Sunday, June 21, 2026
Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ….
Πρόσφατα, σε περίοδο μακράς οικονομικής κρίσης και ανέχειας του μεγαλύτερου μέρους των Ελληνίδων και Ελλήνων, η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει μια γενναία αύξηση του μηνιαίου μισθού του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των επιχωρίων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Μητροπολιτών και των τιτουλαρίων Επισκόπων στην Εκκλησία της Ελλάδος και στην Εκκλησία της Κρήτης. Στην Ελλάδα υφίστανται οι εξής δικαιοδοσίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, που υπάγονται πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νησιά Βορείου Αιγαίου), Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και Άγιον Όρος, που αναγνωρίζει ως επιχώριο Επίσκοπο τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Αυτή τη στιγμή τιτουλάριοι Μητροπολίτες και Επίσκοποι υπάρχουν στο κλίμα της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και σε Μητροπόλεις των Νέων Χωρών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, τόσο στο κλίμα της Εκκλησίας της Ελλάδος, που υπάγονται οι Μητροπόλεις της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας και οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών επιτροπικώς, όσο και στο κλίμα της Εκκλησίας της Κρήτης, αλλά και στις Μητροπόλεις των Δωδεκανήσων διαθέτει, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη ακίνητη περιουσία. Στο σημείωμα τούτο δεν θα ασχοληθούμε το περιουσιακό καθεστώς ακινήτων που ανήκουν σε μονές του Αγίου Όρους και βρίσκονται εκτός της Χερσονήσου του Άθω.
Κατ’ αρχήν θεωρώ αναγκαία μια παρατήρηση. Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας αρχίζει με την φράση επικλήσεως, «Εις το Όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Όχι με μια απλή επίκληση του θείου, αλλά με επίκληση του Θεού, όπως ορίζεται κατά την Δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, αναγνωρίζεται κατά συνταγματική διάταξη, ως η επικρατούσα θρησκεία στη χώρα (άρθρο 3 παράγρ. 1), ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο Έλληνας συνταγματικός νομοθέτης προβλέπει, ότι το κείμενο της Αγίας Γραφής «τηρείται αναλλοίωτο» και ότι επίσημη μετάφραση του βιβλικού κειμένου, προφανώς στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν είναι ανεκτή, αν δεν υπάρχει έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου! Τέλος, από πλευράς θρησκευτικής ομογενοποίησης, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην Ελλάδα αποτελούν το 85% του πληθυσμού, ενώ κατά άλλη εκτίμηση το 81,4%.
Το ισχύον σύστημα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας στην Ελλάδα ονομάζεται ‘συναλληλία’, που κατά τους Νομικούς που ασχολούνται με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο, περιγράφεται ως συνεργασία και αμοιβαία υποστήριξη μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, χωρίς ταύτιση των δύο θεσμών ή επικάλυψη του ενός θεσμού επί του ετέρου. Ο όρος συναλληλία απαντάται στη Νεαρά 6 του Ιουστινιανού Α΄ (535 μ. Χ.), και ορίζει αυτολεξεί τις σχέσεις Εκκλησίας και Βασιλείας, ως εξής: «Μέγιστα δῶρα Θεοῦ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις δεδομένα τῇ ἄνωθεν φιλανθρωπίᾳ ἱερωσύνη τε καὶ βασιλεία· ἡ μὲν τὰ θεῖα διοικοῦσα, ἡ δὲ τὰ ἀνθρώπινα προεδρεύουσα καὶ ἐπιμελουμένη…».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα είναι προικισμένη με ποικίλα προνόμια, που αγνοούνται από τους περισσότερους των πολιτών, διότι οι προβλέψεις τους είναι διεσπαρμένες σε ένα πλήθος νομοθετημάτων, πολλά από τα οποία, δεν αναφέρονται εξ αρχής στη ρύθμιση εκκλησιαστικών θεμάτων. Παράδειγμα που βεβαιώνει τα παραπάνω είναι το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπει ρύθμιση ποικίλων ζητημάτων των δημόσιων οικονομικών, αλλά εντελώς εμβόλιμα στο άρθρο 56 προβλέπει την αύξηση των μισθών των Ιεραρχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διαφόρων βαθμίδων.
Ήδη έχει αρχίσει μια μακρά προεκλογική περίοδος, ενόψει των εθνικών εκλογών που πρόκειται να διεξαχθούν το 2027 και αυτή η εξαγγελθείσα «γενναία» αύξηση του μισθού του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των επαρχιούχων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Μητροπολιτών, των τιτουλαρίων Επισκόπων, έχει προκαλέσει ποικίλες συζητήσεις, οι πιο πολλές από τις οποίες είναι αρνητικές, θεωρώντας μια τέτοια αύξηση σκανδαλώδη και προκλητική.
Ήδη τρεις Μητροπολίτες, ένας της Εκκλησίας της Κρήτης (ο Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου) και δύο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μητροπολίτες Κυθήρων και Αντικυθήρων και Νέας Σμύρνης), έχουν εκδηλώσει την αντίρρησή τους για την μελλοντική αύξηση του μισθού τους. Μάλιστα ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών, με αιχμηρές δηλώσεις ζητά να αποσυρθεί από το υπό ψήφιση νομοσχέδιο το άρθρο 56 και να μην προχωρήσει το κράτος σε αύξηση των εξαγγελθέντων μισθών του ανώτατου κλήρου της Εκκλησίας. Είμαι βέβαιος, ότι και άλλοι Μητροπολίτες, ίσως λίγοι, έχουν την ίδια άποψη με τους παραπάνω, αλλά δεν την δημοσιοποιούν.
Δύο Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ο Μητροπολίτης Λαρίσης, έσπευσαν με δηλώσεις τους, όχι απλά να δικαιολογήσουν τις αναμενόμενες αυξήσεις των μισθών τους, αλλά προσέθεσαν ότι το κράτος, σε μια μακρά χρονική περίοδο, προφανώς αφότου συστάθηκε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος κατά το 1832, έχει δημεύσει, έχει απαλλοτριώσει ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας και η καταβολή των μισθών των Ιεραρχών είναι υποχρέωση του κράτους έναντι «της αρπαγής» (η εντός εισαγωγικών φράση είναι δικής μου επιλογής), διότι αν δεν ήταν κεκαλυμμένη από σώφρονα διπλωματία, η γλώσσα Ιεραρχών που αναφέρεται στην απωλεσθείσα (!!!) εκκλησιαστική περιουσία θα έκανε λόγο για αρμογή.
Στις 19/06/2026 ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε δηλώσεις για το επίμαχο θέμα των αυξήσεων των Ιεραρχών που έχουν εξαγγελθεί, δήλωσε και τα εξής: «...η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση».
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, με άρθρο του που έγινε γνωστό στις 20/06/26, προσπαθεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις αυξήσεις των Ιεραρχών στην πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας, υποστηρίζοντας ότι οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουν σοβαρά την πλήρη αποδέσμευσή τους από το μισθολόγιο του κράτους. Ο Μητροπολίτης Κερκύρας στο άρθρο του δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση της ρύθμισης που προκάλεσε δημόσιο θόρυβο, αλλά προκαλεί ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, για το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία τον επίσκοπο, αλλά και για το πώς πρέπει να σταθεί η Εκκλησία απέναντι σε έναν λαό που δοκιμάζεται οικονομικά.
Έχει ενδιαφέρον μια επισκόπηση ως προς την προέλευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία κατά κύριο λόγο αποτελεί ιδιοκτησία μοναστηριών.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου, τετρακόσια χρόνια, όσον αφορά την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και ορισμένα νησιά, πεντακόσια χρόνια, όσον αφορά την Ήπειρο, την Μακεδονία, την Θράκη και νησιά του βορείου Αιγαίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία και κυρίως τα ορθόδοξα μοναστήρια, όπως και πατριαρχικά ιδρύματα απέκτησαν σημαντική ακίνητη περιουσία.
Το οθωμανικό αστικό δίκαιο δεν αναγνώριζε την έννοια του νομικού προσώπου, που είναι οικεία σε μας. Απεναντίας όμως, ο ιερός μουσουλμανικός νόμος αναγνώριζε τον θεσμό των βακουφίων, που είχε εφαρμογή εκτός από τους Μουσουλμάνους, τόσο έναντι των Χριστιανών (Ρωμιών, Αρμενίων, Ασσυρίων κ.ά), όσο και έναντι των Ισραηλιτών. Το βακούφι αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, που αφιερώνεται στο διηνεκές από τον διαθέτη του, χάριν θρησκευτικού, φιλανθρωπικού, εκπαιδευτικού ή άλλου κοινωφελούς σκοπού.
Κατά την οθωμανική περίοδο τα χριστιανικά βακούφια είχαν προικίσει, κατά πρώτον μοναστήρια, και κατά δεύτερον ενοριακές εκκλησίες και κοινοτικά ιδρύματα υπό την σκέπη της Εκκλησίας, με σημαντικές περιουσίες που είχαν προσφέρει εύποροι δωρητές ή άτεκνοι Χριστιανοί, που προσέφεραν την ακίνητη περιουσία χάριν υστεροφημίας ή γνήσιας πρόθεσης προσφοράς, αλλά και για να αποφευχθεί η περιέλευσή της στο δημόσιο, τουλάχιστον ως προς τους άτεκνους.
Οι Ρωμιοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μπορούσαν με διαθήκες να αφήνουν μέρος ή και το σύνολο της περιουσίας τους σε διάφορα εκκλησιαστικά ιδρύματα.
Τα μοναστήρια δεν δέχονταν μόνο περιουσίες κατόπιν δωρεών ή κληροδοτημάτων. Υπήρχαν περιπτώσεις που δέχονταν ως δωρεά μεγάλα χρηματικά ποσά και αγόραζαν γη ή αποκτούσαν περιουσίες μέσω ανταλλαγών.
Αρκετές Μονές, που κατά το νόμο αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υπό την εποπτεία του επιχώριου Μητροπολίτη, δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας ως προς την ακίνητη περιουσία που νέμονταν και καρπώνονταν. Το 1987 εκδόθηκε από την Πολιτεία ο νόμος 1700, με πρωτοβουλία του Αντώνη Τρίτση, που έθετε συγκεκριμένη προθεσμία τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων εκ μέρους των Μονών των θεμάτων που άπτονταν της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας τους.
Οκτώ μονές της Ελλάδος, εξαιτίας του νόμου 1700/1987 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδος. Η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε απόφαση το 1994.
Οι εξής μονές προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ το 1987: Ιερά Μονή Άνω Ξενιάς (Θεσσαλία), Ιερά Μονή Οσίου Λουκά (Βοιωτία), Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας (Καλάβρυτα), Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Μετέωρα) και Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα).
Το 1988 προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ άλλες τρεις μονές: Ιερά Μονή Χρυσολεοντίσσης (Αίγινα), Ιερά Μονή Φλαμουρίου (Βόλος) και Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου (Καλάβρυτα).
Οι παραπάνω μονές «κέρδισαν» την υπόθεση κατά της Ελλάδος και εντέλει, ο μεν νόμος 1700/1987 δεν εφαρμόσθηκε πλήρως και κυρίως δεν υλοποίησε τον στόχο ορθολογικής διαχείρισης της μοναστηριακής περιουσίας, προς όφελος της κοινωνίας, ενώ ακολούθησε η έκδοση του νόμου 1811/1988 (ΦΕΚ Α΄231) «Κύρωση της ''Σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της Δασικής αγροτολιβαικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη Σύβαση αυτή''», που όπως είναι ευκολοκατανόητο και από τον τίτλο του νόμου, υπήρξε ουσιαστικά προϊόν συμβιβασμού της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας!
Στα πλαίσια του οθωμανικού συστήματος ‘μιλλέτ’, η Αυτοκρατορία είχε οργανώσει την διαχείριση θεμάτων των υπηκόων της με βάση το θρήσκευμα. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής, αποτελούσαν του «Ρουμ Μιλλέτ», με επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και απολάμβαναν εσωτερική αυτονομία σε θέματα οικογενειακών σχέσεων, κληρονομίας και εκπαίδευσης. Έτσι προέκυψε η παράδοση της «εθναρχούσας εκκλησίας», που προσέδιδε στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολιτική εξουσία σε σημαντικά ζητήματα κοινοτικής ζωής των Ορθοδόξων Χριστιανών. Εξαιτίας της προηγούμενης καταστάσεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την μακρά οθωμανική περίοδο απέκτησε τεράστια ακίνητη περιουσία.
Η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ως επιστέγασμα των αγώνων που ξεκίνησαν το 1921 υπέρ της Ελευθερίας και κατά της οθωμανικής κυριαρχίας στα εδάφη του ελληνικού χώρου, ουσιαστικά απογύμνωσε εκ των πραγμάτων την Ορθόδοξη Εκκλησία από τον εθναρχικό ρόλο της και επέβαλλε την ανάγκη λύσης του μείζονος ιδιοκτησιακού θέματος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η Ιεραρχία ιδίως της Εκκλησίας της Ελλάδος, με κατά καιρούς παρεμβάσεις της στον δημόσιο βίο της χώρας, όχι αποκλειστικά σε ζητήματα που υπό στενή έννοια την αφορούν, επιδεικνύει με πείσμα, ότι δεν απεμπολεί τον ρόλο της ως «Εθναρχούσας Εκκλησίας», που αδιαπραγμάτευτα θεωρεί ότι έχει δικαίωμα παρεμβάσεων, κυρίως σε ζητήματα εκπαιδεύσεως, διακόσμησης των αιθουσών συνεδριάσεως των δικαστηρίων με την εικόνα του Χριστού και παλαιότερα, με την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας των Ελλήνων και Ελληνίδων πολιτών. Η στάση του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, απέναντι στις απροκάλυπτες αξιώσεις του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, να αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες τω ν πολιτών της χώρας, αποτελεί μια αξιοπρεπή απόφαση του κράτους, που υπέδειξε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι αποτελεί έναν θρησκευτικό θεσμό εντός της πολιτείας, αλλά όχι κράτος εν κράτει και ότι δεν μπορεί να αξιώνει από την πολιτεία «υποταγή» στις αξιώσεις της!
Η ακίνητη περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου από τον 19ο ως και τον 20ο αιώνα.
Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνος (1833–1836), με βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 διαλύθηκαν περίπου τετρακόσιες δέκα έξη (416) μονές. Η κινητή και ακίνητη περιουσία των μοναστηριών που διαλύθηκαν περιήλθε στο κράτος. Το 1836 επεκτάθηκε η κρατική παρέμβαση, ως προς την μοναστηριακή περιουσία και σε μονές που συνέχισαν να λειτουργούν.
Από του έτους 1917 ως το 1930 υπήρξε ανάγκη να εφαρμοστούν στη χώρα αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Ήδη η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου είχε καταρτίσει το νόμο 602/1915, που προσέφερε το θεσμικό πλαίσιο στην ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών. Υπήρξε ανάγκη για το ελληνικό κράτος να αποκαταστήσει ακτήμονες γεωργούς, να δημιουργήσει έστω μικρής έκτασης γεωργικούς κλήρους και μετά το 1922 να αντιμετωπίσει το τεράστιο πρόβλημα που προέκυψε από την εγκατάσταση των προσφύγων από την Μικρά Ασία.
Έτσι, με διάφορους νόμους της παραπάνω περιόδου, αλλά κυρίως με το νόμο 2050/1920, όπως και με τον προγενέστερο νόμο 1072/1917, το κράτος καθιέρωσε τον Αγροτικό Νόμο της χώρας. Ο Αγροτικός Νόμος προέβλεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση μεγάλων ιδιωτικών, μοναστηριακών και εκκλησιαστικών εκτάσεων γης.
Η Σύμβαση Ανταλλαγής Πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας του 1923, που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λοζάνης, έθεσε το ελληνικό κράτος μπροστά στις ευθύνες αποκατάστασης περίπου ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων και το υποχρέωσε, με έκτακτα νομοθετήματα των ετών 1923 και 1924 να προβεί σε νέες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικής περιουσίας, επιβάλλοντας και την λύση της δυνατότητας εκ μέρους του Δημοσίου κατάληψης απαλλοτριωμένων ακινήτων προτού καταβληθεί η αποζημίωση.
Την πενταετία 1930–1935 Ιδρύθηκε ο Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) και μέρος της εκκλησιαστικής γης εκποιήθηκε ή περιήλθε στη διαχείριση του κράτους.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, κάτοικοι ορεινών οικισμών εξαναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να εγκατασταθούν είτε σε άλλους οικισμούς της υπαίθρου, είτε να εγκλωβιστούν σε μεγάλα αστικά, με υποχρεωτικό αναπροσανατολισμό στις επαγγελματικές ενασχολήσεις τους. Αυτή η κατάσταση επέβαλλε στην πολιτεία, με το νόμο 2185/1952 να απαλλοτριώσει εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα μοναστηριακής γης, με σκοπό τη διανομή τους σε ακτήμονες γεωργούς. Έναντι αυτών των απαλλοτριώσεων τα ιδρύματα της Εκκλησίας έλαβαν ως αντάλλαγμα κυρίως αστικά ακίνητα, αλλά και αποζημιώσεις σε χρήμα.
Σύμφωνα με πηγές που πρόσκεινται στην Εκκλησία, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία έχει απωλέσει, περίπου ποσοστό 90 έως 96% της ακίνητης περιουσίας της, που κατείχε κατά την οθωμανική περίοδο. Ιστορικοί και νομικοί θεωρούν ότι το ποσοστό αυτό μάλλον είναι ανακριβές, διότι δεν υπάρχει πλήρης κτηματολογική απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά την περίοδο πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1832).
Στα πλαίσια των ρυθμίσεων των σχέσεων πολιτείας και εκκλησίας στην Ελλάδα, η πολιτεία καταβάλλει τους μισθούς των κληρικών, κάθε βαθμίδας, διότι αυτή είναι η κρατική βούληση προσώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εκτέθηκαν πιο πάνω, η εκκλησιαστική περιουσία κατά την οθωμανική περίοδο ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών εκείνης της εποχής και ήταν προϊόν κατά κύριο λόγο δωρεών. Παρόλα αυτά η διοικούσα εκκλησία, επιμένει και με πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να επικαλείται ότι «η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση»….
Η φωτογραφία εικονίζει την εκκλησία της Παναγούδας στην Θεσσαλονίκη, ναό της μεταβυζαντινής ναοδομίας των οθωμανικών χρόνων.
©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
21/06/2026
Subscribe to:
Post Comments (Atom)


No comments:
Post a Comment