Friday, October 02, 2026
Η ΚΑΚΟΦΟΡΜΙΣΜΕΝΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΖΛΑΤΑ
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από τη στιγμή, που εδώ και χρόνια, οι τοπικές εκκλησίες μετατράπηκαν σε εθνικές εκκλησίες και δέχθηκαν να γίνουν προπαγανδιστές «εθνικών» ιδεολογιών, ζει ένα ανομολόγητο σχίσμα στους κόλπους της.
Έγινε γνωστό από την Μητρόπολη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, ότι τον Σεπτέμβριο του 2026 ταυτοποιήθηκαν τα ιερά λείψανα της Αγίας Νεομάρτυρος Χρυσής, που είχαν βρεθεί λίγο πρωτύτερα στον γενέθλιο τόπο, στο χωριό Χρυσή της Αλμωπίας (κατά την ανακοίνωση της Μητροπόλεως), γνωστής και ως Αγίας Ζλάτας.
Η νεαρή σλαβόφωνη Μακεδόνισσα Ζλάτα, από το χωριό Σλάτενα ή Ζλάτινα των Μογλενών ή Καρατζόβας, (το χωριό μετονομάσθηκε σε Χρυσή, όπως και άλλοι οικισμοί στο νομό Πέλλης, που είχαν σλαβικά τοπωνύμια, στις 18 Μαρτίου 1926, με διατάγματα που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ αριθ. 97 τεύχος Α΄), στα 17 της χρόνια μαρτύρησε από Οθωμανούς то 1795, γιατί αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον Χριστό και την Εκκλησία. Το βαπτιστικό όνομα της Αγίας ήταν Ζλάτα (Злата), που στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «Χρυσή».
Μια αναγκαία παρένθεση: Στο Βάπτισμα, κατά την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η ονοματοδοσία συνδέεται με την είσοδο του ανθρώπου στο επί γης Σώμα του Χριστού. Θα μπορούσε να ειπωθεί και με την πρόσληψη, ιδίως της ανατολικής θεολογίας περί του Προσώπου, ότι ο Θεός γνωρίζει τον άνθρωπο ως πρόσωπο, και ότι το όνομά του είναι το σημείο αυτής της μοναδικής προσωπικής ταυτότητας.
Η παρένθεση περί του ανθρώπου και του ονόματός του, για λίγο θα συνεχισθεί: Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας υιοθετεί την εξής θεολογική ιδέα: Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο ενώπιον του Θεού, όχι μια απρόσωπη μονάδα μέσα στην μάζα της ανθρωπότητας.
Η χριστιανική παράδοση δίνει ξεχωριστή βαρύτητα στο όνομα του ανθρώπου. Ο Θεός καλεί κάποιον «κατ' ὄνομα», και ακριβώς, η πρόσκληση είναι μοναδικά προσωπική.
Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται «τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα» (10:3), που σημαίνει, ότι δεν γνωρίζει απλά ο τσομπάνης το κοπάδι του, αλλά γνωρίζει κάθε «πρόβατο» ξεχωριστά.
Τα ερείσματα της θεολογίας του Προσώπου, δεν βρίσκονται στους Πατέρες, αλλά στην Αγία Γραφή.
Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός καλεί ανθρώπους με το όνομά τους: «Μὴ φοβοῦ, ὅτι ἐλυτρωσάμην σε, ἐκάλεσά σε τὸ ὄνομά σου, ἐμός εἶ σύ» (Ησαΐας 43:1).
Το όνομα ενός ανθρώπου σημαίνει προσωπική αναγνώριση και σχέση. Ιδίως στην Χριστιανική Ανατολή δεν έχει γίνει ανεκτή η θεωρία της ιερής γλώσσας, για τούτο και οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, υπήρξαν όχι μόνο Φωτιστές των Σλάβων, αλλά και Προστάτες της Ευρώπης, όπως τους ανακήρυξε ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, διότι σεβόμενοι την ιδιοπροσωπία των σλαβικών λαών, κήρυξαν το Ευαγγέλιο στη δική τους γλώσσα και όχι στην ελληνική ή στη λατινική, κάτι που παραπέμπει στην Ευρώπη των γλωσσών, αλλά και των κοινών κατά βάση αξιών.
Σύμφωνα με όσα γράφτηκαν προηγουμένως εν συνόψει, περί του ονόματος και της θεολογίας του Προσώπου, ο Θεός, γνώριζε τη νεαρή Νεομάρτυρα με το όνομα που έλαβε κατά τη βάπτισή της· με το όνομα Ζλάτα (Злата).
Στην ελληνική, από πλευράς εδαφικής επικράτειας του σύγχρονου κράτους, εκκλησιαστική παράδοση, η Ζλάτα μετονομάστηκε σε Χρυσή.
Σε ακαδημαϊκή μελέτη για τους Νεομάρτυρες, αναφέρεται, ότι η Ζλάτα, με εξελληνισμό του ονόματός της σε Χρυσή (που μαρτύρησε το 1795) ήταν σλαβικής καταγωγής και καταγόταν από το χωριό Ζλάτενα των Μογλενών, όπως επικράτησε από τον 10ο αιώνα και μετά να ονομάζεται η περιοχή της σημερινής Αλμωπίας, ενώ στην οθωμανική περίοδο χρησιμοποιούνταν και το τοπωνύμιο Καρατζόβα.
Μια αναδρομή και πάλι στο θέμα που ανάφερα στην αρχή: στο ανομολόγητο σχίσμα λόγω εθνικών ή φυλετικών ανταγωνισμών στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η αντιμαχία Ελλήνων και Βουλγάρων έχει βάθος χρόνου.
Ο τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ επί τριάντα περίπου χρόνια μάχονταν κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εν τέλει, όπως είναι γνωστό, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ο Μακεδών (958-1025), στις 29 Ιουλίου του 1014 στην Μάχη του Κλειδίου, συνέτριψε τις βουλγαρικές δυνάμεις, και τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1018, με τον θάνατο του Σαμουήλ, έπαυσε να υπάρχει βουλγαρικό κράτος. Η σκληρή μοίρα που επιφύλαξε ο Βασίλειος Β΄στους Βούλγαρους αιχμαλώτους, που τύφλωσε, του επιφύλαξε και τον τίτλο «Βουλγαροκτόνος».
Η σκληρή αντιμαχία μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, εκδηλώθηκε και με το Βουλγαρικό Σχίσμα του 1870, που καταδικάσθηκε με τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872. Η ένταση οξύνθηκε κατά την περίοδο του λεγόμενου Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Στην οθωμανική Μακεδονία συγκρούονταν ένοπλες ομάδες Βουλγάρων και Ελλήνων, με σκοπό την ανάπτυξη της επιρροής είτε προς την Ελλάδα, που κατά κάποιον τρόπο εκπροσωπούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε προς την Βουλγαρία, που εκπροσωπούνταν από την Βουλγαρική Εξαρχία.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας από το 1872 ήταν σχισματική, μέχρι το 1945 που έγινε άρση του σχίσματος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το 1961, πάλι με πράξη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ανυψώθηκε η Εκκλησία της Βουλγαρίας σε Πατριαρχείο.
Τα κατάλοιπα του μίσους των Ελλήνων κατά των Βουλγάρων και καθετί βουλγαρικού συνεχίστηκαν με ένταση και κατά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (1913).
Στην Μακεδονία, βουλγαρικές εξαρχικές εκκλησίες κάθε άλλο παρά έγιναν σεβαστές ως ορθόδοξοι, έστω σχισματικοί, ιεροί ναοί. Στην Θεσσαλονίκη, στη σημερινή οδό Αλεξάνδρου Σβώλου και απέναντι από τον παλιό κινηματογράφο ‘Έσπερος’ υπήρχε εκκλησία των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Όχι απλά κατεδαφίστηκε εξ ολοκλήρου, αλλά ποτέ δεν τοποθετήθηκε έστω μια ταπεινή επιγραφή για να θυμίζει την ύπαρξή της. Πίσω από το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο ‘Θεαγένειο’, υπάρχει πέτρινος ναός επ’ ονόματι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Πρόκειται για βουλγαρικό ναό του αγίου Γεωργίου, που όταν καταλήφθηκε από του Έλληνες «αποβλήθηκε» ο Άγιος στον οποίο είχε αφιερωθεί. Στα Γιαννιτσά, ο κεντρικός παλαιός ναός της πόλης ήταν βουλγαρική εξαρχική εκκλησία των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία, όταν περιήλθε η πόλη στην ελληνική επικράτεια η εκκλησία επαναφιέρωθηκε στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη!
Η καταστροφή, στην κυριολεξία ορθοδόξων ιερών ναών, επειδή δεν ήταν «ελληνοπρεπείς»(!!!) συνεχίστηκε όταν Μητροπολίτης Φλωρίνης ανέλαβε ο Αυγουστίνος Καντιώτης. Στη διάρκεια της ελληνικής δικτατορίας (1967-1974), που τον ανέδειξε μητροπολίτη, ο Καντιώτης γκρέμισε τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Παντελεήμονος στη Φλώρινα, τον μητροπολιτικό ναό του Αμυνταίου και παλιούς ναούς σε χωριά της επαρχίας του. Σ’ αυτές τις εκκλησίες υπήρχαν τοιχογραφίες με επιγραφές στη σλαβωνική γλώσσα και κυρίως αυτό ήταν που τις καθιστούσε «μη ελληνοπρεπείς». Γίνονταν επιχρωματισμοί των επιγραφών, αλλά μετά από λίγο αποκαλύπτονταν οι σκλαβωνικές επιγραφές και πάλι. Αυτό μαρτυρείται και από τον Πρωτοπρεσβύτερο Αθανάσιο Ρούκαλη, με καταγωγή από τη Νάουσα, που υπήρξε μια από τις πιο δραστήριες ιερατικές φυσιογνωμίες της Φλώρινας κατά τα μέσα του 20ού αιώνα. Σε ένα βιβλίο, εν είδει αυτοβιογραφίας που είχε γράψει ομολογεί ότι, «έφερε βαρέως» το γεγονός ότι ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος της Φλώρινας, που ήταν εφημέριος και προϊστάμενος, ‘είχε αρχιτεκτονικά στοιχεία και παλαιότερες επιγραφές σε σλαβικό ρυθμό και γραφή, κατάλοιπα της περιόδου των σχισματικών (εξαρχικών)’. Ομολογεί ότι είχε μεριμνήσει για την απομάκρυνση αυτών των στοιχείων, την αλλαγή του τέμπλου κ.λπ..
Εάν για κάτι οφείλουν οι Έλληνες και ιδίως οι Θεσσαλονικείς στη μνήμη του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκη Παντελεήμονος Β΄του Χρυσοφάκη, είναι η ανέγερση στην παραλία, του προσκυνηματικού ναού των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου συμφιλιώνοντας, κατά κάποιο τρόπο, τους Έλληνες Ορθοδόξους, κυρίως της Μακεδονίας, με τους Θεσσαλονικείς Αγίους Φωτιστές των Σλάβων. Αν και ο Παντελεήμων Χρυσοφάκης, δέσμιος σαν Έλληνας, των προκαταλήψεων κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων γενικότερα, καθιέρωσε, η μνημόνευση των Αγίων από τους ιερείς να γίνεται ως εξής: «των αγίων ισαποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου, των Ελλήνων και Θεσσαλονικέων»! Βέβαια οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, τον 9ο αιώνα που έζησαν, ήταν μια εποχή που η έννοια «Έλληνας», ως φυλετικός προσδιορισμός δεν υπήρχε, ενώ κυριαρχούσε η έννοια του Ρωμαίου. Πέραν τούτου, η άρτια γνώση της τότε σλαβικής γλώσσας, που μιλιούνταν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, καθιστά πολύ πιθανό το ενδεχόμενο, οι Άγιοι να είχαν σλαβική καταγωγή.
Το μαρτύριο της αγίας Ζλάτα (1795), φαίνεται πως έγινε σύντομα γνωστό πέραν της περιοχής των Μογλενών. Έτσι εξηγείται η αναφορά της νεομάρτυρος στο «Νέο Μαρτυρολόγιο», που είχε συντάξει ο λόγιος μοναχός άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (Νάξος 1749-Καρυές Αγίου Όρους 1809) το 1797 και εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Βενετία το 1799. Στο Νέο Μαρτυρολόγιο αναφέρεται η Νεομάρτυρας με το εξελληνισμένο όνομά της ως Χρυσή, αλλά ο Νικόδημος γράφει, ότι ήταν από «μίαν επαρχίαν της Βουλγαρίας, επονομαζομένην Μογλενών».
Για πάρα πολλές δεκαετίες οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας θεωρούνταν Βούλγαροι, ενώ οι διάλεκτοι της μακεδονικής γλώσσας «χαρίζονταν» στη βουλγαρική γλώσσα.
Στο χωριό Περίκλεια, (παλαιότερο τοπωνύμιο «Μπερίσλαβ» ή στα βλαχομογλενίτικα «Μπιρίσλαβ»), στην περιοχή Αλμωπίας της Πέλλας, υπάρχει μια παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που χτίστηκε περίπου το 1800, από τους Μογλενίτες Βλάχους. Εκεί διασώζεται επιγραφή «Αγία Χρυσή – Σφιέτα Ζλάτα Μενγκλίντσκαγια», που αναφέρεται στην Αγία με την απόδοση του ονόματός της στην ελληνική μεταγραφή, αλλά και όπως ήταν γνωστή στην επιχώρια σλαβομακεδονική διάλεκτο, με προσθήκη του επιθετικού προσδιορισμού της καταγωγής της.
Υπάρχει επίσης αρκετά παλιά φορητή εικόνα της Αγίας Νεομάρτυρος, που με ελληνικούς χαρακτήρες προσδιορίζεται η εικονιζόμενη Αγία ως «Σφέτη Ζλάτα».
Μια σημείωση εδώ: Στην οθωμανική περίοδο και στο διοικητικό σύστημα των «μιλλέτ», ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο «μιλλέτ μπασί», δηλαδή ο ηγέτης όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, που αποκαλούνταν Ρωμιοί (Ρουμ Μιλλέτμπασι). Δεν υπήρχαν εθνοφυλετικοί διαχωρισμοί των Ρωμιών της Αυτοκρατορίας. Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Άραβες κ.λπ. Χριστιανοί Ορθόδοξοι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπάγονταν στην πολυεπίπεδη δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Στο Πατριαρχείο τότε, όπως συμβαίνει εν πολλοίς και σήμερα κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα. Από μεγάλη και ασφυκτική ποιμαντική ανάγκη υποχωρούσε η χρήση της ελληνικής γλώσσας έναντι άλλων γλωσσών. Στην οθωμανική Μακεδονία, πατρίδα της αγίας Ζλάτα, οι ορθόδοξες εκκλησίες είχαν ως λειτουργική γλώσσα την ελληνική, αδιαφορώντας αν το σλλαβόφωνο κυρίως «ποίμνιο» των αγραμμάτων χωρικών παρακολουθούσε τις ακολουθίες χωρίς να καταλαβαίνει «τα γράμματα». Έτσι βρίσκεται η απάντηση, είτε ως προς την ‘διπλή’ επιγραφή όταν γίνεται αναφορά στη Νεομάρτυρα, είτε ως προς την επιγραφή στη σλαβική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες, όπως στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Το σύγχρονο ελληνικό κράτος από της «πανηγυρικής» συστάσεώς του το 1830, αλλά και λίγο πρωτύτερα, το 1828, την περίοδο Καποδίστρια, ανασκουμπώθηκε σε έναν εργώδη αγώνα επιβολής της ομογενοποίησης του ελληνικού έθνους. Το φαινόμενο δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία, αλλά παράγωγο της διάδοσης της αρχής των εθνοτήτων, όπως την είχε διατυπώσει ο Ιταλός επαναστάτης και πολιτικός στοχαστής Giuseppe Mazzini. Αποτελούσε τον 19ο αιώνα μια θεμελιώδη ιδέα του φιλελεύθερου εθνικισμού. Στο επίκεντρο αυτής της αρχής ήταν η νεοφανής πολιτικά για την εποχή έννοια του έθνους, διότι το έθνος, ως φαντασιακή κοινότητα θεωρούνταν ότι είχε το δικαίωμα να σχηματίσει το δικό του ανεξάρτητο, κυρίαρχο και ενιαίο κράτος. Στην ελληνική περίπτωση εκ των πραγμάτων είχε επιδειχθεί ανοχή απέναντι στους Αρβανίτες, ως προς την κουλτούρα και ιδίως τη γλώσσα τους, κάτι που επιβιώνει ως σήμερα, στην περιοχή της Θήβας και της Αττικής κυρίως.
Μετά το τέλος του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου (1913) και την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στην ελληνική επικράτεια, το μείζον πρόβλημα στην προσπάθεια της ομογενοποίησης του «εμπλουτισμένου» πληθυσμιακά έθνους ήταν η κάθε άλλο παρά ευάριθμη παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών στην Μακεδονία.
Στα πλαίσια της Συνθήκης του Νεϊγύ, είχε υπογραφεί ελληνοβουλγαρική συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών στις 27 Νοεμβρίου 1919. Η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας είχε εθελοντικό χαρακτήρα.
Οι πολίτες των δύο χωρών που ανήκαν σε μειονότητες, είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν ελεύθερα, αν θα παραμείνουν ή αν θα μετεγκατασταθούν στη χώρα της προτίμησής τους με βάση την εθνική τους ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, ο Έλληνας χωροφύλακας και ο Βούλγαρος συνάδελφός του, εμπλούτισαν de facto τον εθελοντικό χαρακτήρα της συνθήκης, με τον εκβιασμό και τον φόβο, που είχε ως αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας, που δεν ένιωθαν Βούλγαροι, να εγκαταλείψουν τους γενέθλιους τόπους τους και να εγκατασταθούν στη Βουλγαρία, ενώ κάτι αντίστοιχο συνέβη με πληθυσμούς της Βουλγαρίας, που επίσης υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να έρθουν στην Ελλάδα. Η εφαρμογή των όρων της προηγούμενης ελληνοβουλγαρικής συνθήκης υπήρξε ένα πρώτο μέτρο στην προσπάθεια ομογενοποίησης του ελληνικού έθνους στη Μακεδονία, με την μέθοδο της εθνοκάθαρσης!
Με την εγκατάσταση προσφύγων από την Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολία στην Μακεδονία, σε εφαρμογή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών του 1923, που είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, έγινε μια δεύτερη μεγάλη προσπάθεια ομογενοποίησης του έθνους στις «νέες ελληνικές χώρες», και συγχρόνως με σκόπιμα μέτρα περιθωριοποιήθηκαν οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες, με απαγορεύσεις χρήσης της σλαβομακεδονικής γλώσσας και δημόσιας έκφρασης της μακεδονικής κουλτούρας, κάτι που δυστυχώς συμβαίνει μέχρι σήμερα, με αμείωτη ένταση εκ μέρους του κράτους και κρατικών θεσμών, όπως η δικαστική λειτουργία.
Την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά (1936) και στα πλαίσια της φιλόδοξης οικοδόμησης του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού, οι διώξεις κατά των σλαβόφωνων Μακεδόνων εντάθηκαν. Ο νομάρχης Φλώρινας της εποχής απόστρατος υποστράτηγος Ιωάννης Τσακτσήρας, γνωστός για τις ακραίες εθνικιστικές του ιδέες, καθόσον είχε διατελέσει νωρίτερα αρχηγός των «Χαλυβδόκρανων» της εθνικιστικής, αντισημιτικής και φασιστικής οργάνωσης Εθνική Ένωσις «Ελλάς» (ΕΕΕ), είχε εξαπολύσει κυριολεκτικά απηνή διωγμό κατά των σλαβόφωνων Μακεδόνων.
Στην διάρκεια της θητείας του και στα πλαίσια βίαιης αφομοίωσης και απαγόρευσης της μακεδονικής γλώσσας, εφάρμοσε σκληρά αστυνομικά μέτρα, διώξεις και βασανιστήρια. Ένα από τα μέτρα ήταν η υποχρεωτική κατάποση ρετσινόλαδου σε συνδυασμό με την κατανάλωση αλμυρής ρέγγας (χωρίς την παροχή νερού), σε άνδρες που καταλαμβάνονταν να μιλούν μακεδονικά, όπως βέβαια και κατά πολιτικά αντιφρονούντων προς το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Την περίοδο Μεταξά, η Εκκλησία της Ελλάδος, είχε επιβάλλει στους κληρικούς, κάτι που αφορούσε κυρίως τη Μακεδονία, «νὰ μὴ δίδωνται σλαυϊκὰ ὀνόματα» κατά την ονοματοδοσία στο μυστήριο της Βάπτισης (Εὐρετήριο Νομοκανονικῶν Ἀποφάσεων τῆς Ἱεράς Συνόδου, ἐγκύκλιος 152/1219/1150/20-5-1937 Ἱερᾶς Συνόδου).
Οι εθνικιστικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια, και στην Ανατολική Ευρώπη, που κατοικούν Ορθόδοξοι Χριστιανοί συνεχίζουν να υπάρχουν, άλλοτε τραγικά ολοφάνεροι και άλλοτε υποχθόνιοι. Οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αφότου μεταβλήθηκαν σε εθνικές εκκλησίες, έγιναν συχνά οχήματα επιθετικής πολιτικής των κρατών της έδρας τους, σε βάρος άλλων λαών, ακόμα και ομόδοξων. Η περίπτωση του Πατριαρχείου Μόσχας με τον πόλεμο της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της Ουκρανίας, αποτελεί μια προδοσία του Ευαγγελίου και μια συνειδητή επιβολής σχίσματος στην Ορθόδοξη Εκκλησία για πολιτικούς εθνικιστικούς λόγους.
Η επιμονή, στην περίπτωση της εύρεσης των τιμίων λειψάνων της αγίας νεομάρτυρος Ζλάτα, εκ μέρους της Μητροπόλεωε Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας να ἁποκρύπτεται»το βαπτιστικό όνομα της Αγίας και να προβάλλεται μόνον η μεταφορά του στην ελληνική γλώσσα, αποτελεί κατά την ταπεινή μου γνώμη, κατάλοιπο των «εκκλησιαστικών» προκαταλήψεων της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά των Βουλγάρων και Μακεδόνων Ορθοδόξων Χριστιανών και των αντίστοιχων τοπικών εκκλησιών τους, ενώ καταδεικνύεται απαξία κατά των Ελλήνων πολιτών σλαβομακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας. Λες και μόνον Έλληνες και Ελληνίδες μπορούσαν να γίνουν νεομάρτυρες στα χρόνια της οθωμανικής δουλείας…..
2 Οκτωβρίου 2026
©Γιώργος Α. Δούδος
Subscribe to:
Posts (Atom)

