Saturday, July 18, 2026
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΕΝΟΣ ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΥ ΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ İZMİR!
Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέδωσε το 2025 έναν τόμο στην αγγλική γλώσσα, με τίτλο: “From Smyrna to İsmir: Aspects of Transition from the 19th Century to 1922. History, Culture and Memory” (“Από τη Σμύρνη στην İzmir: Όψεις της Μετάβασης από τον 19ο αιώνα έως το 1922. Ιστορία, Πολιτισμός και Μνήμη”).
Οι εκδότες του συλλογικού τόμου κυρία Αιμιλία Θεμοπούλου, Καθηγήτρια Οθωμανικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ και ο κ. Hervé Georgelin, Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ, στην εξαιρετική εισαγωγή, που συνυπογράφουν, αναφέρουν σε ένα σημείο τα εξής: «Ο παρών τόμος αποτελεί τον συλλογικό μας φόρο τιμής στην 100ή επέτειο της απώλειας ή της ανακατάληψης της Σμύρνης/Izmir, ανάλογα με την οπτική γωνία που επιλέγει κανείς, μετά από περισσότερα από δύο χρόνια (Μάιος 1919 – Σεπτέμβριος 1922), κατά τα οποία το λιμάνι της Μεσογείου διοικούνταν από την Ελλάδα. Ο τόμος βασίζεται σε μια επιλογή γραπτών εισηγήσεων, που παρουσιάστηκαν από ομιλητές στο Διεθνές Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2023, στο Κεντρικό Κτίριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τριάντα έξι συμμετέχοντες, – είκοσι από τους οποίους είχαν έρθει από το εξωτερικό –, συμμετείχαν στην πρωτοβουλία με τίτλο· ‘Η Σμύρνη ως Σύμβολο: Από τον 19ο αιώνα έως τον Σεπτέμβριο του 1922’».
Τα ιστορικά συμβάντα προσδιορίζονται ανάλογα με την σκοπιά που τα αντικρίζει και επιχειρεί να τα ερμηνεύσει ο ερευνητής ή ο αναλυτής τους. Έτσι, η Καταστροφή της Σμύρνης το 1922, κατά την ελληνική ματιά, ή η ανάκτηση της İzmir από τις πιστές στον Mustafa Kemal τουρκικές δυνάμεις, κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, κατά την τουρκική ματιά.
Η απώλεια της Σμύρνης, από τη μια μεριά αποτελεί έναν κόμπο βαθιάς θλίψης στη συλλογική ψυχή των Νεοελλήνων, και κυρίως εκείνων που γεύτηκαν το κατάπικρο ποτήρι της προσφυγιάς και εγκατέλειψαν τις εστίες τους στην Μικρά Ασία, στην κεντρική Ανατολία, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη. Από την άλλη μεριά, η καταστροφή της «άπιστης» Σμύρνης (Gâvur İzmir) και η κατάληψή της από τις δυνάμεις του Gazi Mustafa Kemal, του κατοπινού Atatürk, υπήρξε το κορυφαίο συμβάν του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (τουρκικά “İstiklâl Harbi ή Kurtuluş Savaşı”), κατά την ανάγνωση των γεγονότων της εποχής από τους Τούρκους, που επέφερε την ακύρωση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), και ακύρωσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ αποτέλεσε την μήτρα της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Στον παραπάνω συλλογικό τόμο του ΕΚΠΑ με τις επί μέρους δημοσιεύσεις, θίγεται ένα πολύ ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούν την Σμύρνη και την περιοχή της, κατά την περίοδο του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, και κατά την περίοδο που η πόλη-λιμάνι τελούσε υπό καθεστώς εντολής της Κοινωνίας των Εθνών και διοίκηση που είχε ανατεθεί στην Ελλάδα.
Όλα τα δημοσιεύματα είναι ενδιαφέροντα και διαφωτίζουν πτυχές, που εν πολλοίς αρκετοί αγνοούσαμε. Λ.χ. ο σημαντικός Τούρκος πανεπιστημιακός και ερευνητής Elçin Macar, με το δημοσίευμά του: “The End of the Greek Protestants of Smyrna” (“Το Τέλος των Ελλήνων Προτεσταντών στη Σμύρνη”), αναφέρεται σε ένα θέμα, που μάλλον η πλειοψηφία των Ελλήνων, ακόμη και ιστορικών, είτε αγνοεί, είτε αδιαφορεί να ενσκήψει στην έρευνά του, αφού υπερβαίνει την «κονσέρβα», ότι στοιχείο της ελληνικότητας είναι αποκλειστικά η χριστιανική ορθόδοξη πίστη!
Ένα άλλο δημοσίευμα, της Τούρκισσας Arzu Öztürkmen, πανεπιστημιακής στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, με τίτλο: “Zeybek as a National Dance during a Transitional Period: The Impact of Izmir, Stockholm and Istanbul on Selim Sırrı Tarcan’s Choreography” (“Το ζεϊμπέκικο ως εθνικός χορός κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου: Ο αντίκτυπος της Σμύρνης, της Στοκχόλμης και της Κωνσταντινούπολης στη χορογραφία του Selim Sırrı Tarcan”), προσέλκυσε το ενδιαφέρον μου, ενόψει της επικαιρότητας που απέκτησε το «ζεϊμπέκικο» και της ελληνοτουρκικής διχογνωμίας, αν πρόκειται για τουρκικό ή ελληνικό χορό!
Το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στο δημοσίευμα του Hervé Georgelin, με τίτλο “Smyrna at War (1918-1922)” (“Η Σμύρνη σε πόλεμο (1918-1922)”), διότι απλούστατα, η εμπόλεμη περίοδος των ετών 1918 έως 1922 καθόρισε τις εξελίξεις στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη και προσδιόρισε το μέλλον της πρωτεύουσας της ανατολικής όχθης του Αιγαίου.
Η ιστορία ως επιστήμη, είναι αρκετά ευάλωτη και συχνά βιάζεται για να καταπέσει στο επίπεδο της προπαγάνδας.
Στον κύκλο της Ιστορίας ως επιστήμης, περιλαμβάνεται όχι μόνον η καταγραφή συμβάντων του παρελθόντος, αλλά και η μελέτη προς διακρίβωση των αιτίων που προκάλεσαν την εμφάνισή τους, όπως και η παράθεση ορισμένων γενικών κανόνων, που παρατηρούνται στην ιστορική εξέλιξη.
Η Ιστορία, ως γνωστικό πεδίο, με αυτόνομους κανόνες και μεθόδους έρευνας, όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα ό,τι εννοείται ως επιστήμη, έχει διαμορφωθεί σταδιακά, μόλις από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά. Δεν θα ήταν υπερβολή αν ειπωθεί, ότι η Ιστορία, μέχρι τη διαμόρφωσή της ως επιστήμης, έχει υποστεί ποικίλες εξελίξεις, ενώ αυτή η διαδικασία συνεχίζεται. Η Ιστορία, κατά την εξελικτική πορεία της, πέραν της θεμιτής επίδρασης που υφίσταται από φιλοσοφικά και ιδεολογικά ρεύματα, ιδίως στον τομέα της ερμηνείας του παρελθόντος, συχνά υφίσταται μετάλλαξη πτωτική και καθίσταται κακοποιημένη μορφή επιστήμης.
Τα γεγονότα που αναφέρονται στα συμβάντα της Σμύρνης κυρίως κατά το 1922, συνεχίζουν να παρατίθενται από ιστοριογράφους, με τρόπο, που συχνά εξυπηρετεί τους εθνικούς μύθους ή και τις φαντασιώσεις, που επικρατούν, είτε στην ανατολική, είτε στην δυτική πλευρά του Αιγαίου.
Το μελέτημα του Hervé Georgelin τολμώ να πω, ότι αποτελεί «ιστορία», που επιχειρεί να αγγίξει την αντικειμενικότητα και πάντως δεν επιδιώκει να συντηρήσει μυθεύματα.
Ο Hervé Georgelin, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί «πολύτιμο» απόκτημα του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2016. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με την Σμύρνη, σε δίσεκτους καιρούς πολέμων, που κατέληξαν στην καταστροφή της πόλης και στο ορφάνεμά της από τα τέκνα της, που επί αιώνες την κατοικούσαν και την είχαν καταστήσει κάτι το μοναδικό στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Θεωρώ, πως είναι αναγκαίο να αναφέρω τα ακόλουθα: Το 2019 εκδίδεται το έργο του Georgerlin στη γαλλική γλώσσα, από τις εκδόσεις ‘Ηρόδοτος’, με τίτλο “Smyrne dans la guerre Novembre 1914 Septembre 1922”. Το 2023 ακολουθεί η έκδοση της παραπάνω μονογραφίας σε ελληνική μετάφραση, πάλι από τις εκδόσεις ‘Ηρόδοτος’, με τίτλο “Η Σμύρνη σε κλοιό πολέμου 1914-1922”.
Πρωτύτερα, τo 2005, είχε εκδοθεί στη Γαλλία η μονογραφία του Hervé Georgelin με τίτλο, “La fin de Smyrne: du cosmopolitisme aux nationalisms”. Οι εκδόσεις ‘Κέδρος’ εκδίδουν την ελληνική μετάφραση της παραπάνω μονογραφίας σε πρώτη έκδοση το 2007 και σε δεύτερη έκδοση 2017 με τίτλο “Σμύρνη. Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς”. Τούτο το έργο του Georgelin έχει κυκλοφορήσει και στην Τουρκία με τίτλο “Smyrna’ nın Sonuö Kosmopolıtızmden Millitçliğe”, το 2008.
Κατόπιν αυτών των δεδομένων, το μελέτημα που φιλοξενείται στον τόμο του ΕΚΠΑ, νομίζω ότι ικανοποιεί τον απαιτητικό αναγνώστη, γιατί ανιχνεύει το κατά δύναμη τα γεγονότα χωρίς παραμορφωτικές παρωπίδες, κάτι που φαίνεται και από την ικανοποιητική σε εύρος παράθεση σχετικής βιβλιογραφίας.
Ο Georgelin, στην αρχή του δημοσιεύματός του, σε λίγες σειρές, κάνει σύντομη αναφορά στις συνθήκης που επικρατούσαν στην Σμύρνη, από τον Νοέμβριο του 1914, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε κατά την πρώτη μεγάλη παγκόσμια σύγκρουση, στο πλευρό της Τριπλής Συμμαχίας της Κεντρικής Ευρώπης μέχρι τις 30 Οκτωβρίου του 1918, όταν αναγκάστηκε να υπογράψει την ανακωχή στο λιμάνι του Μούδρου στη Λήμνο.
Εκείνη η περίοδος ήταν σχετικά ήρεμη, με ελάχιστες διαταραχές. Ο συγγραφέας, θεωρεί ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά παράδοξο λόγο, οι συνθήκες, άρχισαν να γίνονται ταραγμένες στην περιοχή της Ιωνίας. Επισημαίνει, ότι υπήρχε μια απειλή από τις κάθε άλλο ευοίωνες συνθήκες, μετά την ανακωχή του 1918 για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που επιχειρούσε να «σηκωθεί στα πόδια της» και όλη αυτή η κατάσταση αποτυπωνόταν στο κλίμα που επικρατούσε στη Σμύρνη. Ώσπου, τον Μάιο του 1919 και μετά, η κατάσταση άλλαξε δραστικά, σε βάρος των Οθωμανών, μετά την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Σμύρνη. Η απόβαση του ελληνικού στρατού παρότι ήταν αποτέλεσμα της εντολής της Κοινωνίας των Εθνών να τεθεί η Σμύρνη και η περιοχή της υπό την διοίκηση της Ελλάδος, εντούτοις ο Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε θεωρήσει την εντολή ως όχημα υλοποίησης για την επέκταση της ελληνικής επικράτειας στην δυτική Μικρά Ασία.
Ο Hervé Georgelin επισημαίνει εύστοχα, κατά τη γνώμη μου, ότι η Ελλάδα εκείνης της εποχής, δεν διέθετε την απαιτούμενη στρατιωτική ικανότητα, ούτε επαρκή διπλωματική επιρροή, για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, μια σύλληψη του Κωλέττη, που επί δεκαετίες ενέπνεε πολιτικές πρωτοβουλίες του ελληνικού κράτους. Τέλος, εκ του αποτελέσματος, ορθά επισημαίνεται, ότι η διοίκησης της μητρόπολης της Ιωνίας, φαινομενικά προσέφερε εντυπώσεις ομαλής ζωής, ενώ μάλλον ήταν μια ψευδαίσθηση το όλο κλίμα, παρά τις προσπάθειες του Ύπατου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη.
Το δημοσίευμα του Georgelin ιστορεί περιστατικά που συνδέονται με την Σμύρνη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τη σύγκρουση της συμμαχίας των δυνάμεων της Κεντρικής Ευρώπης, με ηγέτιδα την Γερμανία, στην οποία συμμετείχε η Οθωμανική Τουρκία, υπό την διακυβέρνηση της ‘Επιτροπής Ένωσης και Προόδου’. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου στην Σμύρνη δεν συνέβησαν οι τραγωδίες και τα προβλήματα, που είχαν εμφανιστεί σε άλλα μέτωπα μαχών (Μεσοποταμία, αραβικές επαρχίες της Υψηλής Πύλης, περιοχές στα σύνορα με την τσαρική Ρωσία). Οι Ελληνορθόδοξοι της πόλης δεν εκδιώχθηκαν, ούτε μεταφέρθηκαν βίαια σε απομακρυσμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο.
Γίνεται μνεία, ότι οι Νεότουρκοι (Επιτροπή Ένωσης και Προόδου), που διαχειρίζονταν την εξουσία της Αυτοκρατορίας από το 1908 μέχρι το 1918, όντας υπό ασφυκτική επιρροή των Γερμανών, επιχείρησαν να διασφαλιστεί η ουδετερότητας της Ελλάδος, κατά τον Πρώτο Πόλεμο, κάτι που επιθυμούσε και το ελληνικό Στέμμα, αν και είχε αντιταχθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση το Βενιζελικό Κίνημα.
Ο Georgelin, που έχει ασχοληθεί με την ιστορία τόσο των Ρωμιών (Ελληνορθόδοξων), όσο και των Αρμενίων κατά τους ύστερους χρόνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναφέρεται και στους Αρμένιους της Σμύρνης. Οι Αρμένιοι της πόλης, όταν εξαπολύθηκαν οι μεγάλοι διωγμοί σε βάρος τους από τους Νεότουρκους, δεν απελάθηκαν, ούτε στάλθηκαν προς τον αφανισμό. Σημειώνει ο συγγραφέας, πως η ευνοϊκή μεταχείριση των Αρμενίων, μάλλον οφειλόταν στον Οθωμανό κυβερνήτη της Σμύρνης (Vali) κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Ραχμί Μπέη (Mustafa Rahmi Arslan Evrenoszade). Ο Ραχμί Μπέη, μολονότι ήταν προβεβλημένο στέλεχος της ‘Επιτροπής Ένωσης και Προόδου’, στο πλαίσιο των σχεδίων της κυβέρνησης του Κομιτάτου για τον εκτουρκισμό της περιοχής, είχε δράσει υπέρ των Λεβαντίνων και δεν συμμετείχε στις μαζικές απελάσεις των Αρμενίων.
Ο Βαλής Ραχμί Μπέης, που ανήκε στην μεγάλη οθωμανική οικογένεια των Εβρενός, είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη, και ήταν μουχατζιρής, - (‘μουχατζίρης ή μουχατζιρής’, από την τουρκική λέξη ‘muhacır’, που σημαίνει ‘πρόσφυγας ή μετανάστης’ και αναφέρεται σε Οθωμανούς υπηκόους, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, μετά τη συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας και την απώλεια οθωμανικών εδαφών). Σύμφωνα με βρετανικά αρχεία, ο Ραχμί Μπέης, κατά καιρούς είχε επαφές με τις βρετανικές αρχές. Κάποιοι, μάλλον είχαν οραματιστεί μετά το τέλος του πρώτου μεγάλου πολέμου να δημιουργηθεί μια ημιαυτόνομη διοικητική επαρχία (βιλαέτι) του Αϊδινίου υπό την ηγεσία του Ραχμί Μπέη. Μετά τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ (Entente) κατά των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Ραχμί Μπέης, συνελήφθη από δυνάμεις των νικητών, και ουσιαστικά διασώθηκε, καθώς μεταφέρθηκε ως εξόριστος στη Μάλτα.
Τέλος, ο συγγραφέας ιστορεί με αδιαμφισβήτητα στοιχεία τον σοβαρό αντίκτυπο που είχε για την Σμύρνη ο Μεγάλος Πόλεμος. Η Σμύρνη έπαυσε να είναι το μεγάλο λιμάνι της Ανατολής, που αποτελούσε πνεύμονα για το εμπόριο της εποχής. Η Σμύρνη είχε συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο , διέθετε υποδομές, μεταφοράς και γενικότερης διακίνησης εμπορευμάτων. Σχολεία που εφάρμοζαν διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα κοσμούσαν την πόλη, ενώ ο πληθυσμός της ήταν πολύγλωσσος, πολυθρησκευτικός και πολυπολιτισμικός. Η Σμύρνη ήταν μια μοναδική και ασύγκριτη μητρόπολη της Ανατολικής Μεσογείου. Όλες αυτές οι ιδιότητες της πόλης κατέρρευσαν στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Από την αρχαιότητα η Σμύρνη, ως κέντρο εμπορίου, ανθούσε ενόσω επικρατούσε ειρήνη.
Ο κυβερνήτης της Σμύρνης Ραχμί Μπέη, σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε την πρόθεση να παραδώσει την πόλη στα βρετανικά στρατεύματα. Αυτά τα στοιχεία παρατίθενται στο μελέτημα του Georgelin και είναι πολύτιμα για την κατανόηση του κλίματος που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Διότι η κατάσταση εξαιτίας του εμπορικού αποκλεισμού λόγω του πολέμου, είχε δημιουργήσει πρωτόγνωρες απελπιστικές καταστάσεις, σε βάρος των πληθυσμών της πόλης και της περιοχής, αλλά και ευρύτερα. Έλειπε το ψωμί, το θεμέλιο της διατροφής κι αυτό αφορούσε Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους χωρίς διάκριση.
Νομίζω ότι εδώ θα πρέπει να τελειώσω με μια ευχή: Το ΕΚΠΑ να εκδώσει τον πολύτιμο τόμο για την Σμύρνη και στα ελληνικά.
Γιώργος Α. Δούδος
Νομικός
18/07/2026
Friday, July 17, 2026
ΕΠΙΤΗΡΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΖΩΝΕΣ ΠΙΚΡΕΣ ΜΝΗΜΕΣ….
“Ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει”, έχει γράψει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης το 1936 (Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων. Αθήνα 1940).
Εν γνώσει μου, θα ταξιδέψω στη Θράκη και στα ορεινά της Ροδόπης και ας πληγωθώ, κατά πως λέει ο ποιητής.
Υπήρξε μια μάλλον μακρά περίοδος, που η Ελλάδα, χώριζε τους πολίτες της σε δυο κατηγορίες. Σε κείνους που μπορούσαν να ανασαίνουν χωρίς να ζητούν την άδεια κανενός και σε άλλους, που η ζωή τους ήταν εγκλωβισμένη στον σκληρό έλεγχο της ανάλγητης εξουσίας του κράτους.
Όπως είναι γνωστό, στις 4 Αυγούστου του 1936 ανέλαβε την εξουσία της Ελλάδος ο Ιωάννης Μεταξάς και επέβαλλε με την ομόθυμη συγκατάθεση του βασιλέα Γεωργίου του Β΄μια δικτατορία, με σκοπό το στήσιμο στη χώρα του Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού!
Το καθεστώς Μεταξά εξέδωσε τον αναγκαστικό νόμο 736/1936 (ΦΕΚ 546/Α΄) «περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων» και με βάση αυτό το νόμο, στις παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδος, από την Ήπειρο ως τη Θράκη δημιουργήθηκαν οι επιτηρούμενες και οι απαγορευμένες ζώνες. Αυτές οι ζώνες βρίσκονταν υπό τον αυστηρό έλεγχο του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού, όσον αφορά νησιά ή παράκτιες παραμεθόριες περιοχές.
Οι κινήσεις των χωρικών που ζούσαν σε οικισμούς της επιτηρούμενης ζώνης, γίνονταν με άδειες που εξέδιδαν οι στρατιωτικές αρχές, σε συνεργασία με τις αρχές ασφαλείας της Χωροφυλακής. Το ίδιο ίσχυε και για κατοίκους της άλλης Ελλάδας, της εκτός επιτηρουμένης ζώνης, που ήθελαν να επισκεφθούν περιοχές εντός της ελεγχόμενης ζώνης. Η επίσκεψη στην απαγορευμένη ζώνη ήταν αδιανόητη, εξού και η ονομασία αυτών των ζωνών, που βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τη συνοριογραμμή της χώρας.
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και το τέλος του Εμφυλίου που γονάτισε την Ελλάδα, ο παραπάνω νόμος του Μεταξά απέκτησε καινούργια σκοπιμότητα: η θωράκιση της χώρας από τον από βορρά κομμουνιστικό κίνδυνο! Όλοι οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδος είχαν περάσει στο μπλοκ επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και ο Ψυχρός Πόλεμος, που ακολούθησε την πρόσκαιρη συμμαχία μεταξύ των χωρών της Δύσης με την Σοβιετική Ένωση, έληξε και έφτιαξε μια κόλαση εχθρών, διχάζοντας λαούς και χώρες.
Στην Μακεδονία, στις παραμεθόριες περιοχές βρίσκονταν χωριά σλαβόφωνων Μακεδόνων, που οι «άρχοντες» των Αθηνών συχνά αντιμετώπιζαν σαν προδότες. Έτσι η επιτηρούμενη ζώνη κατά μήκος των συνόρων από τις Πρέσπες της Φλώρινας, ως τα βουνά της Δράμας, πρόσφερε πρόσφορο τρόπο ελέγχου των κινήσεων των κατοίκων αυτών των περιοχών.
Στην Θράκη, ο βόρειος γείτονας ήταν η Βουλγαρία, μαζί με τους Τούρκους, οι Βούλγαροι ήταν κατά κάποιο τρόπο τδο αρχέτυπο του εχθρού για τους Έλληνες, από τους χρόνους του Μεσαίωνα ακόμα.
Το 1970 οι επίορκοι στρατιωτικοί που κυβερνούσαν δικτατορικά την Ελλάδα, αποφάσισαν να καταργήσουν τις επιτηρούμενες και απαγορευμένες ζώνες σε Ήπειρο και Μακεδονία.
Παρέμεινε όμως η επιτηρούμενη και απαγορευμένη ζώνη στη Θράκη, εγκλωβίζοντας σε μια «ανοιχτή φυλακή» κατά κύριο λόγο τους Πομάκους Μουσουλμάνους, που ζούσαν σε χωριά και οικισμούς στην οροσειρά της ελληνικής Ροδόπης και συγκεκριμένα στις περιοχές της Ξάνθης, της Κομοτηνής και του Έβρου.
Πρέπει να κάνουμε μια βουτιά στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Κυβέρνηση της χώρας είναι το κόμμα της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και Υπουργό Εξωτερικών τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Τότε το ελληνικό κράτος αποφάσισε να επιβάλλει ποικίλα διοικητικά μέτρα σε βάρος των Μουσουλμάνων της Θράκης, ανεξαρτήτως της εθνοφυλετικής καταγωγής τους, με σκοπό να τους εξωθήσει να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Είχαν προηγηθεί την δεκαετία του ’50 μέτρα της Τουρκίας κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν εξαναγκάσει να εγκαταλείψουν την Τουρκία. Οπότε, η ελληνική πολιτική απέναντι στους Μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες της Θράκης λειτουργούσε αντανακλαστικά σε σχέση με την πολιτική της Τουρκίας απέναντι στους Ρωμιούς Τούρκους πολίτες και στους Έλληνες πολίτες που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο «αρχιτέκτονας» των επονείδιστων μέτρων κατά της Μουσουλμανικής Μειονότητας ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ!
Η Χούντα των Συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967, τα διοικητικά μέτρα του Αβέρωφ τα έκανε ακόμα πιο σκληρά, ενώ προστέθηκαν σκοπευμένα μέτρα αποστέρησης της ακίνητης περιουσίας από Μουσουλμάνους και περιέλευσής της σε Χριστιανούς.
Την ίδια στιγμή που η Χούντα διακήρυττε πως υπάρχουν μόνον Έλληνες Μουσουλμάνοι στην Θράκη και ούτε ίχνος Τούρκων, η κυβέρνηση του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλο συνομολογούσε Ελληνοτουρκικό Μορφωτικό Πρωτόκολλο, τον Απρίλιο του 1968. Το Πρωτόκολλο προέβλεπε την προμήθεια διδακτικών βιβλίων και διδακτικού υλικού που θα αποστέλλονταν απ' ευθείας από την Τουρκία για τα μειονοτικά σχολεία της Θράκης. Επίσης στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων, επέτρεψε η Χούντα την ευρύτερη χρήση της τουρκικής γλώσσας ως μητρικής στη εκπαίδευση της μειονότητας. Κατά τα άλλα δεν υπήρχαν Τούρκοι ή έστω τουρκογενείς, όπως γελοία αναφέρονται οι Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνοι κατά το θρήσκευμα.
Τελικά, η κατάργηση της επιτηρούμενης ζώνης στη Θράκη έγινε το 1995, από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Έπρεπε να περάσουν κοντά 60 χρόνια για να αναγνωρίσει η Ελλάδα ισότιμα και χωρίς ασφυκτικούς ελέγχους τους Μουσουλμάνους πολίτες της στη Θράκη.
Ο Γεράσιμος Αρσένης, είχε αποφασίσει να καταργήσει επίσημα την τελευταία διαχωριστική γραμμή. Το «ρίξιμο» της μπάρας έγινε σε μια τριήμερη περιοδείας του υπουργού στη Θράκη. Στις 17 Νοεμβρίου 1995, ο Αρσένης, περνώντας από συγκεκριμένο σημείο, διέταξε τον διοικητή του Δ’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγο Μ. Παραγιουδάκη να ξηλώσει τη μπάρα. Παράλληλα, έγινε άρση όλων των περιορισμών που υπήρχαν στις μετακινήσεις προς τα χωριά της περιοχής της Ξάνθης, αλλά και του νομού Ροδόπης και Έβρου.
Αρκετοί Μουσουλμάνοι από τη Θράκη αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και κυρίως έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία. Στην Προύσα ζουν πάρα πολλοί κυρίως Πομάκοι. Πρόκοψαν σαν επιχειρηματίες στην κατασκευή έτοιμου ρούχου, αλλά όταν βρίσκονται στα καφενεία που συχνάζουν μιλούν πομάκικα και όλη η κουβέντα τους έχει σχέση με τα χωριά τους που άφησαν πίσω. Άλλοι, έχουν εγκατασταθεί στο προάστιο της Πόλης, το Avçilar και αλλού βέβαια.
Το ελληνικό κράτος, γενικά είναι έντονα αλλεργικό σε καθετί αφορά «μειονότητα», κάθε λογής. Η επικρατούσα άποψη για το τί είναι ελληνικότητα, περιλαμβάνει πέραν των άλλων στοιχείων και την ελληνορθόδοξη πίστη. Με μια αγκυλωμένη και αρτηριοσκληρωτική ερμηνεία της Ελληνοτουρκικής Συμφωνίας Ανταλλαγής Πληθυσμών του 1923, που έχει ενσωματωθεί στην Συνθήκη της Λοζάνης, η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνον μειονότητα και αυτή αποκλειστικά θρησκευτική, την Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης. Λ.χ. οι Μουσουλμάνοι, τουρκικής καταγωγής που ζουν στην Ρόδο και στην Κω δεν αναγνωρίζονται ως μειονότητα, διότι δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λοζάνης!
Παρά τους πολλούς Θρακιώτες Μουσουλμάνους που αναγκάστηκαν να φύγουν για την Τουρκία, είτε λόγω των διοικητικών μέτρων ντροπής του Ευάγγελου Αβέρωφ και του Κωνσταντίνου Καραμανλή της ΕΡΕ, από το 1961 και μετά, είτε λόγω αποστέρησης της ελληνικής ιθαγένειας, με βάση το ρατσιστικό άρθρο 19 του προϊσχύσαντα Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, οι Μουσουλμάνοι στην Θράκη έχουν αυξηθεί πληθυσμιακά, είτε είναι Πομάκοι, είτε Τούρκοι, είτε Ρομά.
Οι περισσότεροι μειονοτικοί Έλληνες πολίτες στην Θράκη ήταν και ως ένα σημείο παραμένουν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, άνθρωποι, στενά δεμένοι με τη γη τους. Απεναντίας, οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, όπως και οι Έλληνες πολίτες της Πόλης, που εξαναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν κυριολεκτικά «εν μια νυκτί», ήταν έμποροι και γενικότερα επιχειρηματίες, που δεν εξαρτιόταν από τη γη. Ο αγρότης πολύ δύσκολα ξεκολλάει από τη γη του, ενώ ο έμπορος, εύκολα ρευστοποιεί την περιουσία του, μαζεύει τα μπογαλάκια του και φεύγει, όπου επιτάσσει η ανάγκη! Αλλά ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, δεν συμβουλεύτηκε κοινωνιολόγους, ούτε ανθρωπολόγους πριν αρχίσει να εφαρμόζει τα επαίσχυντα διοικητικά μέτρα. Όσον αφορά τους επίορκους αξιωματικούς που επέβαλαν την δικτατορία της 21ης Απριλίου, εκεί, όπως συμβαίνει ακόμα και τώρα με αρκετούς βαθμοφόρους του στρατού ξηράς, βασιλεύει η αγραμματοσύνη και το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».
Άλλωστε μέρα που είναι, θυμόμαστε, πως 15 Ιουλίου του 1974, Ελλαδίτες αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο, μαζί με φαντασιόπληκτους πατριδοκάπηλους της ΕΟΚΑ Β, αυτού του μορφώματος των ιδεών του Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, έκαναν πραξικόπημα στην Κύπρο, με σκοπό να διώξουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο από την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Κύπρος να γίνει επαρχία της Ελλάδος του εσατζή δικτάτορα ταξίαρχου Ιωαννίδη. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανοίξουν την πόρτα για νόμιμη και συνταγματική επέμβαση της Τουρκίας στο Νησί, ως εγγυήτριας δύναμης και η επέμβαση να μετατραπεί σε μια Κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου!
15/07/2026
Γιώργος Α. Δούδος
Friday, July 03, 2026
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ vs ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ;
Γιώργος Α. Δούδος
Νομικός
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναμφίβολα υπήρξε ο οραματιστής πολιτικός μιας Ελλάδος ενεργού στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.
Ο Κ. Καραμανλής είχε ενστερνιστεί από νωρίς την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και διαβλέποντας την επιτυχημένη πορεία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, είχε προσανατολιστεί από το 1958, στην ενσωμάτωση της Ελλάδος, ως πρώτου συνδεδεμένου κράτους μέλους με την προοπτική της πλήρους ένταξης. Η αίτηση υποψηφιότητας της Ελλάδας έγινε κατ’ αρχήν δεκτή τον Ιούλιο του 1959, οπότε άρχισε η διαπραγματευτική διαδικασία, η οποία, αφού παρακάμφθηκαν σοβαρές δυσχέρειες, κατέληξε στην επίτευξη συμφωνίας συνδέσεως το 1961. Εν συνεχεία, το 1979, επιτεύχθηκε η πλήρης ένταξή της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι οποίες έχουν εξελιχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ως πλήρες κράτος μέλος, επιτεύχθηκε με κυβέρνηση το κόμμα της ‘Νέας Δημοκρατίας’, όπως είναι γνωστό.
Το ισχύον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιέχει τις εξής διατάξεις στο άρθρο 28:
«1. Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. H Eλλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας».
Κάτω από την παραπάνω διατύπωση του άρθρου 28 προστέθηκε το 2001 κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος η εξής ‘Ερμηνευτική δήλωση’: «Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Όσα εκτέθηκαν πρωτύτερα, είναι σαν μια ‘εισαγωγή’ στην ελληνική πορεία εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η ‘Νέα Δημοκρατία’ αφότου ανέλαβε πρόεδρος του κόμματος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ιδίως, μετά το 2019, που αναδείχθηκε ο Κυρ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός με ικανοποιητική κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, το κόμμα εμφανίζει μία σταδιακή μεταλλαγή. Κατ’ αρχήν, απωθείται η πολιτική και προωθείται το «τεχνοκρατικό πρωτείο» κατά την άσκηση του κυβερνητικού έργου. Καρπός αυτής της επιλογής αποτελεί το εφεύρημα του «Επιτελικού Κράτους», που θεσπίσθηκε με το νόμο 4622/2019 (ΦΕΚ Α΄133/07.08.2019) και αναφέρεται σε ένα σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, με στόχους τον εκσυγχρονισμό, την αποκομματικοποίηση και την βελτίωση της διαφάνειας της κεντρικής δημόσιας διοίκησης, μετατρέποντας το κράτος σε έναν κεντρικό στρατηγικό σχεδιαστή. Το «επιτελικό κράτος» της Νέας Δημοκρατίας, κατά την επταετή άσκηση της εξουσίας στη χώρα, εγείρει ποικίλες αμφισβητήσεις και επίσης εγείρει ερωτηματικά. Εν τέλει στην πλάστιγγα της αξιολόγησης το «επιτελικό κράτος» αποδεικνύεται μάλλον φρούδο εφεύρημα, κενό ουσιαστικού περιεχομένου!
Στελέχη της «Νέας Δημοκρατίας» των καιρών μας, όπως ο αντιπρόεδρος του κόμματος και της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, αλλά και ο έτερος αντιπρόεδρος του κόμματος Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης, έχουν με διθυραμβικό ύφος υπενθυμίσει στο έθνος, ότι ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας οφείλεται στη Νέα Δημοκρατία, όπως βέβαια παρόμοιου περιεχομένου δηλώσεις έχουν γίνει στη Βουλή από το στέλεχος της κυβέρνησης Μητσοτάκη και πρόεδρο πλέον του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη.
Ένας από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, ενώ ο εφαρμοστικός νόμος του Κανονισμού αυτού στην Ελλάδα, είναι ο νόμος 4786/2021 (ΦΕΚ Α΄43), «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/ 1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης».
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από τον Ιούνιο του 2021 και έχει αναλάβει υποθέσεις που αφορούν αποκλειστικά αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή απάτες με ευρωπαϊκά κονδύλια, σοβαρές διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, διαφθορά που συνδέεται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και νομιμοποίηση εσόδων από τέτοιας υφής άδικες πράξεις.
Οι σημαντικότερες υποθέσεις που έχει χειριστεί στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι οι εξής:
1. Υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ – Αγροτικές επιδοτήσεις.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έρευνα της EPPO, όπως είναι το αρτικόλεξο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην Ελλάδα.
Η έρευνα αφορά:
• Εικονικές δηλώσεις βοσκοτόπων,
• πλαστά μισθωτήρια,
• ψευδείς δηλώσεις ιδιοκτησίας,
• λήψη ενισχύσεων από πρόσωπα που δεν είχαν πραγματική γεωργική ή κτηνοτροφική δραστηριότητα.
Οι περισσότερες υποθέσεις αναφέρονται σε χρονική περίοδο 2017–2022.
Όσον αφορά την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν ασκηθεί διώξεις σε βάρος περίπου εκατό (100) κατηγορουμένων.
Η ζημία εις βάρος της ΕΕ υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 2,9 εκατομμύρια ευρώ, μόνον σε συνάρτηση με τις πρώτες δικογραφίες,
Η EPPO θεωρεί ότι πρόκειται για οργανωμένο σύστημα απάτης και όχι για μεμονωμένα περιστατικά.
Το 2026 η έρευνα επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο: Ζητήθηκε από τη Βουλή η άρση της ασυλίας ένδεκα βουλευτών, διαβιβάστηκαν στοιχεία για πρώην υπουργό και πρώην υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ενώ εξετάζεται ενδεχόμενη συμμετοχή στην πρωτόγνωρη απάτη δημόσιων λειτουργών.
2. Σύμβαση 717 της ΕΡΓΟΣΕ.
Πρόκειται για τη δεύτερη πιο σημαντική έρευνα που γίνεται στην Ελλάδα και αφορά τη σύμβαση 717.
Η EPPO διερευνά: Την εκτέλεση της σύμβασης αποκατάστασης τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Τις καθυστερήσεις, τις παράνομες αποζημιώσεις, την πιθανή απιστία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
Η υπόθεση αφορά έργο συγχρηματοδοτούμενο από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Ήδη έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αρχικά σε βάρος 23 υπόπτων (18 δημόσιοι υπάλληλοι), ενώ αργότερα προστέθηκαν ακόμη 16 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων 13 δημόσιοι λειτουργοί.
Η συγκεκριμένη έρευνα δεν αφορά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών αυτό καθαυτό, αλλά τη διαχείριση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης του έργου, που αν είχε ολοκληρωθεί το πιο πιθανό να μην είχε συμβεί το δυστύχημα των 57 αθώων νεκρών.
3. Μεγάλες διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ.
Όσον αφορά διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, η EPPO έχει εξαρθρώσει αρκετά κυκλώματα που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
• Κύκλωμα απάτης ΦΠΑ ύψους περίπου 30,7 εκατ. ευρώ σε ηλεκτρονικές συσκευές με διασύνδεση Ελλάδας–Γερμανίας,
• συλλήψεις σε Αθήνα και Γερμανία,
• διενέργεια δεκάδων ερευνών και κατασχέσεων.
4. Τελωνειακή απάτη στο λιμάνι του Πειραιά (επιχείρηση «Calypso»).
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην ιστορία της EPPO.
Η έρευνα αφορά εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, υποτιμολόγηση εμπορευμάτων, αποφυγή δασμών, απάτη ΦΠΑ και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Σύμφωνα με την Eυρωπαϊκή Εισαγγελία, η συνολική ζημία εκτιμάται περίπου στα 700 έως 800 εκατομμύρια ευρώ.
Έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 έρευνες και έχουν συλληφθεί τελωνειακοί υπάλληλοι και εκτελωνιστές, ενώ κατασχέθηκαν χιλιάδες εμπορευματοκιβώτια στον Πειραιά.
5. Οργανωμένο κύκλωμα επιδοτήσεων και απάτης ΦΠΑ.
Η EPPO αποκάλυψε εγκληματική οργάνωση που η δράση της συνδύαζε:
Απάτη ΦΠΑ περίπου 36.000.000,00 ευρώ, απάτη ευρωπαϊκών επιδοτήσεων περίπου 9.000.000,00 ευρώ και νομιμοποίηση μη νόμιμων εσόδων.
Η απόρροια των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε ως αποτέλεσμα συλλήψεις υπόπτων, κατασχέσεις πολυτελών αυτοκινήτων και μεγάλων χρηματικών ποσών.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την απάτη του ΟΠΕΚΕΠΕ, εμπλέκει ένδεκα (11) βουλευτές στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και δύο (2) πρώην μέλη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, έναν υπουργό αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων και μία υφυπουργό του ίδιου υπουργείου.
Μετά από την δυσμενή εξέλιξη της έρευνας της ΕΡΡΟ εις βάρος του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και προβεβλημένων στελεχών της, η στάση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κορυφαίου θεσμού της Ένωσης άρχισε να εμφανίζει στοιχεία που φέρνουν στο νου την αντι-ευρωπαϊκή πολιτική Όρμπαν στην Ουγγαρία.
Ο Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λόγω του νεαρού της ηλικίας της ως θεσμού (sic!). Η Σοφία Βούλτεψη, απαξίωσε την Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα Laura Codruța Kövesi (Λάουρα Κοβέσι), λόγω της ρουμανικής καταγωγής της (sic!) και στόχευσε ουσιαστικά κατά του κύρους του θεσμού.
Κατ’ αρχάς πρέπει να ειπωθεί με εξαιρετική επίταση ότι οι απαξιωτικές κρίσεις κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είτε σαν αυτές του κ. Γεωργιάδη, είτε σαν αυτές της κυρίας Βούλτεψη, από νομικής σκοπιάς είναι απαράδεκτες, ενώ από πολιτικής σκοπιάς είναι πέρα ως πέρα έωλες!
Κατ’ αρχήν, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Όλα τα θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ρυθμίζονται από το Ενωσιακό Δίκαιο, που οι διατάξεις του υπερισχύουν, κατά σχετική πρόβλεψη του ελληνικού Συντάγματος, διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας. Μεταξύ των θεμάτων της ΕΡΡΟ είναι η επιλογή και ο διορισμός τόσο της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, όσο και των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (European Delegated Prosecutors – EDPs), που υπηρετούν στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Οι θεμελιώδεις προβλέψεις ως προς τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς είναι, ότι η θητεία τους είναι πενταετής (5 έτη) και μπορεί να ανανεωθεί για μία ή περισσότερες επιπλέον περιόδους, εφόσον το αποφασίσει το Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούν να παυθούν ή να ανακληθούν μονομερώς από το κράτος μέλος που τους πρότεινε. Η ανεξαρτησία τους προστατεύεται από το Ενωσιακό Δίκαιο και ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να δέχονται οδηγίες από εθνικές αρχές. Υπηρεσιακά, διατηρούν την ιδιότητα του εθνικού εισαγγελικού λειτουργού και πρέπει συνεχώς να πληρούν τις προϋποθέσεις διορισμού τους. Αν παύσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις ή υπάρξει σοβαρό πειθαρχικό ζήτημα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να κινήσει διαδικασία παύσης τους.
Το Ενωσιακό Δίκαιο προβλέπει ως προς τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, από τη μια μεριά σταθερή, χρονικά, θητεία λειτουργική ανεξαρτησία έναντι των αρχών, δικαστικών και μη του κράτους μέλους που εδρεύουν.
Μία αναγκαία παρένθεση: Στην Ελλάδα, μολονότι το Σύνταγμα (άρθρο 26) προβλέπει τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους λειτουργίες της Πολιτείας, την νομοθετική που ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την εκτελεστική που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Kυβέρνηση και την δικαστική λειτουργία που ασκείται από τα δικαστήρια της χώρας. Εντούτοις, η ηγεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παράγρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, η δικαστική λειτουργία της πολιτείας διαθέτει μια κολοβή ανεξαρτησία έναντι της κυβέρνησης, αφού η δεύτερη διορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστικών θεσμών.
Υπόδειγμα Δικαστή, που περιφρούρησε την λειτουργική και θεσμική ανεξαρτησία του ως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου απέναντι σε μια μάλλον ισχυρή κυβέρνηση, παραμένει μέχρι σήμερα, κατά τη γνώμη μου, ο Στέφανος Ματθίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του ήρθε σε σύγκρουση με τον τότε υπουργό δικαιοσύνης Μιχαήλ Σταθόπουλο για θέματα αναθεώρησης του Συντάγματος και για παρεμβάσεις των πολιτικών στο έργο της Δικαιοσύνης (2001).
Κατά την διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, από το 2019 και εντεύθεν, από ενέργειες ή παραλείψεις, ιδίως της ηγεσίας της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης (Άρειος Πάγος), το κύρος της Δικαιοσύνης έχει πληγεί και η εμπιστοσύνη των πολιτών της χώρας στην δικαστική λειτουργία έχει καμφθεί σοβαρά. Οι δικαστές στον θώκο του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συχνά επικρίνονται σαν ενεργούμενα του επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη σε μείζονα ζητήματα του δημόσιου βίου, που έχουν περιβληθεί το αδιαμφισβήτητο ένδυμα του σκανδάλου!
Σχετικά πρόσφατα ανέκυψε αντιμαχία μεταξύ του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ως προς την ανανέωση της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην χώρα. Η μεν Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, διά του Κολλεγίου της, ανανέωσε την θητεία των Ελλήνων συνεργατών της ΕΡΡΟ για μια πενταετία, αλλά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ανανέωσε την θητεία τους μόνο για μια διετία.
Το όλο θέμα κατόπιν προσφυγής της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως έφθασε ενώπιον της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με «συντριπτική πλειοψηφία» (72-10) απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και αρνήθηκε επίσης να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηρίζει ότι η διάρκεια της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων αποτελεί ζήτημα που ρυθμίζεται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο και ότι τα κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα, δεν μπορούν να την τροποποιούν μονομερώς. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά προβάλλει την άποψη, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κυρίως οι κανόνες που διέπουν τους Έλληνες εισαγγελικούς λειτουργούς.
Η ελληνική θέση, κατά τη γνώμη μου, εντάσσεται στην γενικότερη απαξία κατά του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μετά την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αναδεικνύει ομάδα στελεχών του κυβερνώντος κόμματος ως υπόπτους για άδικες πράξεις εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία εμφανίζεται, διά των μελών του Αρείου Πάγου, να αμφισβητεί την υπεροχή των κανόνων του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του εσωτερικού ελληνικού Δικαίου, παρά την ρητή πρόβλεψη των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος και την ερμηνευτική δήλωση, που έχει προστεθεί, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω.
Κατά τη γνώμη μου, ενόψει του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ και της Σύμβασης 717 που αφορά την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, εμφανίζεται η πλειοψηφία της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να απορρίπτει την προσφυγή ενώπιόν της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, χωρίς να ασχοληθεί με την ουσία του αιτήματος της προσφυγής. Διότι αν είχαν την τόλμη οι ανώτατοι δικαστές να εξετάσουν την προσφυγή, δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν τις διατάξεις των 15 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, στις οποίες με σαφήνεια προβλέπεται ότι θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στα κράτη μέλη ρυθμίζονται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο. Επομένως, και ως προς την συγκεκριμένη υπόθεση, τα μέλη του Αρείου Πάγου, εκτίθενται διότι παρέχουν την βάσιμη εντύπωση ότι επιδίωξαν να προσφέρουν την συνδρομή τους υπέρ της παρούσας κυβέρνησης της χώρας, με στόχο, εκ μέρους της κυβέρνησης, την παρεμβολή εμποδίων στην αποκάλυψη όλου του εύρους σκανδάλων εις βάρος της ΕΕ με πρωταγωνιστές στελέχη της Ν.Δ. υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
ΝΟΜΙΚΟΣ
03/07/2026
Sunday, June 21, 2026
Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ….
Πρόσφατα, σε περίοδο μακράς οικονομικής κρίσης και ανέχειας του μεγαλύτερου μέρους των Ελληνίδων και Ελλήνων, η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει μια γενναία αύξηση του μηνιαίου μισθού του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των επιχωρίων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Μητροπολιτών και των τιτουλαρίων Επισκόπων στην Εκκλησία της Ελλάδος και στην Εκκλησία της Κρήτης. Στην Ελλάδα υφίστανται οι εξής δικαιοδοσίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, που υπάγονται πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νησιά Βορείου Αιγαίου), Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και Άγιον Όρος, που αναγνωρίζει ως επιχώριο Επίσκοπο τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Αυτή τη στιγμή τιτουλάριοι Μητροπολίτες και Επίσκοποι υπάρχουν στο κλίμα της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και σε Μητροπόλεις των Νέων Χωρών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, τόσο στο κλίμα της Εκκλησίας της Ελλάδος, που υπάγονται οι Μητροπόλεις της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας και οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών επιτροπικώς, όσο και στο κλίμα της Εκκλησίας της Κρήτης, αλλά και στις Μητροπόλεις των Δωδεκανήσων διαθέτει, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη ακίνητη περιουσία. Στο σημείωμα τούτο δεν θα ασχοληθούμε το περιουσιακό καθεστώς ακινήτων που ανήκουν σε μονές του Αγίου Όρους και βρίσκονται εκτός της Χερσονήσου του Άθω.
Κατ’ αρχήν θεωρώ αναγκαία μια παρατήρηση. Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας αρχίζει με την φράση επικλήσεως, «Εις το Όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Όχι με μια απλή επίκληση του θείου, αλλά με επίκληση του Θεού, όπως ορίζεται κατά την Δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, αναγνωρίζεται κατά συνταγματική διάταξη, ως η επικρατούσα θρησκεία στη χώρα (άρθρο 3 παράγρ. 1), ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης προβλέπει, ότι το κείμενο της Αγίας Γραφής «τηρείται αναλλοίωτο» και ότι επίσημη μετάφραση του βιβλικού κειμένου, προφανώς στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν είναι ανεκτή, αν δεν υπάρχει έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου! Τέλος, από πλευράς θρησκευτικής ομογενοποίησης, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ελλάδα αποτελούν το 85% του πληθυσμού, ενώ κατά άλλη εκτίμηση το 81,4%.
Το ισχύον σύστημα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας στην Ελλάδα ονομάζεται ‘συναλληλία’, που κατά τους Νομικούς που ασχολούνται με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο, περιγράφεται ως συνεργασία και αμοιβαία υποστήριξη μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, χωρίς ταύτιση των δύο θεσμών ή επικάλυψη του ενός θεσμού επί του ετέρου. Ο όρος συναλληλία απαντάται στη Νεαρά 6 του Ιουστινιανού Α΄ (535 μ. Χ.), και ορίζει αυτολεξεί τις σχέσεις Εκκλησίας και Βασιλείας, ως εξής: «Μέγιστα δῶρα Θεοῦ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις δεδομένα τῇ ἄνωθεν φιλανθρωπίᾳ ἱερωσύνη τε καὶ βασιλεία· ἡ μὲν τὰ θεῖα διοικοῦσα, ἡ δὲ τὰ ἀνθρώπινα προεδρεύουσα καὶ ἐπιμελουμένη…».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα είναι προικισμένη με ποικίλα προνόμια, που αγνοούνται από τους περισσότερους των πολιτών, διότι οι προβλέψεις τους είναι διεσπαρμένες σε ένα πλήθος νομοθετημάτων, πολλά από τα οποία, δεν αναφέρονται εξ αρχής στη ρύθμιση εκκλησιαστικών θεμάτων. Παράδειγμα που βεβαιώνει τα παραπάνω είναι το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπει ρύθμιση ποικίλων ζητημάτων των δημόσιων οικονομικών, αλλά εντελώς εμβόλιμα στο άρθρο 56 προβλέπει την αύξηση των μισθών των Ιεραρχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διαφόρων βαθμίδων.
Ήδη έχει αρχίσει μια μακρά προεκλογική περίοδος, ενόψει των εθνικών εκλογών που πρόκειται να διεξαχθούν το 2027 και αυτή η εξαγγελθείσα «γενναία» αύξηση του μισθού του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των επαρχιούχων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Επισκόπων, έχει προκαλέσει ποικίλες συζητήσεις, οι πιο πολλές από τις οποίες είναι αρνητικές, θεωρώντας μια τέτοια αύξηση σκανδαλώδη και προκλητική.
Ήδη τρεις Μητροπολίτες, ένας της Εκκλησίας της Κρήτης (ο Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου) και δύο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μητροπολίτες Κυθήρων και Αντικυθήρων και Νέας Σμύρνης), έχουν εκδηλώσει την αντίρρησή τους για την μελλοντική αύξηση του μισθού τους. Μάλιστα ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών, με αιχμηρές δηλώσεις ζητά να αποσυρθεί από το υπό ψήφιση νομοσχέδιο το άρθρο 56 και να μην προχωρήσει το κράτος σε αύξηση των εξαγγελθέντων μισθών του ανώτατου κλήρου της Εκκλησίας. Είμαι βέβαιος, ότι και άλλοι Μητροπολίτες, ίσως λίγοι, έχουν την ίδια άποψη με τους παραπάνω, αλλά δεν την δημοσιοποιούν.
Δύο Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ο Μητροπολίτης Λαρίσης, έσπευσαν με δηλώσεις τους, όχι απλά να δικαιολογήσουν τις αναμενόμενες αυξήσεις των μισθών τους, αλλά προσέθεσαν ότι το κράτος, σε μια μακρά χρονική περίοδο, προφανώς αφότου συστάθηκε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος κατά το 1832, έχει δημεύσει, έχει απαλλοτριώσει ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας και η καταβολή των μισθών των Ιεραρχών είναι υποχρέωση του κράτους έναντι «της αρπαγής» (η εντός εισαγωγικών φράση είναι δικής μου επιλογής), διότι αν δεν ήταν κεκαλυμμένη από σώφρονα διπλωματία, η γλώσσα Ιεραρχών που αναφέρεται στην απωλεσθείσα (!!!) εκκλησιαστική περιουσία θα έκανε λόγο για αρμογή.
Στις 19/06/2026 ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε δηλώσεις για το επίμαχο θέμα των αυξήσεων των Ιεραρχών που έχουν εξαγγελθεί, δήλωσε και τα εξής: «...η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση».
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, με άρθρο του που έγινε γνωστό στις 20/06/26, προσπαθεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις αυξήσεις των Ιεραρχών στην πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας, υποστηρίζοντας ότι οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουν σοβαρά την πλήρη αποδέσμευσή τους από το μισθολόγιο του κράτους. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας στο άρθρο του δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση της ρύθμισης που προκάλεσε δημόσιο θόρυβο, αλλά προκαλεί ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, για το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία τον επίσκοπο, αλλά και για το πώς πρέπει να σταθεί η Εκκλησία απέναντι σε έναν λαό που δοκιμάζεται οικονομικά.
Έχει ενδιαφέρον μια επισκόπηση ως προς την προέλευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία κατά κύριο λόγο αποτελεί ιδιοκτησία μοναστηριών.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τετρακόσια χρόνια, όσον αφορά την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και ορισμένα νησιά, πεντακόσια χρόνια, όσον αφορά την Ήπειρο, την Μακεδονία, την Θράκη και νησιά του βορείου Αιγαίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία και κυρίως τα ορθόδοξα μοναστήρια, όπως και πατριαρχικά ιδρύματα απέκτησαν σημαντική ακίνητη περιουσία.
Το οθωμανικό αστικό δίκαιο δεν αναγνώριζε την έννοια του νομικού προσώπου, που είναι οικεία σε μας. Απεναντίας όμως, ο ιερός μουσουλμανικός νόμος αναγνώριζε τον θεσμό των βακουφίων, που είχε εφαρμογή εκτός από τους Μουσουλμάνους, τόσο έναντι των Χριστιανών (Ρωμιών, Αρμενίων, Ασσυρίων κ.ά), όσο και έναντι των Ισραηλιτών. Το βακούφι αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, που αφιερώνεται στο διηνεκές από τον διαθέτη του, χάριν θρησκευτικού, φιλανθρωπικού, εκπαιδευτικού ή άλλου κοινωφελούς σκοπού.
Κατά την οθωμανική περίοδο τα χριστιανικά βακούφια είχαν προικίσει, κατά πρώτον μοναστήρια, και κατά δεύτερον ενοριακές εκκλησίες και κοινοτικά ιδρύματα υπό την σκέπη της Εκκλησίας, με σημαντικές περιουσίες που είχαν προσφέρει εύποροι δωρητές ή άτεκνοι Χριστιανοί, που προσέφεραν την ακίνητη περιουσία χάριν υστεροφημίας ή γνήσιας πρόθεσης προσφοράς, αλλά και για να αποφευχθεί η περιέλευσή της στο δημόσιο, τουλάχιστον ως προς τους άτεκνους.
Οι Ρωμιοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μπορούσαν με διαθήκες να αφήνουν μέρος ή και το σύνολο της περιουσίας τους σε διάφορα εκκλησιαστικά ιδρύματα.
Τα μοναστήρια δεν δέχονταν μόνο περιουσίες κατόπιν δωρεών ή κληροδοτημάτων. Υπήρχαν περιπτώσεις που δέχονταν ως δωρεά μεγάλα χρηματικά ποσά και αγόραζαν γη ή αποκτούσαν περιουσίες μέσω ανταλλαγών.
Αρκετές Μονές, που κατά το νόμο αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υπό την εποπτεία του επιχώριου Μητροπολίτη, δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας ως προς την ακίνητη περιουσία που νέμονταν και καρπώνονταν. Το 1987 εκδόθηκε από την Πολιτεία ο νόμος 1700, με πρωτοβουλία του Αντώνη Τρίτση, που έθετε συγκεκριμένη προθεσμία τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων εκ μέρους των Μονών των θεμάτων που άπτονταν της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας τους.
Οκτώ μονές της Ελλάδος, εξαιτίας του νόμου 1700/1987 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδος. Η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε απόφαση το 1994.
Οι εξής μονές προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ το 1987: Ιερά Μονή Άνω Ξενιάς (Θεσσαλία), Ιερά Μονή Οσίου Λουκά (Βοιωτία), Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας (Καλάβρυτα), Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Μετέωρα) και Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα).
Το 1988 προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ άλλες τρεις μονές: Ιερά Μονή Χρυσολεοντίσσης (Αίγινα), Ιερά Μονή Φλαμουρίου (Βόλος) και Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου (Καλάβρυτα).
Οι παραπάνω μονές «κέρδισαν» την υπόθεση κατά της Ελλάδος και εντέλει, ο μεν νόμος 1700/1987 δεν εφαρμόσθηκε πλήρως και κυρίως δεν υλοποίησε τον στόχο ορθολογικής διαχείρισης της μοναστηριακής περιουσίας, προς όφελος της κοινωνίας, ενώ ακολούθησε η έκδοση του νόμου 1811/1988 (ΦΕΚ Α΄231) «Κύρωση της ''Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της Δασικής αγροτολιβαικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη Σύβαση αυτή''», που όπως είναι ευκολοκατανόητο και από τον τίτλο του νόμου, υπήρξε ουσιαστικά προϊόν συμβιβασμού της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας!
Στα πλαίσια του οθωμανικού συστήματος ‘μιλλέτ’, η Αυτοκρατορία είχε οργανώσει την διαχείριση θεμάτων των υπηκόων της με βάση το θρήσκευμα. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής, αποτελούσαν του «Ρουμ Μιλλέτ», με επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και απολάμβαναν εσωτερική αυτονομία σε θέματα οικογενειακών σχέσεων, κληρονομίας και εκπαίδευσης. Έτσι προέκυψε η παράδοση της «εθναρχούσας εκκλησίας», που προσέδιδε στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολιτική εξουσία σε σημαντικά ζητήματα κοινοτικής ζωής των Ορθοδόξων Χριστιανών. Εξαιτίας της προηγούμενης καταστάσεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την μακρά οθωμανική περίοδο απέκτησε τεράστια ακίνητη περιουσία.
Η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ως επιστέγασμα των αγώνων που ξεκίνησαν το 1921 υπέρ της Ελευθερίας και κατά της οθωμανικής κυριαρχίας στα εδάφη του ελληνικού χώρου, ουσιαστικά απογύμνωσε εκ των πραγμάτων την Ορθόδοξη Εκκλησία από τον εθναρχικό ρόλο της και επέβαλλε την ανάγκη λύσης του μείζονος ιδιοκτησιακού θέματος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η Ιεραρχία ιδίως της Εκκλησίας της Ελλάδος, με κατά καιρούς παρεμβάσεις της στον δημόσιο βίο της χώρας, όχι αποκλειστικά σε ζητήματα που υπό στενή έννοια την αφορούν, επιδεικνύει με πείσμα, ότι δεν απεμπολεί τον ρόλο της ως «Εθναρχούσας Εκκλησίας», που αδιαπραγμάτευτα θεωρεί ότι έχει δικαίωμα παρεμβάσεων, κυρίως σε ζητήματα εκπαιδεύσεως, διακόσμησης των αιθουσών συνεδριάσεως των δικαστηρίων με την εικόνα του Χριστού και παλαιότερα, με την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας των Ελλήνων και Ελληνίδων πολιτών. Η στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, απέναντι στις απροκάλυπτες αξιώσεις του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, να αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες τω ν πολιτών της χώρας, αποτελεί μια αξιοπρεπή απόφαση του κράτους, που υπέδειξε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι αποτελεί έναν θρησκευτικό θεσμό εντός της πολιτείας, αλλά όχι κράτος εν κράτει και ότι δεν μπορεί να αξιώνει από την πολιτεία «υποταγή» στις αξιώσεις της!
Η ακίνητη περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου από τον 19ο ως και τον 20ο αιώνα.
Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνος (1833–1836), με βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 διαλύθηκαν περίπου τετρακόσιες δέκα έξη (416) μονές. Η κινητή και ακίνητη περιουσία των μοναστηριών που διαλύθηκαν περιήλθε στο κράτος. Το 1836 επεκτάθηκε η κρατική παρέμβαση, ως προς την μοναστηριακή περιουσία και σε μονές που συνέχισαν να λειτουργούν.
Από του έτους 1917 ως το 1930 υπήρξε ανάγκη να εφαρμοστούν στη χώρα αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Ήδη η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου είχε καταρτίσει το νόμο 602/1915, που προσέφερε το θεσμικό πλαίσιο στην ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών. Υπήρξε ανάγκη για το ελληνικό κράτος να αποκαταστήσει ακτήμονες γεωργούς, να δημιουργήσει έστω μικρής έκτασης γεωργικούς κλήρους και μετά το 1922 να αντιμετωπίσει το τεράστιο πρόβλημα που προέκυψε από την εγκατάσταση των προσφύγων από την Μικρά Ασία.
Έτσι, με διάφορους νόμους της παραπάνω περιόδου, αλλά κυρίως με το νόμο 2050/1920, όπως και με τον προγενέστερο νόμο 1072/1917, το κράτος καθιέρωσε τον Αγροτικό Νόμο της χώρας. Ο Αγροτικός Νόμος προέβλεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιωτικών, μοναστηριακών και εκκλησιαστικών εκτάσεων γης.
Η Σύμβαση Ανταλλαγής Πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας του 1923, που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λοζάνης, έθεσε το ελληνικό κράτος μπροστά στις ευθύνες αποκατάστασης περίπου ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων και το υποχρέωσε, με έκτακτα νομοθετήματα των ετών 1923 και 1924 να προβεί σε νέες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικής περιουσίας, επιβάλλοντας και την λύση της δυνατότητας εκ μέρους του Δημοσίου κατάληψης απαλλοτριωμένων ακινήτων προτού καταβληθεί η αποζημίωση.
Την πενταετία 1930–1935 Ιδρύθηκε ο Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) και μέρος της εκκλησιαστικής γης εκποιήθηκε ή περιήλθε στη διαχείριση του κράτους.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, κάτοικοι ορεινών οικισμών εξαναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να εγκατασταθούν είτε σε άλλους οικισμούς της υπαίθρου, είτε να εγκλωβιστούν σε μεγάλα αστικά, με υποχρεωτικό αναπροσανατολισμό στις επαγγελματικές ενασχολήσεις τους. Αυτή η κατάσταση επέβαλλε στην πολιτεία, με το νόμο 2185/1952 να απαλλοτριώσει εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα μοναστηριακής γης, με σκοπό τη διανομή τους σε ακτήμονες γεωργούς. Έναντι αυτών των απαλλοτριώσεων τα ιδρύματα της Εκκλησίας έλαβαν ως αντάλλαγμα κυρίως αστικά ακίνητα, αλλά και αποζημιώσεις σε χρήμα.
Σύμφωνα με πηγές που πρόσκεινται στην Εκκλησία, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία έχει απωλέσει, περίπου ποσοστό 90 έως 96% της ακίνητης περιουσίας της, που κατείχε κατά την οθωμανική περίοδο. Ιστορικοί και νομικοί θεωρούν ότι το ποσοστό αυτό μάλλον είναι ανακριβές, διότι δεν υπάρχει πλήρης κτηματολογική απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά την περίοδο πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1832).
Στα πλαίσια των ρυθμίσεων των σχέσεων πολιτείας και εκκλησίας στην Ελλάδα, η πολιτεία καταβάλλει τους μισθούς των κληρικών, κάθε βαθμίδας, διότι αυτή είναι η κρατική βούληση προσώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εκτέθηκαν πιο πάνω, η εκκλησιαστική περιουσία κατά την οθωμανική περίοδο ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών εκείνης της εποχής και ήταν προϊόν κατά κύριο λόγο δωρεών. Παρόλα αυτά η διοικούσα εκκλησία, επιμένει και με πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να επικαλείται ότι «η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση»….
Η φωτογραφία εικονίζει την εκκλησία της Παναγούδας στην Θεσσαλονίκη, ναό της μεταβυζαντινής ναοδομίας των οθωμανικών χρόνων.
©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
21/06/2026
Tuesday, June 16, 2026
MATEM. ΠΕΝΘΟΣ ΜΝΗΜΗΣ, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, ΕΓΡΗΓΟΡΣΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Για Ιμάμ (Ya Imam)!
Το δειλινό της 16ης Ιουνίου του 2026 ξεκινά το νέο σεληνιακό έτος 1448 από Εγίρας για τον κόσμο του Ισλάμ. Για τους Σουννίτες Μουσουλμάνους, που είναι και οι περισσότεροι νέα πρωτοχρονιά είναι ευκαιρία για ανταλλαγή ευχών, δώρων, επισκέψεων…
Υπάρχουν όμως και Μουσουλμάνοι, ίσως αριθμητικά λιγότεροι, που γι’ αυτούς η 1η του μήνα Μουχαρέμ είναι η αρχή μιας περιόδου πένθους, είναι «Ματέμ».
Αυτοί, που νιώθουν την θλίψη του πένθους, είναι εκείνοι που τιμούν με σφοδρή θέρμη την Οικογένεια του Προφήτη Μωάμεθ, το Εχλιμπέιτ (αραβικά: Ahl al-Bayt, τουρκικά: Ehlibeyt), την κόρη του Προφήτη Φάτιμα, τον Ιμάμη Αλή, σύζυγο της Φάτιμα, τον Ιμάμη Χασάν, εγγονό του Προφήτη και γιο της Φάτιμα και του Αλή, τον Ιμάμη Χουσεΐν, δεύτερο γιο του Ιμάμη Αλή και της Φάτιμα, εγγονό του Προφήτη και τους απογόνους τους.
Αυτοί που νιώθουν το πένθος του μήνα Μουχαρέμ, είναι οι ακόλουθοι του Αλή, όπως είναι η σωστή ονομασία για τους Σιΐτες Μουσουλμάνοι, οι Ισμαηλίτες, οι Αλεβί, οι σούφικες κοινότητες των Μπεκτασί, των Καντιρί, των Ριφαΐ κ.ά..
Το πένθος του Μουχαρέμ δεν είναι απλά η ενθύμηση ενός θλιβερού ιστορικού γεγονότος. Το Ματέμ, είναι μια στάση ζωής και ήθους, που τιμά ανεπιφύλακτα το πρωτείο του Πνεύματος και τάσσεται με σθένος απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση του Ματέμ είναι η 10η ημέρα του μήνα Μουχαρέμ (στα αραβικά λέγεται ‘Ασούρα’, που σημαίνει ακριβώς η δέκατη), γιατί τέτοια μέρα μαρτύρησε ο Ιμάμης Χουσεΐν στην Καρμπάλα, το έτος 61 από Εγίρας (680 έτος κ.χ.), κατά τη φονική μάχη απέναντι στις δυνάμεις του Γιαζίντ γιου του Μουαβία, που μετέτρεψε το Χαλιφάτο σε κληρονομική μοναρχία. Στη μνήμη των Μουσουλμάνων, που τιμούν τον Προφήτη και την Αγία Οικογένειά του, ο Ιμάμης Χουσεΐν δεν ηττήθηκε από τις δυνάμεις του Γιαζίντ, αλλά η θυσία του υπήρξε η κορυφαία άρνηση νομιμοποίησης μιας άδικης εξουσίας!
Μετά τον τραγικό θάνατο του τέταρτου ιστορικά Χαλίφη της Κοινότητας των Πιστών (Ούμμα) Ιμάμη Αλή, η «αυτοκρατορία» του Ισλάμ απώλεσε το κύρος που πηγάζει από την υπακοή στο Πρωτείο του Πνεύματος και μεταλλάχτηκε σε μια κοσμική ηγεμονία, όπως ήταν όλες οι εξουσίες της εποχής εκείνης.
Πάρα πολλοί Μουσουλμάνοι, άρχισαν να φρονούν, ότι οι Άγιοι είναι οι πραγματικοί οδηγοί των Πιστών, οι αληθινοί Ιμάμηδες (ιμάμης σημαίνει ο ‘ηγέτης’, ο μπροστάρης).
Το πένθος στις αρχές του μήνα Μουχαρέμ, είναι η ενεργός διατήρηση της μνήμης, που αντιμάχεται τη λήθη. Οι εξουσίες, που κατεργάζονται ένα σωρό ανομίες και φοβερά εγκλήματα κατά των ανθρώπων, προκειμένου να έχουν υποταγμένους τους λαούς, προβάλλονται σαν κάτι αναπόφευκτο ή ακόμα και νόμιμο. Η μνήμη της Καρμπάλα, είναι μια διακήρυξη, μια κραυγή στην Ιστορία, που δεν αφορά μονάχα το Ισλάμ, αλλά όλο τον κόσμο, ότι η αδικία και τα εγκλήματα της εξουσίας, έχουμε χρέος να μην τα λησμονούμε! Έτσι, το πένθος αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία: Είναι το χρέος απέναντι στην συνεχή εγρήγορση των συνειδήσεών μας.
Η θλίψη για τον μαρτυρικό θάνατο του δικαίου γίνεται οικουμενική μαρτυρία. Ο θρήνος για τον Ιμάμη Χουσεΐν σημαίνει συστράτευση στον αγώνα υπέρ των αδικημένων και των καταπιεσμένων.
Το Ματέμ ως πένθος μετουσιώνεται ως κριτήριο νομιμότητας. Κανένας άρχοντας, κανένας ηγεμόνας, κανένας ηγέτης, με όποια διαδικασία και αν βρεθεί στη νομή της εξουσίας δεν είναι υπεράνω της ηθικής. Η αλήθεια και η δικαιοσύνη έχουν προτεραιότητα έναντι της πολιτικής ισχύος.
Όσες και όσοι πενθούν για όσα τραγικά είχαν συμβεί στην Καρμπάλα το 680 κοινής χρονολογίας, μεταμορφώνονται σε μια κοινότητα αντίστασης και αλληλεγγύης. Αντίσταση κατά της κρατικής επιβολής, αλληλεγγύη σε όσους αγωνίζονται και στα θύματα της κρατικής καταστολής και βίας. Μια κοινότητα που προσπαθεί, ακόμα και στις πιο επικίνδυνες συνθήκες, να κρατά ξύπνια την ανθρώπινη συνείδηση. Οι τελετές, τα μοιρολόγια και οι συγκεντρώσεις, διατηρούν ζωντανή μια συλλογική ταυτότητα που δεν υποτάσσεται εύκολα στην κρατική ή πολιτική επιβολή.
Η τιμή και η ευλάβεια για τον Ιμάμη Αλή, για τον Ιμάμη Χασάν για τον Ιμάμη Χουσεΐν, γίνεται άνοιγμα σε ρεύματα της σύγχρονης σκέψης, που αξώνει μια κοινωνία ελεύθερη και πιο δίκαιη. Η τιμή και η ευλάβεια στην Οικογένεια του Προφήτη Μωάμεθ γίνεται επανάσταση κατά της κρατικής καταπίεσης και αυθαιρεσίας και προπάντων κατά της σκόπιμης αλλοτρίωσης των ανθρώπων.
‘Κάθε μέρα είναι Ασούρα, κάθε τόπος είναι Καρμπάλα’!
Οι κοινότητες των Σούφι, τα «ταρικάτ», είναι Μουσουλμάνοι, που χωρίς να φωνασκούν, είναι αντίθετες προς την καταπιεστική χρήση της θρησκείας. Είναι αντίθετες προς την ολιγαρχία των Αγιατολλάχ στο σύγχρονο Ιράν, προς την αριστοκρατία των Σαούντ και με τα καθάρματα που λατρεύουν το θάνατο της Χεζμπολλάλ, του Ισλαμικού Κράτους και κάθε κακέκτυπης σέχτας, που επικαλείται το όνομα του Αλλάχ και το Κοράνιο.
To “ταουχίντ” (tawhid), η πίστη στην Ενότητα και στην Μοναδικότητα του Θεού, η πεποίθηση πως η μόνη πραγματικότητα είναι ο Θεός, κάτι που οι Σούφι αποδίδουν μονολεκτικά με το “Hüvel”, είναι η ύψιστης ποιότητας διακήρυξη της Αναρχίας!
Ανάμεσα σε εκείνους που τιμούν τον Προφήτη και την Οικογένειά του, είτε είναι κοινότητες Αλεβί, είτε κοινότητες Σούφι, το πένθος του Μουχαρέμ εκφράζεται με νηστεία και περισυλλογή. Η αντίσταση κατά της εξουσίας και της αυθαιρεσίας της, δεν εκφράζεται πάντοτε με πολιτική εξέγερση, όσο με την απόρριψη της τυραννίας και την προσήλωση στην αλήθεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Για τούτο και οι εξουσίες, είτε απαγορεύουν τους Σούφι, είτε καταδιώκουν τους Αλεβί μέχρι εξοντώσεως, είτε προσπαθούν να τους μπλέξουν στα δίχτυα τους, επιβάλλοντας υπακοή στην εξουσία, που σημαίνει άρνηση του εαυτού τους, προδοσία απέναντι στον Αλλάχ, στο Κοράνιο και στο αίμα της Καρμπάλα.
1 Μουχαρέμ 1448 από Εγίρας/16 Ιουνίου 2026
Αλή Οσμάν Ουαντούντ ερ Ριφαΐ
Για την μεταγραφή ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΔΟΣ
Friday, May 29, 2026
ΕΝΘΥΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ
Τα Ψυχοσάββατα στην Ανατολική Εκκλησία, έχουν διατηρήσει τη βαθιά μεσογειακή και βαλκανική σχέση ανάμεσα: στον σπόρο, τη γη, το θάνατο, τη μνήμη και τη συνέχεια της ζωής.
Ιδίως στο Μεγάλο Ψυχοσάββατο την παραμονή της Πεντηκοστής, που κατά την παράδοση είναι η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας του Χριστού και η έκχυση του Αγίου Πνεύματος επί της οικουμένης, το Ψυχοσάββατο σηματοδοτεί την πεποίθηση, κυρίως της λαϊκής ευσέβειας, ότι ζώντες και κεκοιμημένοι, συνάπτονται σε ένα Σώμα, όπως κατανοείται η Εκκλησία και εκτός των εν ζωή, το ίδιο και οι κεκοιμημένοι καθίστανται αποδέκτες της δωρεάς του Πνεύματος.
Εκτός των δεήσεων υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων, προσφέρονται εις μνήμην τα κόλλυβα, που διατηρούν κάτι πολύ ανθρώπινο και οικουμενικό. Η βρώση των σπόρων της γης, είναι υπόμνηση των ανθρώπων, που «μπήκαν στη γη», αλλά δεν θεωρούνται «χαμένοι», για τη μνήμη της κοινότητας. Το κόλλυβο, έτσι όπως παρασκευάζεται από βρασμένο σιτάρι, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς, σταφίδες, ρόδι κ.ά., παραπέμπει στην ανάμνηση των κεκοιμημένων και την ζωηρή ελπίδα της αναστάσεως.
Αξίζει να δούμε όμως και άλλες παραδόσεις του Γένους των Ανθρώπων, ως προς τον τρόπο που ενθυμούνται και τιμούν τους κεκοιμημένους.
Στην Πίστη Konko (Konkokyō / Konkokyo), που εμφανίστηκε στην Ιαπωνία τον 19ο αιώνα, η Ημέρα Ανάμνησης των κεκοιμημένων ονομάζεται Memorial Service ή Mitama Memorial Service («Τελετή Μνήμης των Πνευμάτων ή των Ψυχών»). Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος της ιαπωνικής γλώσσας Mitama (御霊), που αναφέρεται στο «σεπτό πνεύμα» του αποθανόντα.
Οι τελετές αυτές τελούνται για τους προγόνους και τα αγαπημένα πρόσωπα που «έφυγαν».
Η Πίστη Konko δεν αντιμετωπίζει τους νεκρούς ως «χαμένους», αλλά ως πνεύματα που συνεχίζουν να υπάρχουν ενωμένα με το Tenchi Kane no Kami (τον Θεό του Ουρανού και της Γης ή πιο σωστά του Σύμπαντος), και βοηθούν τους ζωντανούς ποικιλότροπα.
Η «ανάμνηση» σ’ αυτή την παράδοση, δεν είναι τόσο η θλίψη του πένθους, όσο εκδήλωση της σχέσης ευγνωμοσύνης που συνδέει όσους ζουν στο παρόν με εκείνους που πέρασαν στο Επέκεινα. Είναι σα να λέγεται, πως «ο άνθρωπος άλλαξε δωμάτιο στο σύμπαν, όχι ύπαρξη».
Στην παράδοση Ζεν του Δασκάλου Thích Nhất Hạnh, με επίκεντρο την Κοινότητα του Plum Village, στη Γαλλία, υπάρχουν τελετές και ημέρες αφιερωμένες στη μνήμη των νεκρών και των προγόνων.
Η σημαντικότερη, είναι συνήθως η γιορτή Vu Lan (κατά τη βιετναμέζικη μορφή του Ullambana του Μαχαγιάνα Βουδισμού), γνωστή ως «Ημέρα των Προγόνων» ή «Ημέρα Ευγνωμοσύνης προς τους Γονείς και τους Προγόνους». Συνδέεται με προσευχές και πράξεις μνήμης για τους αποθανόντες συγγενείς.
Στην Κοινότητα Plum Village η μνήμη των νεκρών συνδέεται έντονα με την έννοια της συνέχειας και όχι της οριστικής εξαφάνισης, με την παρουσία των προγόνων μέσα μας, με την πρακτική για την οικείωση με την «ενσυνείδητη μνήμη», αλλά και με οικογενειακά ή κοινοτικά μνημόσυνα.
Ο Thích Nhất Hạnh μιλούσε συχνά για την αλήθεια , ότι: «δεν πεθαίνουμε πραγματικά· συνεχίζουμε να υπάρχουμε στους απογόνους μας, αλλά και μέσα από τις πράξεις μας, που αποτελούν την παρακαταθήκη μας, όπως και μέσα από βαθιά επίγνωση των απογόνων μας».
Η προσέγγιση του θέματος της ανάμνησης των κεκοιμημένων στην παράδοση του Δασκάλου Thich Nhat Hanh, δεν έχει τον «δικανικό» χαρακτήρα των χριστιανικών μνημοσύνων. Περισσότερο είναι μια θεραπεία της σχέσης ζωντανών και νεκρών, μέσω επίγνωσης και ευγνωμοσύνης. Οι πρόγονοι είναι παρόντες μέσα στη ροή της ζωής.
Η ελληνική κοσμοθέαση.
Ας δούμε όμως και τί ίσχυε στην αρχαία ελληνική θρησκεία, γιατί το πνεύμα και η παρακαταθήκη της είναι ζώσα, παρά τον πόλεμο που έχει δεχθεί επί αιώνες και κατά κανόνα χωρίς τιμιότητα.
Στην ελληνική κοσμοθέαση (θρησκεία), η μνήμη των νεκρών αποτελεί μέρος της λατρευτικής ζωής. Οι νεκροί δεν θεωρούνται απλώς «οι απόντες», αλλά σκιές ή ψυχές που συνεχίζουν να έχουν σχέση με τον κόσμο των ζωντανών και μπορούν να ευεργετήσουν ή να ενοχλήσουν τους ανθρώπους αν παραμελούνται οι οφειλόμενες τιμές προς αυτούς.
Από τις σημαντικότερες ημέρες και τελετές, που αφιερώνονται στην ενθύμηση κεκοιμημένων είναι οι εξής:
Ανθεστήρια, και ιδιαίτερα η τρίτη ημέρα, οι Χύτροι.
Τα Ανθεστήρια ήταν γιορτή του Διονύσου στην Αθήνα.
Η τρίτη ημέρα, οι Χύτροι, είχε έντονο χαρακτήρα μνήμης των νεκρών. Πίστευαν ότι οι ψυχές ανέβαιναν προσωρινά στον κόσμο των ζωντανών. Προσφέρονταν πανσπερμίες σε χύτρες για τον Χθόνιο Ερμή και για τις ψυχές.
Στο τέλος της τελετής λέγονταν η περίφημη φράση:
«Θύραζε Κῆρες, οὐκέτ’ Ἀνθεστήρια» («Έξω, ψυχές, τελείωσαν τα Ανθεστήρια»).
Γενέσια
Τα Γενέσια ήταν επίσημη αθηναϊκή γιορτή αφιερωμένη στους νεκρούς προγόνους. Τελούνταν τον μήνα Βοηδρομιώνα. Περιλάμβανε επισκέψεις σε τάφους και προσφορές.
Κάτι σαν συλλογικό «μνημόσυνο προγόνων» της πόλης.
Νεκύσια
Τα Νεκύσια, ήταν γενικά οι ημέρες χοών και προσφορών χάριν των νεκρών, που συνήθως τελούσαν οι οικογένειας.
Στην αρχαία Ελλάδα προσφερόταν τιμές στους Ήρωες και στους ένδοξους Νεκρούς. Αυτό χαρακτηρίζεται γενικά ως «Ηρωολατρεία».
Υπήρχαν ετήσιες τελετές για να τιμηθούν οι Ήρωες και οι ένδοξοι Νεκροί. Οι τελετές περιλάμβαναν χόες, αίμα ζωοθυσιών, αθλητικούς αγώνες και γεύματα, που παρατίθεντο κοντά στα μνήματα των τιμωμένων.
Η Ραψωδία Λ΄(30) της Οδύσσειας του Ομήρου έχει ως τίτλο «Νέκυια» (η λέξη προέρχεται από το «νέκυς» που σημαίνει νεκρός ή πτώμα). Η Νέκυια αναφέρεται στην τελετουργική κάθοδο στον Άδη και επικοινωνία με τις ψυχές.
Στην Νέκυια του Ομήρου, Ραψωδία Λ΄της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας, ακολουθώντας οδηγίες της Κίρκης, κατεβαίνει στον Άδη προκειμένου να συναντήσει και να λάβει συμβουλές από το μάντη Τειρεσία, ως προς την επιστροφή του στην Ιθάκη.
Η προετοιμασία της καθόδου στον Άδη είναι μια τελετή του Οδυσσέα, που προσφέρει χοές (σπονδές υγρών: γάλα, κρασί, νερό, λάδι ή μέλι), σε έναν λάκκο που προηγουμένως έχει σκάψει. Στη συνέχεια θυσιάζει ένα κριάρι , για να προσελκύσει τους νεκρούς με το αίμα του ζώου. Η Ραψωδία Λ’ της Οδύσσειας θεωρείται από αρκετούς ως εγχειρίδιο μνήμης και επικοινωνίας με τις ψυχές των νεκρών.
Η στάση της ελληνικής κοσμοθέασης απέναντι στις ψυχές των νεκρών δεν συνιστά λατρεία των προγόνων, ούτε μπορεί να παρομοιασθεί με την μεταγενέστερη χριστιανική στάση, που εκδηλώνεται με τις τελετές των μνημοσύνων. Οι Έλληνες, μάλλον, εκδήλωναν σεβασμό, φόβο, χρέος να διατηρείται μια ισορροπία μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών.
29 Μαΐου 2026
Γιώργος Δούδος
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναφέρονται στο Ψυχοσάββατο των Χριστιανών της Ανατολής, στον Χθόνιο Ερμή και σε βωμό των προγόνων σε μια ασιατική οικογένεια.
Wednesday, April 08, 2026
ΜΑΝΣΟΥΡ ΑΛ ΧΑΛΑΤΖ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ….
Κάποτε ρωτήθηκε ο οδοιπόρος στην αναζήτηση του Αγαπημένου Μανσούρ αλ-Χάλατζ (858-26 Μαρτίου 922 κ.χ.): «Ποιο είναι το απόγειο του Σουφισμού; Ποια είναι η υψηλότερη εμπειρία στον Σουφισμό»; Ο Μανσούρ του απάντησε: «Έλα αύριο και θα δεις μόνος σου». Ο περίεργος άνθρωπος του είπε: «Βλέπεις; Τί βλέπεις; Γιατί δεν μπορείς να μου δώσεις την απάντηση με λόγια τώρα»; Ο Μανσούρ γέλασε και απάντησε: «Ό,τι μπορεί να επωθεί με λόγια δεν είναι Σουφισμός. Έλα αύριο και δες μόνος σου». Την επομένη, όταν ο άντρας έφτασε στο σπίτι του Μανσούρ για να «δει» την απάντησή του, τί είδε! Ο Μανσούρ είχε συλληφθεί. Ήταν δεμένος μ’ ένα σχοινί και τον έσερναν. Έλεγαν ότι θα τον εκτελέσουν. Γιατί; Επειδή ο Μανσούρ αλ- Χάλατζ επαναλάμβανε συνεχώς: «Αν-αλ-Χακ» (Ana’l Haqq). Αυτή η φράση στα αραβικά «Ana’l Haqq», σημαίνει ‘Είμαι η Αλήθεια’! Έτσι έλεγε πριν μερικούς αιώνες και ο ευλογημένος Ιησούς, ο γιος της Μαριάμ. Αλλά ποιος μπορεί να λέει ‘είμαι η Αλήθεια’, αφού η αλήθεια είναι προνόμιο μονάχα του Θεού; Εκείνα τα χρόνια στην Βαγδάτη, τον τέταρτο αιώνα από την Εγίρα, μια τέτοια διακήρυξη, μια τέτοια ομολογία είχε κριθεί από τους Ουλεμάδες, που ξέρανε το νόμο και όσα ήταν φανερά στο Κοράνιο, μα η σοφία τους ήταν άτολμη, και αδυνατούσαν να προχωρήσουν στο μονοπάτι του Αγαπημένου, σαν μεγάλη ασέβεια! Είχαν κλέψει οι Ουλεμάδες και ο Χαλίφης της Βαγδάτης την κρίση από τον Αλλάχ, που είναι ο Αλ Χακάμ και ο Αλ Άντλ, και είχαν αποφασίσει πως ο Μανσούρ ήταν βλάσφημος! Καθώς τον σέρνανε τον Μανσούρ, που αιμορραγούσε ο όχλος τον πετροβολούσε. Και ο Μανσούρ αλ Χάλατζ παρόλο το μαρτύριο, γελούσε! Μέσα στο πλήθος των θεατών, τα μάτια του Μανσούρ αναγνώρισαν το άνδρα που ήθελε να μάθει για το απόγειο του Σουφισμού και του φώναξε: «Δες, αυτό είναι το απόγειο του Σουφισμού». Ο περίεργος άντρας είχε αναστατωθεί. Όταν ο Μανσούρ τον κοίταξε, αμέσως έκανε ένα βήμα πίσω και έσμιξε με τον όχλο κυριευμένος φόβο μήπως και τον αναγνωρίσουν σαν μαθητή του Μανσούρ και τον σκοτώσουν. Αλλά ο Μανσούρ συνέχισε να γελάει. Η σκαλωσιά που είχαν ανεβάσει τον Μανσούρ είχε ήδη μουσκέψει με το αίμα του. Οι άνθρωποι, κραυγάζοντας σαν τρελοί, συνέχισαν με μανία να του πετούν πέτρες, αλλά αυτός δεν σταμάτησε να γελάει. Στην αρχή ο δήμιος τον γρονθοκόπησε μα μανία στο πρόσωπο, κατόπιν τον μαστίγωσε, μέχρις ότου έχασε τις αισθήσεις του και στη συνέχεια τον αποκεφάλισε, ενώ άλλοι θυμούνταν πως τον σταύρωσαν. Μάρτυρες ανέφεραν ότι τα τελευταία λόγια του Μανσούρ αλ Χάλατζ, ενώ υπέμενε τα βασανιστήρια, ήταν τα εξής, «ένα μονάχα πράγμα έχει σημασία για εκείνον που χάνεται σε έκσταση εντός του Μοναδικού, να αξιωθεί να χαθεί μες στην Ενότητα με τον Αγαπημένο». Μετά απάγγειλε από το ιερό Κοράνιο το εδάφιο από την σούρα Αλ Σούρα (42), που λέει: «Επιδιώκουν να επιταχύνουν όσοι δεν πίστεψαν σε αυτό (στην Ώρα της Κρίσεως), και όσοι έχουν πιστέψει φοβούνται τον ερχομό της. Γνωρίζουν ότι είναι η Αλήθεια. Όσοι αμφιβάλλουν γι’ αυτή την Ώρα, είναι βέβαιο πως βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη». Το σώμα του Μανσούρ αλ Χάλατζ περιχύθηκε με λάδι και πυρπολήθηκε, ενώ οι στάχτες του σκορπίστηκαν στον ποταμό Τίγρη. Την ώρα που η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα του Μανσούρ, ακούστηκε η εξαγγελία «Αν-αλ-Χακ»!
Με το μαρτύριό του ο Μανσούρ, χωρίς λόγια και διδασκαλίες θεωρητικές έδειξε την υψηλότερη εμπειρία του Σούφισμού, όπου ο θάνατος γίνεται γιορτή!
Γιατί γελούσε ο Μανσούρ; Επειδή γνώριζε καλά, ότι αυτός που προσπαθούσαν να σκοτώσουν, αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ο πραγματικός του Εαυτός. Το σπαθί του δήμιου δεν μπορούσε να φτάσει στο πραγματικό «εγώ». Ούτε τα καρφιά που τον σταύρωναν, άγγιζαν την αληθινή ύπαρξή του. Το γέλιο του, ως την τελευταία στιγμή, ήταν σα να έλεγε: «Τι παιχνίδι παίζουν αυτά τα θνητά όντα! Προσπαθούν να με σκοτώσουν, αλλά το κοφτερό σπαθί που μπορεί να με αγγίξει ή έστω να με πληγώσει δεν έχει φτιαχτεί ακόμα. Κι αν κάποια στιγμή φτιαχτεί το κοφτερό σπαθί, ή το σχοινί που θέλουν να περάσουν από το λαιμό μου ή τα καρφιά για να με σταυρώσουν, τότε θα σκοτώσουν αυτό το σώμα. Καταστρέφοντας όμως αυτό το φθαρτό σώμα, ετούτοι οι άφρονες, νομίζουν ότι μπορούν να με σκοτώσουν!» Γι' αυτό γελούσε ο Μανσούρ! Ήταν η έκσταση στο γέλιο του Μανσούρ, που είναι το αποκορύφωμα του Σουφισμού!
08/04/2026
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΔΟΣ
Η εικόνα της σταύρωσης και της πυρπόλησης του Μανσούρ αλ Χάλατζ είναι από χειρόγραφο του 19ου αιώνα, από το Κασμίρ.
Subscribe to:
Posts (Atom)









