Saturday, July 18, 2026
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΕΝΟΣ ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΥ ΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ İZMİR!
Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέδωσε το 2025 έναν τόμο στην αγγλική γλώσσα, με τίτλο: “From Smyrna to İsmir: Aspects of Transition from the 19th Century to 1922. History, Culture and Memory” (“Από τη Σμύρνη στην İzmir: Όψεις της Μετάβασης από τον 19ο αιώνα έως το 1922. Ιστορία, Πολιτισμός και Μνήμη”).
Οι εκδότες του συλλογικού τόμου κυρία Αιμιλία Θεμοπούλου, Καθηγήτρια Οθωμανικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ και ο κ. Hervé Georgelin, Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας του ΕΚΠΑ, στην εξαιρετική εισαγωγή, που συνυπογράφουν, αναφέρουν σε ένα σημείο τα εξής: «Ο παρών τόμος αποτελεί τον συλλογικό μας φόρο τιμής στην 100ή επέτειο της απώλειας ή της ανακατάληψης της Σμύρνης/Izmir, ανάλογα με την οπτική γωνία που επιλέγει κανείς, μετά από περισσότερα από δύο χρόνια (Μάιος 1919 – Σεπτέμβριος 1922), κατά τα οποία το λιμάνι της Μεσογείου διοικούνταν από την Ελλάδα. Ο τόμος βασίζεται σε μια επιλογή γραπτών εισηγήσεων, που παρουσιάστηκαν από ομιλητές στο Διεθνές Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2023, στο Κεντρικό Κτίριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τριάντα έξι συμμετέχοντες, – είκοσι από τους οποίους είχαν έρθει από το εξωτερικό –, συμμετείχαν στην πρωτοβουλία με τίτλο· ‘Η Σμύρνη ως Σύμβολο: Από τον 19ο αιώνα έως τον Σεπτέμβριο του 1922’».
Τα ιστορικά συμβάντα προσδιορίζονται ανάλογα με την σκοπιά που τα αντικρίζει και επιχειρεί να τα ερμηνεύσει ο ερευνητής ή ο αναλυτής τους. Έτσι, η Καταστροφή της Σμύρνης το 1922, κατά την ελληνική ματιά, ή η ανάκτηση της İzmir από τις πιστές στον Mustafa Kemal τουρκικές δυνάμεις, κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, κατά την τουρκική ματιά.
Η απώλεια της Σμύρνης, από τη μια μεριά αποτελεί έναν κόμπο βαθιάς θλίψης στη συλλογική ψυχή των Νεοελλήνων, και κυρίως εκείνων που γεύτηκαν το κατάπικρο ποτήρι της προσφυγιάς και εγκατέλειψαν τις εστίες τους στην Μικρά Ασία, στην κεντρική Ανατολία, στον Πόντο, στην Ανατολική Θράκη. Από την άλλη μεριά, η καταστροφή της «άπιστης» Σμύρνης (Gâvur İzmir) και η κατάληψή της από τις δυνάμεις του Gazi Mustafa Kemal, του κατοπινού Atatürk, υπήρξε το κορυφαίο συμβάν του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (τουρκικά “İstiklâl Harbi ή Kurtuluş Savaşı”), κατά την ανάγνωση των γεγονότων της εποχής από τους Τούρκους, που επέφερε την ακύρωση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), και ακύρωσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ αποτέλεσε την μήτρα της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Στον παραπάνω συλλογικό τόμο του ΕΚΠΑ με τις επί μέρους δημοσιεύσεις, θίγεται ένα πολύ ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούν την Σμύρνη και την περιοχή της, κατά την περίοδο του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, και κατά την περίοδο που η πόλη-λιμάνι τελούσε υπό καθεστώς εντολής της Κοινωνίας των Εθνών και διοίκηση που είχε ανατεθεί στην Ελλάδα.
Όλα τα δημοσιεύματα είναι ενδιαφέροντα και διαφωτίζουν πτυχές, που εν πολλοίς αρκετοί αγνοούσαμε. Λ.χ. ο σημαντικός Τούρκος πανεπιστημιακός και ερευνητής Elçin Macar, με το δημοσίευμά του: “The End of the Greek Protestants of Smyrna” (“Το Τέλος των Ελλήνων Προτεσταντών στη Σμύρνη”), αναφέρεται σε ένα θέμα, που μάλλον η πλειοψηφία των Ελλήνων, ακόμη και ιστορικών, είτε αγνοεί, είτε αδιαφορεί να ενσκήψει στην έρευνά του, αφού υπερβαίνει την «κονσέρβα», ότι στοιχείο της ελληνικότητας είναι αποκλειστικά η χριστιανική ορθόδοξη πίστη!
Ένα άλλο δημοσίευμα, της Τούρκισσας Arzu Öztürkmen, πανεπιστημιακής στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, με τίτλο: “Zeybek as a National Dance during a Transitional Period: The Impact of Izmir, Stockholm and Istanbul on Selim Sırrı Tarcan’s Choreography” (“Το ζεϊμπέκικο ως εθνικός χορός κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου: Ο αντίκτυπος της Σμύρνης, της Στοκχόλμης και της Κωνσταντινούπολης στη χορογραφία του Selim Sırrı Tarcan”), προσέλκυσε το ενδιαφέρον μου, ενόψει της επικαιρότητας που απέκτησε το «ζεϊμπέκικο» και της ελληνοτουρκικής διχογνωμίας, αν πρόκειται για τουρκικό ή ελληνικό χορό!
Το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στο δημοσίευμα του Hervé Georgelin, με τίτλο “Smyrna at War (1918-1922)” (“Η Σμύρνη σε πόλεμο (1918-1922)”), διότι απλούστατα, η εμπόλεμη περίοδος των ετών 1918 έως 1922 καθόρισε τις εξελίξεις στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη και προσδιόρισε το μέλλον της πρωτεύουσας της ανατολικής όχθης του Αιγαίου.
Η ιστορία ως επιστήμη, είναι αρκετά ευάλωτη και συχνά βιάζεται για να καταπέσει στο επίπεδο της προπαγάνδας.
Στον κύκλο της Ιστορίας ως επιστήμης, περιλαμβάνεται όχι μόνον η καταγραφή συμβάντων του παρελθόντος, αλλά και η μελέτη προς διακρίβωση των αιτίων που προκάλεσαν την εμφάνισή τους, όπως και η παράθεση ορισμένων γενικών κανόνων, που παρατηρούνται στην ιστορική εξέλιξη.
Η Ιστορία, ως γνωστικό πεδίο, με αυτόνομους κανόνες και μεθόδους έρευνας, όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα ό,τι εννοείται ως επιστήμη, έχει διαμορφωθεί σταδιακά, μόλις από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά. Δεν θα ήταν υπερβολή αν ειπωθεί, ότι η Ιστορία, μέχρι τη διαμόρφωσή της ως επιστήμης, έχει υποστεί ποικίλες εξελίξεις, ενώ αυτή η διαδικασία συνεχίζεται. Η Ιστορία, κατά την εξελικτική πορεία της, πέραν της θεμιτής επίδρασης που υφίσταται από φιλοσοφικά και ιδεολογικά ρεύματα, ιδίως στον τομέα της ερμηνείας του παρελθόντος, συχνά υφίσταται μετάλλαξη πτωτική και καθίσταται κακοποιημένη μορφή επιστήμης.
Τα γεγονότα που αναφέρονται στα συμβάντα της Σμύρνης κυρίως κατά το 1922, συνεχίζουν να παρατίθενται από ιστοριογράφους, με τρόπο, που συχνά εξυπηρετεί τους εθνικούς μύθους ή και τις φαντασιώσεις, που επικρατούν, είτε στην ανατολική, είτε στην δυτική πλευρά του Αιγαίου.
Το μελέτημα του Hervé Georgelin τολμώ να πω, ότι αποτελεί «ιστορία», που επιχειρεί να αγγίξει την αντικειμενικότητα και πάντως δεν επιδιώκει να συντηρήσει μυθεύματα.
Ο Hervé Georgelin, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί «πολύτιμο» απόκτημα του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2016. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με την Σμύρνη, σε δίσεκτους καιρούς πολέμων, που κατέληξαν στην καταστροφή της πόλης και στο ορφάνεμά της από τα τέκνα της, που επί αιώνες την κατοικούσαν και την είχαν καταστήσει κάτι το μοναδικό στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Θεωρώ, πως είναι αναγκαίο να αναφέρω τα ακόλουθα: Το 2019 εκδίδεται το έργο του Georgerlin στη γαλλική γλώσσα, από τις εκδόσεις ‘Ηρόδοτος’, με τίτλο “Smyrne dans la guerre Novembre 1914 Septembre 1922”. Το 2023 ακολουθεί η έκδοση της παραπάνω μονογραφίας σε ελληνική μετάφραση, πάλι από τις εκδόσεις ‘Ηρόδοτος’, με τίτλο “Η Σμύρνη σε κλοιό πολέμου 1914-1922”.
Πρωτύτερα, τo 2005, είχε εκδοθεί στη Γαλλία η μονογραφία του Hervé Georgelin με τίτλο, “La fin de Smyrne: du cosmopolitisme aux nationalisms”. Οι εκδόσεις ‘Κέδρος’ εκδίδουν την ελληνική μετάφραση της παραπάνω μονογραφίας σε πρώτη έκδοση το 2007 και σε δεύτερη έκδοση 2017 με τίτλο “Σμύρνη. Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς”. Τούτο το έργο του Georgelin έχει κυκλοφορήσει και στην Τουρκία με τίτλο “Smyrna’ nın Sonuö Kosmopolıtızmden Millitçliğe”, το 2008.
Κατόπιν αυτών των δεδομένων, το μελέτημα που φιλοξενείται στον τόμο του ΕΚΠΑ, νομίζω ότι ικανοποιεί τον απαιτητικό αναγνώστη, γιατί ανιχνεύει το κατά δύναμη τα γεγονότα χωρίς παραμορφωτικές παρωπίδες, κάτι που φαίνεται και από την ικανοποιητική σε εύρος παράθεση σχετικής βιβλιογραφίας.
Ο Georgelin, στην αρχή του δημοσιεύματός του, σε λίγες σειρές, κάνει σύντομη αναφορά στις συνθήκης που επικρατούσαν στην Σμύρνη, από τον Νοέμβριο του 1914, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε κατά την πρώτη μεγάλη παγκόσμια σύγκρουση, στο πλευρό της Τριπλής Συμμαχίας της Κεντρικής Ευρώπης μέχρι τις 30 Οκτωβρίου του 1918, όταν αναγκάστηκε να υπογράψει την ανακωχή στο λιμάνι του Μούδρου στη Λήμνο.
Εκείνη η περίοδος ήταν σχετικά ήρεμη, με ελάχιστες διαταραχές. Ο συγγραφέας, θεωρεί ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά παράδοξο λόγο, οι συνθήκες, άρχισαν να γίνονται ταραγμένες στην περιοχή της Ιωνίας. Επισημαίνει, ότι υπήρχε μια απειλή από τις κάθε άλλο ευοίωνες συνθήκες, μετά την ανακωχή του 1918 για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που επιχειρούσε να «σηκωθεί στα πόδια της» και όλη αυτή η κατάσταση αποτυπωνόταν στο κλίμα που επικρατούσε στη Σμύρνη. Ώσπου, τον Μάιο του 1919 και μετά, η κατάσταση άλλαξε δραστικά, σε βάρος των Οθωμανών, μετά την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Σμύρνη. Η απόβαση του ελληνικού στρατού παρότι ήταν αποτέλεσμα της εντολής της Κοινωνίας των Εθνών να τεθεί η Σμύρνη και η περιοχή της υπό την διοίκηση της Ελλάδος, εντούτοις ο Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε θεωρήσει την εντολή ως όχημα υλοποίησης για την επέκταση της ελληνικής επικράτειας στην δυτική Μικρά Ασία.
Ο Hervé Georgelin επισημαίνει εύστοχα, κατά τη γνώμη μου, ότι η Ελλάδα εκείνης της εποχής, δεν διέθετε την απαιτούμενη στρατιωτική ικανότητα, ούτε επαρκή διπλωματική επιρροή, για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, μια σύλληψη του Κωλέττη, που επί δεκαετίες ενέπνεε πολιτικές πρωτοβουλίες του ελληνικού κράτους. Τέλος, εκ του αποτελέσματος, ορθά επισημαίνεται, ότι η διοίκησης της μητρόπολης της Ιωνίας, φαινομενικά προσέφερε εντυπώσεις ομαλής ζωής, ενώ μάλλον ήταν μια ψευδαίσθηση το όλο κλίμα, παρά τις προσπάθειες του Ύπατου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη.
Το δημοσίευμα του Georgelin ιστορεί περιστατικά που συνδέονται με την Σμύρνη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τη σύγκρουση της συμμαχίας των δυνάμεων της Κεντρικής Ευρώπης, με ηγέτιδα την Γερμανία, στην οποία συμμετείχε η Οθωμανική Τουρκία, υπό την διακυβέρνηση της ‘Επιτροπής Ένωσης και Προόδου’. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου στην Σμύρνη δεν συνέβησαν οι τραγωδίες και τα προβλήματα, που είχαν εμφανιστεί σε άλλα μέτωπα μαχών (Μεσοποταμία, αραβικές επαρχίες της Υψηλής Πύλης, περιοχές στα σύνορα με την τσαρική Ρωσία). Οι Ελληνορθόδοξοι της πόλης δεν εκδιώχθηκαν, ούτε μεταφέρθηκαν βίαια σε απομακρυσμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο.
Γίνεται μνεία, ότι οι Νεότουρκοι (Επιτροπή Ένωσης και Προόδου), που διαχειρίζονταν την εξουσία της Αυτοκρατορίας από το 1908 μέχρι το 1918, όντας υπό ασφυκτική επιρροή των Γερμανών, επιχείρησαν να διασφαλιστεί η ουδετερότητας της Ελλάδος, κατά τον Πρώτο Πόλεμο, κάτι που επιθυμούσε και το ελληνικό Στέμμα, αν και είχε αντιταχθεί σε μια τέτοια τοποθέτηση το Βενιζελικό Κίνημα.
Ο Georgelin, που έχει ασχοληθεί με την ιστορία τόσο των Ρωμιών (Ελληνορθόδοξων), όσο και των Αρμενίων κατά τους ύστερους χρόνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναφέρεται και στους Αρμένιους της Σμύρνης. Οι Αρμένιοι της πόλης, όταν εξαπολύθηκαν οι μεγάλοι διωγμοί σε βάρος τους από τους Νεότουρκους, δεν απελάθηκαν, ούτε στάλθηκαν προς τον αφανισμό. Σημειώνει ο συγγραφέας, πως η ευνοϊκή μεταχείριση των Αρμενίων, μάλλον οφειλόταν στον Οθωμανό κυβερνήτη της Σμύρνης (Vali) κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Ραχμί Μπέη (Mustafa Rahmi Arslan Evrenoszade). Ο Ραχμί Μπέη, μολονότι ήταν προβεβλημένο στέλεχος της ‘Επιτροπής Ένωσης και Προόδου’, στο πλαίσιο των σχεδίων της κυβέρνησης του Κομιτάτου για τον εκτουρκισμό της περιοχής, είχε δράσει υπέρ των Λεβαντίνων και δεν συμμετείχε στις μαζικές απελάσεις των Αρμενίων.
Ο Βαλής Ραχμί Μπέης, που ανήκε στην μεγάλη οθωμανική οικογένεια των Εβρενός, είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη, και ήταν μουχατζιρής, - (‘μουχατζίρης ή μουχατζιρής’, από την τουρκική λέξη ‘muhacır’, που σημαίνει ‘πρόσφυγας ή μετανάστης’ και αναφέρεται σε Οθωμανούς υπηκόους, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, μετά τη συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας και την απώλεια οθωμανικών εδαφών). Σύμφωνα με βρετανικά αρχεία, ο Ραχμί Μπέης, κατά καιρούς είχε επαφές με τις βρετανικές αρχές. Κάποιοι, μάλλον είχαν οραματιστεί μετά το τέλος του πρώτου μεγάλου πολέμου να δημιουργηθεί μια ημιαυτόνομη διοικητική επαρχία (βιλαέτι) του Αϊδινίου υπό την ηγεσία του Ραχμί Μπέη. Μετά τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ (Entente) κατά των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Ραχμί Μπέης, συνελήφθη από δυνάμεις των νικητών, και ουσιαστικά διασώθηκε, καθώς μεταφέρθηκε ως εξόριστος στη Μάλτα.
Τέλος, ο συγγραφέας ιστορεί με αδιαμφισβήτητα στοιχεία τον σοβαρό αντίκτυπο που είχε για την Σμύρνη ο Μεγάλος Πόλεμος. Η Σμύρνη έπαυσε να είναι το μεγάλο λιμάνι της Ανατολής, που αποτελούσε πνεύμονα για το εμπόριο της εποχής. Η Σμύρνη είχε συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο , διέθετε υποδομές, μεταφοράς και γενικότερης διακίνησης εμπορευμάτων. Σχολεία που εφάρμοζαν διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα κοσμούσαν την πόλη, ενώ ο πληθυσμός της ήταν πολύγλωσσος, πολυθρησκευτικός και πολυπολιτισμικός. Η Σμύρνη ήταν μια μοναδική και ασύγκριτη μητρόπολη της Ανατολικής Μεσογείου. Όλες αυτές οι ιδιότητες της πόλης κατέρρευσαν στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Από την αρχαιότητα η Σμύρνη, ως κέντρο εμπορίου, ανθούσε ενόσω επικρατούσε ειρήνη.
Ο κυβερνήτης της Σμύρνης Ραχμί Μπέη, σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε την πρόθεση να παραδώσει την πόλη στα βρετανικά στρατεύματα. Αυτά τα στοιχεία παρατίθενται στο μελέτημα του Georgelin και είναι πολύτιμα για την κατανόηση του κλίματος που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Διότι η κατάσταση εξαιτίας του εμπορικού αποκλεισμού λόγω του πολέμου, είχε δημιουργήσει πρωτόγνωρες απελπιστικές καταστάσεις, σε βάρος των πληθυσμών της πόλης και της περιοχής, αλλά και ευρύτερα. Έλειπε το ψωμί, το θεμέλιο της διατροφής κι αυτό αφορούσε Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Εβραίους χωρίς διάκριση.
Νομίζω ότι εδώ θα πρέπει να τελειώσω με μια ευχή: Το ΕΚΠΑ να εκδώσει τον πολύτιμο τόμο για την Σμύρνη και στα ελληνικά.
Γιώργος Α. Δούδος
Νομικός
18/07/2026
Friday, July 17, 2026
ΕΠΙΤΗΡΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΖΩΝΕΣ ΠΙΚΡΕΣ ΜΝΗΜΕΣ….
“Ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει”, έχει γράψει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης το 1936 (Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων. Αθήνα 1940).
Εν γνώσει μου, θα ταξιδέψω στη Θράκη και στα ορεινά της Ροδόπης και ας πληγωθώ, κατά πως λέει ο ποιητής.
Υπήρξε μια μάλλον μακρά περίοδος, που η Ελλάδα, χώριζε τους πολίτες της σε δυο κατηγορίες. Σε κείνους που μπορούσαν να ανασαίνουν χωρίς να ζητούν την άδεια κανενός και σε άλλους, που η ζωή τους ήταν εγκλωβισμένη στον σκληρό έλεγχο της ανάλγητης εξουσίας του κράτους.
Όπως είναι γνωστό, στις 4 Αυγούστου του 1936 ανέλαβε την εξουσία της Ελλάδος ο Ιωάννης Μεταξάς και επέβαλλε με την ομόθυμη συγκατάθεση του βασιλέα Γεωργίου του Β΄μια δικτατορία, με σκοπό το στήσιμο στη χώρα του Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού!
Το καθεστώς Μεταξά εξέδωσε τον αναγκαστικό νόμο 736/1936 (ΦΕΚ 546/Α΄) «περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων» και με βάση αυτό το νόμο, στις παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδος, από την Ήπειρο ως τη Θράκη δημιουργήθηκαν οι επιτηρούμενες και οι απαγορευμένες ζώνες. Αυτές οι ζώνες βρίσκονταν υπό τον αυστηρό έλεγχο του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού, όσον αφορά νησιά ή παράκτιες παραμεθόριες περιοχές.
Οι κινήσεις των χωρικών που ζούσαν σε οικισμούς της επιτηρούμενης ζώνης, γίνονταν με άδειες που εξέδιδαν οι στρατιωτικές αρχές, σε συνεργασία με τις αρχές ασφαλείας της Χωροφυλακής. Το ίδιο ίσχυε και για κατοίκους της άλλης Ελλάδας, της εκτός επιτηρουμένης ζώνης, που ήθελαν να επισκεφθούν περιοχές εντός της ελεγχόμενης ζώνης. Η επίσκεψη στην απαγορευμένη ζώνη ήταν αδιανόητη, εξού και η ονομασία αυτών των ζωνών, που βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τη συνοριογραμμή της χώρας.
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και το τέλος του Εμφυλίου που γονάτισε την Ελλάδα, ο παραπάνω νόμος του Μεταξά απέκτησε καινούργια σκοπιμότητα: η θωράκιση της χώρας από τον από βορρά κομμουνιστικό κίνδυνο! Όλοι οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδος είχαν περάσει στο μπλοκ επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και ο Ψυχρός Πόλεμος, που ακολούθησε την πρόσκαιρη συμμαχία μεταξύ των χωρών της Δύσης με την Σοβιετική Ένωση, έληξε και έφτιαξε μια κόλαση εχθρών, διχάζοντας λαούς και χώρες.
Στην Μακεδονία, στις παραμεθόριες περιοχές βρίσκονταν χωριά σλαβόφωνων Μακεδόνων, που οι «άρχοντες» των Αθηνών συχνά αντιμετώπιζαν σαν προδότες. Έτσι η επιτηρούμενη ζώνη κατά μήκος των συνόρων από τις Πρέσπες της Φλώρινας, ως τα βουνά της Δράμας, πρόσφερε πρόσφορο τρόπο ελέγχου των κινήσεων των κατοίκων αυτών των περιοχών.
Στην Θράκη, ο βόρειος γείτονας ήταν η Βουλγαρία, μαζί με τους Τούρκους, οι Βούλγαροι ήταν κατά κάποιο τρόπο τδο αρχέτυπο του εχθρού για τους Έλληνες, από τους χρόνους του Μεσαίωνα ακόμα.
Το 1970 οι επίορκοι στρατιωτικοί που κυβερνούσαν δικτατορικά την Ελλάδα, αποφάσισαν να καταργήσουν τις επιτηρούμενες και απαγορευμένες ζώνες σε Ήπειρο και Μακεδονία.
Παρέμεινε όμως η επιτηρούμενη και απαγορευμένη ζώνη στη Θράκη, εγκλωβίζοντας σε μια «ανοιχτή φυλακή» κατά κύριο λόγο τους Πομάκους Μουσουλμάνους, που ζούσαν σε χωριά και οικισμούς στην οροσειρά της ελληνικής Ροδόπης και συγκεκριμένα στις περιοχές της Ξάνθης, της Κομοτηνής και του Έβρου.
Πρέπει να κάνουμε μια βουτιά στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Κυβέρνηση της χώρας είναι το κόμμα της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και Υπουργό Εξωτερικών τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Τότε το ελληνικό κράτος αποφάσισε να επιβάλλει ποικίλα διοικητικά μέτρα σε βάρος των Μουσουλμάνων της Θράκης, ανεξαρτήτως της εθνοφυλετικής καταγωγής τους, με σκοπό να τους εξωθήσει να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Είχαν προηγηθεί την δεκαετία του ’50 μέτρα της Τουρκίας κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν εξαναγκάσει να εγκαταλείψουν την Τουρκία. Οπότε, η ελληνική πολιτική απέναντι στους Μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες της Θράκης λειτουργούσε αντανακλαστικά σε σχέση με την πολιτική της Τουρκίας απέναντι στους Ρωμιούς Τούρκους πολίτες και στους Έλληνες πολίτες που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο «αρχιτέκτονας» των επονείδιστων μέτρων κατά της Μουσουλμανικής Μειονότητας ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ!
Η Χούντα των Συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967, τα διοικητικά μέτρα του Αβέρωφ τα έκανε ακόμα πιο σκληρά, ενώ προστέθηκαν σκοπευμένα μέτρα αποστέρησης της ακίνητης περιουσίας από Μουσουλμάνους και περιέλευσής της σε Χριστιανούς.
Την ίδια στιγμή που η Χούντα διακήρυττε πως υπάρχουν μόνον Έλληνες Μουσουλμάνοι στην Θράκη και ούτε ίχνος Τούρκων, η κυβέρνηση του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλο συνομολογούσε Ελληνοτουρκικό Μορφωτικό Πρωτόκολλο, τον Απρίλιο του 1968. Το Πρωτόκολλο προέβλεπε την προμήθεια διδακτικών βιβλίων και διδακτικού υλικού που θα αποστέλλονταν απ' ευθείας από την Τουρκία για τα μειονοτικά σχολεία της Θράκης. Επίσης στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων, επέτρεψε η Χούντα την ευρύτερη χρήση της τουρκικής γλώσσας ως μητρικής στη εκπαίδευση της μειονότητας. Κατά τα άλλα δεν υπήρχαν Τούρκοι ή έστω τουρκογενείς, όπως γελοία αναφέρονται οι Έλληνες πολίτες Μουσουλμάνοι κατά το θρήσκευμα.
Τελικά, η κατάργηση της επιτηρούμενης ζώνης στη Θράκη έγινε το 1995, από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Έπρεπε να περάσουν κοντά 60 χρόνια για να αναγνωρίσει η Ελλάδα ισότιμα και χωρίς ασφυκτικούς ελέγχους τους Μουσουλμάνους πολίτες της στη Θράκη.
Ο Γεράσιμος Αρσένης, είχε αποφασίσει να καταργήσει επίσημα την τελευταία διαχωριστική γραμμή. Το «ρίξιμο» της μπάρας έγινε σε μια τριήμερη περιοδείας του υπουργού στη Θράκη. Στις 17 Νοεμβρίου 1995, ο Αρσένης, περνώντας από συγκεκριμένο σημείο, διέταξε τον διοικητή του Δ’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγο Μ. Παραγιουδάκη να ξηλώσει τη μπάρα. Παράλληλα, έγινε άρση όλων των περιορισμών που υπήρχαν στις μετακινήσεις προς τα χωριά της περιοχής της Ξάνθης, αλλά και του νομού Ροδόπης και Έβρου.
Αρκετοί Μουσουλμάνοι από τη Θράκη αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και κυρίως έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία. Στην Προύσα ζουν πάρα πολλοί κυρίως Πομάκοι. Πρόκοψαν σαν επιχειρηματίες στην κατασκευή έτοιμου ρούχου, αλλά όταν βρίσκονται στα καφενεία που συχνάζουν μιλούν πομάκικα και όλη η κουβέντα τους έχει σχέση με τα χωριά τους που άφησαν πίσω. Άλλοι, έχουν εγκατασταθεί στο προάστιο της Πόλης, το Avçilar και αλλού βέβαια.
Το ελληνικό κράτος, γενικά είναι έντονα αλλεργικό σε καθετί αφορά «μειονότητα», κάθε λογής. Η επικρατούσα άποψη για το τί είναι ελληνικότητα, περιλαμβάνει πέραν των άλλων στοιχείων και την ελληνορθόδοξη πίστη. Με μια αγκυλωμένη και αρτηριοσκληρωτική ερμηνεία της Ελληνοτουρκικής Συμφωνίας Ανταλλαγής Πληθυσμών του 1923, που έχει ενσωματωθεί στην Συνθήκη της Λοζάνης, η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνον μειονότητα και αυτή αποκλειστικά θρησκευτική, την Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης. Λ.χ. οι Μουσουλμάνοι, τουρκικής καταγωγής που ζουν στην Ρόδο και στην Κω δεν αναγνωρίζονται ως μειονότητα, διότι δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λοζάνης!
Παρά τους πολλούς Θρακιώτες Μουσουλμάνους που αναγκάστηκαν να φύγουν για την Τουρκία, είτε λόγω των διοικητικών μέτρων ντροπής του Ευάγγελου Αβέρωφ και του Κωνσταντίνου Καραμανλή της ΕΡΕ, από το 1961 και μετά, είτε λόγω αποστέρησης της ελληνικής ιθαγένειας, με βάση το ρατσιστικό άρθρο 19 του προϊσχύσαντα Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, οι Μουσουλμάνοι στην Θράκη έχουν αυξηθεί πληθυσμιακά, είτε είναι Πομάκοι, είτε Τούρκοι, είτε Ρομά.
Οι περισσότεροι μειονοτικοί Έλληνες πολίτες στην Θράκη ήταν και ως ένα σημείο παραμένουν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, άνθρωποι, στενά δεμένοι με τη γη τους. Απεναντίας, οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, όπως και οι Έλληνες πολίτες της Πόλης, που εξαναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν κυριολεκτικά «εν μια νυκτί», ήταν έμποροι και γενικότερα επιχειρηματίες, που δεν εξαρτιόταν από τη γη. Ο αγρότης πολύ δύσκολα ξεκολλάει από τη γη του, ενώ ο έμπορος, εύκολα ρευστοποιεί την περιουσία του, μαζεύει τα μπογαλάκια του και φεύγει, όπου επιτάσσει η ανάγκη! Αλλά ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, δεν συμβουλεύτηκε κοινωνιολόγους, ούτε ανθρωπολόγους πριν αρχίσει να εφαρμόζει τα επαίσχυντα διοικητικά μέτρα. Όσον αφορά τους επίορκους αξιωματικούς που επέβαλαν την δικτατορία της 21ης Απριλίου, εκεί, όπως συμβαίνει ακόμα και τώρα με αρκετούς βαθμοφόρους του στρατού ξηράς, βασιλεύει η αγραμματοσύνη και το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».
Άλλωστε μέρα που είναι, θυμόμαστε, πως 15 Ιουλίου του 1974, Ελλαδίτες αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο, μαζί με φαντασιόπληκτους πατριδοκάπηλους της ΕΟΚΑ Β, αυτού του μορφώματος των ιδεών του Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, έκαναν πραξικόπημα στην Κύπρο, με σκοπό να διώξουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο από την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Κύπρος να γίνει επαρχία της Ελλάδος του εσατζή δικτάτορα ταξίαρχου Ιωαννίδη. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να ανοίξουν την πόρτα για νόμιμη και συνταγματική επέμβαση της Τουρκίας στο Νησί, ως εγγυήτριας δύναμης και η επέμβαση να μετατραπεί σε μια Κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου!
15/07/2026
Γιώργος Α. Δούδος
Friday, July 03, 2026
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ vs ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ;
Γιώργος Α. Δούδος
Νομικός
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναμφίβολα υπήρξε ο οραματιστής πολιτικός μιας Ελλάδος ενεργού στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.
Ο Κ. Καραμανλής είχε ενστερνιστεί από νωρίς την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και διαβλέποντας την επιτυχημένη πορεία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, είχε προσανατολιστεί από το 1958, στην ενσωμάτωση της Ελλάδος, ως πρώτου συνδεδεμένου κράτους μέλους με την προοπτική της πλήρους ένταξης. Η αίτηση υποψηφιότητας της Ελλάδας έγινε κατ’ αρχήν δεκτή τον Ιούλιο του 1959, οπότε άρχισε η διαπραγματευτική διαδικασία, η οποία, αφού παρακάμφθηκαν σοβαρές δυσχέρειες, κατέληξε στην επίτευξη συμφωνίας συνδέσεως το 1961. Εν συνεχεία, το 1979, επιτεύχθηκε η πλήρης ένταξή της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι οποίες έχουν εξελιχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ως πλήρες κράτος μέλος, επιτεύχθηκε με κυβέρνηση το κόμμα της ‘Νέας Δημοκρατίας’, όπως είναι γνωστό.
Το ισχύον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιέχει τις εξής διατάξεις στο άρθρο 28:
«1. Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. H Eλλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας».
Κάτω από την παραπάνω διατύπωση του άρθρου 28 προστέθηκε το 2001 κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος η εξής ‘Ερμηνευτική δήλωση’: «Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Όσα εκτέθηκαν πρωτύτερα, είναι σαν μια ‘εισαγωγή’ στην ελληνική πορεία εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η ‘Νέα Δημοκρατία’ αφότου ανέλαβε πρόεδρος του κόμματος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ιδίως, μετά το 2019, που αναδείχθηκε ο Κυρ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός με ικανοποιητική κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, το κόμμα εμφανίζει μία σταδιακή μεταλλαγή. Κατ’ αρχήν, απωθείται η πολιτική και προωθείται το «τεχνοκρατικό πρωτείο» κατά την άσκηση του κυβερνητικού έργου. Καρπός αυτής της επιλογής αποτελεί το εφεύρημα του «Επιτελικού Κράτους», που θεσπίσθηκε με το νόμο 4622/2019 (ΦΕΚ Α΄133/07.08.2019) και αναφέρεται σε ένα σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, με στόχους τον εκσυγχρονισμό, την αποκομματικοποίηση και την βελτίωση της διαφάνειας της κεντρικής δημόσιας διοίκησης, μετατρέποντας το κράτος σε έναν κεντρικό στρατηγικό σχεδιαστή. Το «επιτελικό κράτος» της Νέας Δημοκρατίας, κατά την επταετή άσκηση της εξουσίας στη χώρα, εγείρει ποικίλες αμφισβητήσεις και επίσης εγείρει ερωτηματικά. Εν τέλει στην πλάστιγγα της αξιολόγησης το «επιτελικό κράτος» αποδεικνύεται μάλλον φρούδο εφεύρημα, κενό ουσιαστικού περιεχομένου!
Στελέχη της «Νέας Δημοκρατίας» των καιρών μας, όπως ο αντιπρόεδρος του κόμματος και της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, αλλά και ο έτερος αντιπρόεδρος του κόμματος Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης, έχουν με διθυραμβικό ύφος υπενθυμίσει στο έθνος, ότι ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας οφείλεται στη Νέα Δημοκρατία, όπως βέβαια παρόμοιου περιεχομένου δηλώσεις έχουν γίνει στη Βουλή από το στέλεχος της κυβέρνησης Μητσοτάκη και πρόεδρο πλέον του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη.
Ένας από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, ενώ ο εφαρμοστικός νόμος του Κανονισμού αυτού στην Ελλάδα, είναι ο νόμος 4786/2021 (ΦΕΚ Α΄43), «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/ 1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης».
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από τον Ιούνιο του 2021 και έχει αναλάβει υποθέσεις που αφορούν αποκλειστικά αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή απάτες με ευρωπαϊκά κονδύλια, σοβαρές διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, διαφθορά που συνδέεται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και νομιμοποίηση εσόδων από τέτοιας υφής άδικες πράξεις.
Οι σημαντικότερες υποθέσεις που έχει χειριστεί στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι οι εξής:
1. Υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ – Αγροτικές επιδοτήσεις.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έρευνα της EPPO, όπως είναι το αρτικόλεξο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην Ελλάδα.
Η έρευνα αφορά:
• Εικονικές δηλώσεις βοσκοτόπων,
• πλαστά μισθωτήρια,
• ψευδείς δηλώσεις ιδιοκτησίας,
• λήψη ενισχύσεων από πρόσωπα που δεν είχαν πραγματική γεωργική ή κτηνοτροφική δραστηριότητα.
Οι περισσότερες υποθέσεις αναφέρονται σε χρονική περίοδο 2017–2022.
Όσον αφορά την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν ασκηθεί διώξεις σε βάρος περίπου εκατό (100) κατηγορουμένων.
Η ζημία εις βάρος της ΕΕ υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 2,9 εκατομμύρια ευρώ, μόνον σε συνάρτηση με τις πρώτες δικογραφίες,
Η EPPO θεωρεί ότι πρόκειται για οργανωμένο σύστημα απάτης και όχι για μεμονωμένα περιστατικά.
Το 2026 η έρευνα επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο: Ζητήθηκε από τη Βουλή η άρση της ασυλίας ένδεκα βουλευτών, διαβιβάστηκαν στοιχεία για πρώην υπουργό και πρώην υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ενώ εξετάζεται ενδεχόμενη συμμετοχή στην πρωτόγνωρη απάτη δημόσιων λειτουργών.
2. Σύμβαση 717 της ΕΡΓΟΣΕ.
Πρόκειται για τη δεύτερη πιο σημαντική έρευνα που γίνεται στην Ελλάδα και αφορά τη σύμβαση 717.
Η EPPO διερευνά: Την εκτέλεση της σύμβασης αποκατάστασης τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Τις καθυστερήσεις, τις παράνομες αποζημιώσεις, την πιθανή απιστία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
Η υπόθεση αφορά έργο συγχρηματοδοτούμενο από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Ήδη έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αρχικά σε βάρος 23 υπόπτων (18 δημόσιοι υπάλληλοι), ενώ αργότερα προστέθηκαν ακόμη 16 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων 13 δημόσιοι λειτουργοί.
Η συγκεκριμένη έρευνα δεν αφορά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών αυτό καθαυτό, αλλά τη διαχείριση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης του έργου, που αν είχε ολοκληρωθεί το πιο πιθανό να μην είχε συμβεί το δυστύχημα των 57 αθώων νεκρών.
3. Μεγάλες διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ.
Όσον αφορά διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, η EPPO έχει εξαρθρώσει αρκετά κυκλώματα που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
• Κύκλωμα απάτης ΦΠΑ ύψους περίπου 30,7 εκατ. ευρώ σε ηλεκτρονικές συσκευές με διασύνδεση Ελλάδας–Γερμανίας,
• συλλήψεις σε Αθήνα και Γερμανία,
• διενέργεια δεκάδων ερευνών και κατασχέσεων.
4. Τελωνειακή απάτη στο λιμάνι του Πειραιά (επιχείρηση «Calypso»).
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην ιστορία της EPPO.
Η έρευνα αφορά εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, υποτιμολόγηση εμπορευμάτων, αποφυγή δασμών, απάτη ΦΠΑ και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Σύμφωνα με την Eυρωπαϊκή Εισαγγελία, η συνολική ζημία εκτιμάται περίπου στα 700 έως 800 εκατομμύρια ευρώ.
Έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 έρευνες και έχουν συλληφθεί τελωνειακοί υπάλληλοι και εκτελωνιστές, ενώ κατασχέθηκαν χιλιάδες εμπορευματοκιβώτια στον Πειραιά.
5. Οργανωμένο κύκλωμα επιδοτήσεων και απάτης ΦΠΑ.
Η EPPO αποκάλυψε εγκληματική οργάνωση που η δράση της συνδύαζε:
Απάτη ΦΠΑ περίπου 36.000.000,00 ευρώ, απάτη ευρωπαϊκών επιδοτήσεων περίπου 9.000.000,00 ευρώ και νομιμοποίηση μη νόμιμων εσόδων.
Η απόρροια των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε ως αποτέλεσμα συλλήψεις υπόπτων, κατασχέσεις πολυτελών αυτοκινήτων και μεγάλων χρηματικών ποσών.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την απάτη του ΟΠΕΚΕΠΕ, εμπλέκει ένδεκα (11) βουλευτές στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και δύο (2) πρώην μέλη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, έναν υπουργό αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων και μία υφυπουργό του ίδιου υπουργείου.
Μετά από την δυσμενή εξέλιξη της έρευνας της ΕΡΡΟ εις βάρος του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και προβεβλημένων στελεχών της, η στάση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κορυφαίου θεσμού της Ένωσης άρχισε να εμφανίζει στοιχεία που φέρνουν στο νου την αντι-ευρωπαϊκή πολιτική Όρμπαν στην Ουγγαρία.
Ο Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λόγω του νεαρού της ηλικίας της ως θεσμού (sic!). Η Σοφία Βούλτεψη, απαξίωσε την Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα Laura Codruța Kövesi (Λάουρα Κοβέσι), λόγω της ρουμανικής καταγωγής της (sic!) και στόχευσε ουσιαστικά κατά του κύρους του θεσμού.
Κατ’ αρχάς πρέπει να ειπωθεί με εξαιρετική επίταση ότι οι απαξιωτικές κρίσεις κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είτε σαν αυτές του κ. Γεωργιάδη, είτε σαν αυτές της κυρίας Βούλτεψη, από νομικής σκοπιάς είναι απαράδεκτες, ενώ από πολιτικής σκοπιάς είναι πέρα ως πέρα έωλες!
Κατ’ αρχήν, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Όλα τα θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ρυθμίζονται από το Ενωσιακό Δίκαιο, που οι διατάξεις του υπερισχύουν, κατά σχετική πρόβλεψη του ελληνικού Συντάγματος, διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας. Μεταξύ των θεμάτων της ΕΡΡΟ είναι η επιλογή και ο διορισμός τόσο της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, όσο και των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (European Delegated Prosecutors – EDPs), που υπηρετούν στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Οι θεμελιώδεις προβλέψεις ως προς τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς είναι, ότι η θητεία τους είναι πενταετής (5 έτη) και μπορεί να ανανεωθεί για μία ή περισσότερες επιπλέον περιόδους, εφόσον το αποφασίσει το Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούν να παυθούν ή να ανακληθούν μονομερώς από το κράτος μέλος που τους πρότεινε. Η ανεξαρτησία τους προστατεύεται από το Ενωσιακό Δίκαιο και ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να δέχονται οδηγίες από εθνικές αρχές. Υπηρεσιακά, διατηρούν την ιδιότητα του εθνικού εισαγγελικού λειτουργού και πρέπει συνεχώς να πληρούν τις προϋποθέσεις διορισμού τους. Αν παύσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις ή υπάρξει σοβαρό πειθαρχικό ζήτημα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να κινήσει διαδικασία παύσης τους.
Το Ενωσιακό Δίκαιο προβλέπει ως προς τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, από τη μια μεριά σταθερή, χρονικά, θητεία λειτουργική ανεξαρτησία έναντι των αρχών, δικαστικών και μη του κράτους μέλους που εδρεύουν.
Μία αναγκαία παρένθεση: Στην Ελλάδα, μολονότι το Σύνταγμα (άρθρο 26) προβλέπει τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους λειτουργίες της Πολιτείας, την νομοθετική που ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την εκτελεστική που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Kυβέρνηση και την δικαστική λειτουργία που ασκείται από τα δικαστήρια της χώρας. Εντούτοις, η ηγεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παράγρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, η δικαστική λειτουργία της πολιτείας διαθέτει μια κολοβή ανεξαρτησία έναντι της κυβέρνησης, αφού η δεύτερη διορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστικών θεσμών.
Υπόδειγμα Δικαστή, που περιφρούρησε την λειτουργική και θεσμική ανεξαρτησία του ως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου απέναντι σε μια μάλλον ισχυρή κυβέρνηση, παραμένει μέχρι σήμερα, κατά τη γνώμη μου, ο Στέφανος Ματθίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του ήρθε σε σύγκρουση με τον τότε υπουργό δικαιοσύνης Μιχαήλ Σταθόπουλο για θέματα αναθεώρησης του Συντάγματος και για παρεμβάσεις των πολιτικών στο έργο της Δικαιοσύνης (2001).
Κατά την διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, από το 2019 και εντεύθεν, από ενέργειες ή παραλείψεις, ιδίως της ηγεσίας της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης (Άρειος Πάγος), το κύρος της Δικαιοσύνης έχει πληγεί και η εμπιστοσύνη των πολιτών της χώρας στην δικαστική λειτουργία έχει καμφθεί σοβαρά. Οι δικαστές στον θώκο του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συχνά επικρίνονται σαν ενεργούμενα του επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη σε μείζονα ζητήματα του δημόσιου βίου, που έχουν περιβληθεί το αδιαμφισβήτητο ένδυμα του σκανδάλου!
Σχετικά πρόσφατα ανέκυψε αντιμαχία μεταξύ του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ως προς την ανανέωση της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην χώρα. Η μεν Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, διά του Κολλεγίου της, ανανέωσε την θητεία των Ελλήνων συνεργατών της ΕΡΡΟ για μια πενταετία, αλλά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ανανέωσε την θητεία τους μόνο για μια διετία.
Το όλο θέμα κατόπιν προσφυγής της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως έφθασε ενώπιον της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με «συντριπτική πλειοψηφία» (72-10) απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και αρνήθηκε επίσης να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηρίζει ότι η διάρκεια της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων αποτελεί ζήτημα που ρυθμίζεται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο και ότι τα κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα, δεν μπορούν να την τροποποιούν μονομερώς. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά προβάλλει την άποψη, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κυρίως οι κανόνες που διέπουν τους Έλληνες εισαγγελικούς λειτουργούς.
Η ελληνική θέση, κατά τη γνώμη μου, εντάσσεται στην γενικότερη απαξία κατά του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μετά την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αναδεικνύει ομάδα στελεχών του κυβερνώντος κόμματος ως υπόπτους για άδικες πράξεις εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία εμφανίζεται, διά των μελών του Αρείου Πάγου, να αμφισβητεί την υπεροχή των κανόνων του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του εσωτερικού ελληνικού Δικαίου, παρά την ρητή πρόβλεψη των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος και την ερμηνευτική δήλωση, που έχει προστεθεί, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω.
Κατά τη γνώμη μου, ενόψει του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ και της Σύμβασης 717 που αφορά την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, εμφανίζεται η πλειοψηφία της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να απορρίπτει την προσφυγή ενώπιόν της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, χωρίς να ασχοληθεί με την ουσία του αιτήματος της προσφυγής. Διότι αν είχαν την τόλμη οι ανώτατοι δικαστές να εξετάσουν την προσφυγή, δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν τις διατάξεις των 15 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, στις οποίες με σαφήνεια προβλέπεται ότι θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στα κράτη μέλη ρυθμίζονται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο. Επομένως, και ως προς την συγκεκριμένη υπόθεση, τα μέλη του Αρείου Πάγου, εκτίθενται διότι παρέχουν την βάσιμη εντύπωση ότι επιδίωξαν να προσφέρουν την συνδρομή τους υπέρ της παρούσας κυβέρνησης της χώρας, με στόχο, εκ μέρους της κυβέρνησης, την παρεμβολή εμποδίων στην αποκάλυψη όλου του εύρους σκανδάλων εις βάρος της ΕΕ με πρωταγωνιστές στελέχη της Ν.Δ. υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
ΝΟΜΙΚΟΣ
03/07/2026
Subscribe to:
Posts (Atom)



