα, σε διεθνές ή εσωτερικό πλαίσιο, αν επιθυμούμε να είμαστε σοβαροί πρέπει να αποφύγουμε να μιλούμε για γενοκτονία, έτσι όπως αναφέρεται, ιδίως στο νόμο 2645/1998 για τους λόγους που εκτέθηκαν ήδη πρωτύτερα.
Απεναντίας όμως, οι διωγμοί της οθωμανικής κυβέρνησης της περιόδου εκείνης κατά των Ποντίων υπήρξαν έκφραση πολιτικής εθνοκάθαρσης.
Θεωρώ όμως πως παρέλκει η εξέταση των γεγονότων που πρόσφεραν στην οθωμανική κυβέρνηση των Νεοτούρκων την αφορμή για να σχεδιάσουν και να οργανώσουν τους διωγμούς ιδίως κατά των Ποντίων και των Αρμενίων και να επιβάλλουν εθνοκάθαρση τόσο στην περιοχή του Πόντου, όσο και στην περιοχή γύρω από την λίμνη Βαν στην Ανατολία.

Η χρήση του όρου «γενοκτονία» για να περιγράψει τα δυσάρεστα γεγονότα των μαζικών διωγμών που υπέστησαν ελληνικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε στον Πόντο, είτε και σε άλλες περιοχές, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί όψιμη. Και τούτο γιατί οι ίδιοι οι Μικρασιάτες και Πόντιοι πρόσφυγες, επί δεκαετίες, περιγράφοντας τα γεγονότα που κατέληξαν στην βίαιη απομάκρυνσή τους από τις πατρογονικές εστίες τους έκαναν λόγο για καταστροφή. Ο όρος καταστροφή, όσον αφορά τα γεγονότα που αναφερόμαστε, ανταποκρίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια στην τραγωδία του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Σε επίπεδο όσο το δυνατό περισσότερο επιστημονικής παράθεσης των γεγονότων, με την χρήση του όρου «καταστροφή»,  περιγράφονται οι ευθύνες των Τούρκων, χωρίς να  αγνοούνται οι σοβαρές ευθύνες ελληνικών κύκλων στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ.  Σωτηριάδη (G. Sotiriadis, An ethnological map illustrating Hellenism in the Balkan Peninsula and Asia Minor, London 1918, Edward Stanford Ltd), τα οποία είχε χρησιμοποιήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η κατανομή των Ελλήνων στα τρία βιλαέτια του Πόντου εμφανίζει τα εξής στοιχεία: Στο βιλαέτι της Τραπεζούντας το  1912 κατοικούσαν 947.866 Τούρκοι, 353.533 Έλληνες και 50.000 Αρμένιοι. Οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν σε ποσοστό 25,9% του συνολικού πληθυσμού. Στο βιλαέτι της Σεβάστειας (Σίβας), επί συνολικού πληθυσμού 1.109.535 κατοίκων, οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν σε 99.367 άτομα, αποτελώντας μια μειονότητα σε ποσοστό 8,9% του συνολικού πληθυσμού. Στο τρίτο βιλαέτι του Πόντου, δηλαδή στο βιλαέτι της Κασταμονής, οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν μόνο στο 2,5% του συνολικού πληθυσμού, αποτελώντας ασήμαντη μειονότητα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στην Ελλάδα, που υποστηρίζουν οργανώσεις Ποντίων, οι Τούρκοι φέρονται να εξόντωσαν μέχρι το 1924 περίπου 350.000 Έλληνες του Πόντου. Αν λάβουμε υπόψη τα στοιχεία που αποδεχόταν εκείνη την εποχή η κυβέρνηση Βενιζέλου, οι Έλληνες των βιλαετίων της Τραπεζούντας και της Σεβάστειας ανέρχονταν σε 452.900 άτομα, στους οποίους πρέπει να προστεθούν και οι λίγες χιλιάδες Ελλήνων κατοίκων του βιλαετίου της Κασταμονής. Αν πράγματι είχε συμβεί γενοκτονία στον Ποντιακό Ελληνισμό, στο ύψος που προσδιορίζουν οι ποντιακοί κύκλοι, τότε στην Ελλάδα έπρεπε να φθάσουν, ίσως μόνον 100.000 ψυχές Ποντίων προσφύγων. Ο Οδυσσέας Λαμψίδης[1]  υπολογίζει, ότι από το ενάμιση εκατομμύριο (1.500.000) των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα από την Τουρκία, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, οι Πόντιοι ανέρχονταν σε 400.000, προερχόμενοι μάλιστα, όχι μόνον από τον Πόντο, αλλά και από τον Καύκασο και τη νότια Ρωσία.

Δεν θα ήθελα να θεωρηθεί τούτο το σημείωμά μου ως συνηγορία υπεράσπισης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Νίκου Φίλη. Με όσα γράφω, συνηγορώ υπέρ της εθνικής σοβαρότητας, αλλά και υπέρ των αρχών της ανεκτικότητας και του σεβασμού της διαφορετικής άποψης. Αποκρούω επίσης τη βαρβαρότητα και την εμμονή σε στρεβλές ερμηνευτικές αναγνώσεις της ιστορίας που καλλιεργούν μισαλλοδοξία και πάθη.
 Η ιστορική μνήμη τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Τούρκους θα πρέπει να είναι ενεργός. Όχι για να αναμοχλεύονται μίση και προκαταλήψεις, αλλά για να κατανοήσουμε το παρελθόν και να αντιμετωπίσουμε τις αιμάσσουσες πληγές, που κάποια στιγμή πρέπει να επουλωθούν!  Η εθνική μνήμη δεν συντηρείται με νομοθετήματα του κράτους, ούτε τιμάται με αστυνόμευση της σκέψης και της ελεύθερης έκφρασης!

©ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΔΟΣ
04/11/2015






[1] Η ‘’ανάκλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου, Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα 1989, σελ. 3.

Η φωτογραφία δείχνει την δημόσια εκτέλεση με απαγχονισμό Ποντίων, κατά την περίοδο των διωγμών που οργάνωσε η κυβέρνηση των Νεοτούρκων.

Wednesday, October 28, 2015

Χλόη ή αλλιώς Hebilköy



Λησμονημένοι αγωνιστές του έπους του ’40

Γιώργος Δούδος


Το '40, που κηρύχτηκε ο πόλεμος, ο Μεμέτ και ο Αλής ήταν εικοσάρηδες, ενώ ο Αϊντίν ένα χρόνο μεγαλύτερος. Υπηρετούσαν τη θητεία τους σαν κληρωτοί, στην ίδια μονάδα. Ήταν ημιονηγοί και η μονάδα τους βρέθηκε από τις πρώτες στο μέτωπο. Μπήκαν στην Αλβανία, οδηγώντας τα μουλάρια τους φορτωμένα εφόδια. Μούσκεψαν στη βροχή, πάγωσαν απ' το χιόνι κι έμειναν νηστικοί. Έξω από ένα χωριό της Κορυτσάς, πολέμησαν σώμα με σώμα με τους Ιταλούς. Εκεί, ο Αλής τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι και γρήγορα βρέθηκε στα μετόπισθεν. Ο Μεμέτ και ο Αϊντίν κράτησαν ως το τέλος. Στο γυρισμό, ο Αϊντίν έπαθε κρυοπαγήματα. Στο νοσοκομείο που πήγε, κινδύνεψε να του κόψουν τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού, μα δόξα στον Αλλάχ δεν έμεινε ανάπηρος. Όταν αλλάζουν οι εποχές, ο πόνος στα δάχτυλα, που βαστάει ασταμάτητος από τότε, του θυμίζει εκείνα τα χρόνια.
          Οι τρεις τους ξανάσμιξαν στο χωριό, στα τέλη του '42 περίπου. Ο καθένας ξεκίνησε χώρια το γυρισμό του. Πρώτος γύρισε ο Μεμέτ. Ακολούθησαν ο Αϊντίν και ο Αλή. Ο πρώτος έμεινε για πολύ, σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Γύρισε δεύτερος στο χωριό. Ο Αλή νοσηλεύτηκε στις Σέρρες. Έφτασε στο Χεμπίλκιοϊ τελευταίος, κουτσαίνοντας.

Πλησίαζε Οκτώβρης του '43. Όσο κόντευε η 28η του μήνα, οργή και θλίψη μαζεύονταν κουβάρι στις καρδιές των τριών φίλων. Ο καθένας κρατούσε το σαράκι του κρυφό από τους άλλους. Ένα βράδυ, πίνοντας ρακή στο μισοσκόταδο του καφενέ, ο Αλής ξέσπασε σε κλάματα σαν μικρό παιδί. Αυτό ήταν. Ο καθένας τους έβγαλε την πίκρα του, χύνοντάς την στην άδεια γυάλινη δαχτυλήθρα της ρακής. Τους πονούσε, που οι Βούλγαροι βρίσκονταν στον τόπο. Έφερναν στο νου, ιστορίες από τους παλιούς. Από πάντα οι Βούλγαροι κυνηγούσαν τους Πομάκους, λες κι ήταν αγρίμια, που ήθελαν να τα φέρουν βόλτα. Από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, διατηρούσαν στη μνήμη τους άσβηστα, όσα τράβηξαν επί ατέλειωτα χρόνια απ’ αυτούς. Τί διωγμούς, τί φυλακές, τί κυνηγητό. Πολλές κοπέλες και γυναίκες, με παιδιά στην αγκαλιά, ντροπιάστηκαν και στο κατόπι τις έσφαξαν, σαν τ’ άγρια κατσίκια. Τους πίεζαν με κάθε βάσανο να γίνουν Βούλγαροι, αφήνοντας κατά μέρος τη περηφάνεια τους. Τα πράματα ησύχασαν, όταν ήρθαν οι Οσμανλήδες στη Θράκη. Τότε συμμαζεύτηκαν οι Βούλγαροι και σταμάτησαν να τους πειράζουν. Το 1913, που η Θράκη δόθηκε στους Βουλγάρους, τα βάσανα ξανάρχισαν, οι πιέσεις αφάνταστες. Εκείνη τη χρονιά χαλάσανε το Εσκή Τζαμί στη Γκιουμουλτζήνα και το φτιάξανε εκκλησιά, γκρεμίζοντας το μιναρέ καταγής. Το κακό σταμάτησε μετά το ’20, που ήρθε το ελληνικό στον τόπο και τα πράγματα ησύχασαν.

Όσο οι τρεις φίλοι γύριζαν πάνω κάτω αυτές τις ιστορίες στο νου τους, γίνονταν θηρία στο κλουβί. Το Χεμπίλκιοϊ τους φαίνονταν τόσο στενάχωρο, που πνίγονταν, με το που ξεκινούσε καινούργια μέρα. Έκλωθαν στη μνήμη τους τις μέρες του πολέμου, όταν οι νηστικοί Έλληνες είχαν καταφέρει να νικήσουν τους Ιταλούς και να τους πάρουν φαλάγγι μέσα στην Αλβανία. Δεν το χωρούσε ο νους και το φιλότιμό τους, ότι τελικά νικήθηκαν από τους Γερμανούς. Αιτία για τη ντροπή ήταν η μπαμπεσιά των Βουλγάρων, που άφησαν τους Γερμανούς να μπουν πισώπορτα στην Ελλάδα, περνώντας σαν αφεντικά μέσα απ’ τη Βουλγαρία.

          Ένα μεσημέρι στο καφενείο, χωρίς πολλές κουβέντες το αποφάσισαν. Τα λεφτά δόθηκαν στον Μεμέτ. Θα κατέβαινε στον κάμπο την άλλη μέρα, παρέα με κάτι γνωστούς ξυλοκόπους. Θα έβρισκε τρόπο να είναι πίσω εγκαίρως.
          Μετά από πέντε μέρες, είχε βραδιάσει κιόλας, φάνηκε ο Μεμέτ. Η κούραση είχε σκάψει για τα καλά το πρόσωπο του. Τα ρούχα του μούσκεμα. Ευτυχώς, είχε γερά άρβυλα και κράτησαν τα πόδια του στεγνά. Τον πιο πολύ δρόμο του γυρισμού, τον έκανε με τα πόδια. Αναγκάστηκε να πάει ως την Γκιουμουλτζίνα. Την κρατούσε καλά τυλιγμένη μ’ ένα ύφασμα κι από πάνω μ’ ένα κομμάτι μουσαμά, που είχε οικονομήσει.

Ήταν 27 του Οκτώβρη. Στο στέκι τους βρήκε τους άλλους δυο. Μόλις τον είδαν να διαβαίνει την εξώθυρα, σηκώθηκαν σαν αυτόματα και ταυτόχρονα, οι τρεις τους έγιναν ένα, όπως αγκαλιάστηκαν σφικτά αναμεταξύ τους. Ο καφετζής, ο Σουλεϊμάν ήταν φίλος και έμπιστος. Ήτανε μόνοι τους στον καφενέ. Όλοι τους στέκονταν όρθιοι. Κάτω απ' την γκαζόλαμπα, ο Μεμέτ ξετύλιξε προσεκτικά το δέμα του, πάνω σ' ένα τραπέζι. Μια ελληνική σημαία. Την τύλιξαν στα γρήγορα κι έμειναν αμίλητοι. Χωρίς ν’ αλλάξουν μεταξύ τους λέξη, ο Σουλεϊμάν έφερε για όλους τους από μια δαχτυλήθρα ρακή. Τις απόθεσε στο τραπέζι. Ο ένας κοίταζε τα μάτια του αλλουνού. Ο καφετζής, σαν οικοδεσπότης πήρε πρώτος την δικιά του στο δεξί χέρι. Την σήκωσε, αμέσως τον μιμήθηκαν οι άλλοι. Τσούγκρισαν τα μικρά ποτηράκια και με μια γουλιά ήπιαν την ρακή. Ο Μεμέτ, ψιθύρισε επίσημα, "Αλλαχού άκμπαρ". Άλλη κουβέντα δεν ακούστηκε. Οι τρεις φίλοι έφυγαν. Ο καθένας πήγε για το σπίτι του. Ο Μεμέτ κρατούσε παραμάσχαλα την σημαία.

Την άλλη μέρα, 28 Οκτωβρίου. Πολύ πριν φέξει ο ορίζοντας, στη μεριά  της ανατολής, συναντήθηκαν έξω απ' το χωριό, στο μονοπάτι που οδηγούσε  προς τον τεκκέ Ουτς Γκαζηλέρ, ψηλά στην κορυφογραμμή. Μετά από μιαν ώρα και κάτι δρόμο περίπου, πατώντας χιόνι, που έπνιγε τα βήματά τους, έφτασαν στα χαλάσματα του τεκκέ. Πριν την κατοχή, εκεί βρισκόταν η μεθόριος Ελλάδας και Βουλγαρίας. Όσο ανέβαιναν, τα μάτια τους ήταν ορθάνοιχτα, το ίδιο και τα αφτιά, έτοιμα να πιάσουν κάθε ύποπτο ήχο. Ξαπόστασαν για λίγο. Ο Αϊντίν που κρατούσε ένα μικρό τσεκούρι, έψαξε ολόγυρα για να κόψει ένα ψηλόλιγνο ξύλο, όπου θα κρεμούσαν τη σημαία. Δεν άργησε να βρει το κατάλληλο. Γρήγορα το έκοψε και το καθάρισε. Ανάμεσα στα χαλάσματα του τεκκέ βρήκαν το κατάλληλο μέρος. Στέριωσαν το ξύλο κι έδεσαν στην κορφή του τη σημαία. Αφέθηκε ν' ανεμίζει στο πρωινό αεράκι, δειλά δειλά στην αρχή. Οι τρεις, στάθηκαν προσοχή μπροστά της και με μια φωνή, ψιθυριστά, άρχισαν να ψέλνουν το εθνικό ύμνο "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Τα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια και των τριών, μα προσπάθησαν να το κρύψουν ο ένας απ' τον άλλο. Πήραν το δρόμο του γυρισμού από άλλο μονοπάτι. Ένιωθαν ανάλαφρα. Η ψυχή τους πετούσε από χαρά και καμάρι.



Απόσπασμα από ομώνυμο διήγημα
που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ιστορίες της Μεθορίου»
Έκδοση Πανοπτικόν 2008