Powered By Blogger

Friday, July 03, 2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ vs ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ;

Γιώργος Α. Δούδος Νομικός Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναμφίβολα υπήρξε ο οραματιστής πολιτικός μιας Ελλάδος ενεργού στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Ο Κ. Καραμανλής είχε ενστερνιστεί από νωρίς την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης και διαβλέποντας την επιτυχημένη πορεία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, είχε προσανατολιστεί από το 1958, στην ενσωμάτωση της Ελλάδος, ως πρώτου συνδεδεμένου κράτους μέλους με την προοπτική της πλήρους ένταξης. Η αίτηση υποψηφιότητας της Ελλάδας έγινε κατ’ αρχήν δεκτή τον Ιούλιο του 1959, οπότε άρχισε η διαπραγματευτική διαδικασία, η οποία, αφού παρακάμφθηκαν σοβαρές δυσχέρειες, κατέληξε στην επίτευξη συμφωνίας συνδέσεως το 1961. Εν συνεχεία, το 1979, επιτεύχθηκε η πλήρης ένταξή της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι οποίες έχουν εξελιχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ως πλήρες κράτος μέλος, επιτεύχθηκε με κυβέρνηση το κόμμα της ‘Νέας Δημοκρατίας’, όπως είναι γνωστό. Το ισχύον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιέχει τις εξής διατάξεις στο άρθρο 28: «1. Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. 2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. 3. H Eλλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας». Κάτω από την παραπάνω διατύπωση του άρθρου 28 προστέθηκε το 2001 κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος η εξής ‘Ερμηνευτική δήλωση’: «Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Όσα εκτέθηκαν πρωτύτερα, είναι σαν μια ‘εισαγωγή’ στην ελληνική πορεία εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ‘Νέα Δημοκρατία’ αφότου ανέλαβε πρόεδρος του κόμματος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ιδίως, μετά το 2019, που αναδείχθηκε ο Κυρ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός με ικανοποιητική κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, το κόμμα εμφανίζει μία σταδιακή μεταλλαγή. Κατ’ αρχήν, απωθείται η πολιτική και προωθείται το «τεχνοκρατικό πρωτείο» κατά την άσκηση του κυβερνητικού έργου. Καρπός αυτής της επιλογής αποτελεί το εφεύρημα του «Επιτελικού Κράτους», που θεσπίσθηκε με το νόμο 4622/2019 (ΦΕΚ Α΄133/07.08.2019) και αναφέρεται σε ένα σύστημα διακυβέρνησης της χώρας, με στόχους τον εκσυγχρονισμό, την αποκομματικοποίηση και την βελτίωση της διαφάνειας της κεντρικής δημόσιας διοίκησης, μετατρέποντας το κράτος σε έναν κεντρικό στρατηγικό σχεδιαστή. Το «επιτελικό κράτος» της Νέας Δημοκρατίας, κατά την επταετή άσκηση της εξουσίας στη χώρα, εγείρει ποικίλες αμφισβητήσεις και επίσης εγείρει ερωτηματικά. Εν τέλει στην πλάστιγγα της αξιολόγησης το «επιτελικό κράτος» αποδεικνύεται μάλλον φρούδο εφεύρημα, κενό ουσιαστικού περιεχομένου! Στελέχη της «Νέας Δημοκρατίας» των καιρών μας, όπως ο αντιπρόεδρος του κόμματος και της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, αλλά και ο έτερος αντιπρόεδρος του κόμματος Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης, έχουν με διθυραμβικό ύφος υπενθυμίσει στο έθνος, ότι ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας οφείλεται στη Νέα Δημοκρατία, όπως βέβαια παρόμοιου περιεχομένου δηλώσεις έχουν γίνει στη Βουλή από το στέλεχος της κυβέρνησης Μητσοτάκη και πρόεδρο πλέον του Eurogroup Κυριάκο Πιερρακάκη. Ένας από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, ενώ ο εφαρμοστικός νόμος του Κανονισμού αυτού στην Ελλάδα, είναι ο νόμος 4786/2021 (ΦΕΚ Α΄43), «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/ 1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από τον Ιούνιο του 2021 και έχει αναλάβει υποθέσεις που αφορούν αποκλειστικά αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή απάτες με ευρωπαϊκά κονδύλια, σοβαρές διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, διαφθορά που συνδέεται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και νομιμοποίηση εσόδων από τέτοιας υφής άδικες πράξεις. Οι σημαντικότερες υποθέσεις που έχει χειριστεί στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι οι εξής: 1. Υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ – Αγροτικές επιδοτήσεις. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έρευνα της EPPO, όπως είναι το αρτικόλεξο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην Ελλάδα. Η έρευνα αφορά: • Εικονικές δηλώσεις βοσκοτόπων, • πλαστά μισθωτήρια, • ψευδείς δηλώσεις ιδιοκτησίας, • λήψη ενισχύσεων από πρόσωπα που δεν είχαν πραγματική γεωργική ή κτηνοτροφική δραστηριότητα. Οι περισσότερες υποθέσεις αναφέρονται σε χρονική περίοδο 2017–2022. Όσον αφορά την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν ασκηθεί διώξεις σε βάρος περίπου εκατό (100) κατηγορουμένων. Η ζημία εις βάρος της ΕΕ υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 2,9 εκατομμύρια ευρώ, μόνον σε συνάρτηση με τις πρώτες δικογραφίες, Η EPPO θεωρεί ότι πρόκειται για οργανωμένο σύστημα απάτης και όχι για μεμονωμένα περιστατικά. Το 2026 η έρευνα επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο: Ζητήθηκε από τη Βουλή η άρση της ασυλίας ένδεκα βουλευτών, διαβιβάστηκαν στοιχεία για πρώην υπουργό και πρώην υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης ενώ εξετάζεται ενδεχόμενη συμμετοχή στην πρωτόγνωρη απάτη δημόσιων λειτουργών. 2. Σύμβαση 717 της ΕΡΓΟΣΕ. Πρόκειται για τη δεύτερη πιο σημαντική έρευνα που γίνεται στην Ελλάδα και αφορά τη σύμβαση 717. Η EPPO διερευνά: Την εκτέλεση της σύμβασης αποκατάστασης τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Τις καθυστερήσεις, τις παράνομες αποζημιώσεις, την πιθανή απιστία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η υπόθεση αφορά έργο συγχρηματοδοτούμενο από ευρωπαϊκά κονδύλια. Ήδη έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αρχικά σε βάρος 23 υπόπτων (18 δημόσιοι υπάλληλοι), ενώ αργότερα προστέθηκαν ακόμη 16 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων 13 δημόσιοι λειτουργοί. Η συγκεκριμένη έρευνα δεν αφορά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών αυτό καθαυτό, αλλά τη διαχείριση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης του έργου, που αν είχε ολοκληρωθεί το πιο πιθανό να μην είχε συμβεί το δυστύχημα των 57 αθώων νεκρών. 3. Μεγάλες διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ. Όσον αφορά διασυνοριακές απάτες ΦΠΑ, η EPPO έχει εξαρθρώσει αρκετά κυκλώματα που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής: • Κύκλωμα απάτης ΦΠΑ ύψους περίπου 30,7 εκατ. ευρώ σε ηλεκτρονικές συσκευές με διασύνδεση Ελλάδας–Γερμανίας, • συλλήψεις σε Αθήνα και Γερμανία, • διενέργεια δεκάδων ερευνών και κατασχέσεων. 4. Τελωνειακή απάτη στο λιμάνι του Πειραιά (επιχείρηση «Calypso»). Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην ιστορία της EPPO. Η έρευνα αφορά εισαγωγές κινεζικών προϊόντων, υποτιμολόγηση εμπορευμάτων, αποφυγή δασμών, απάτη ΦΠΑ και ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Σύμφωνα με την Eυρωπαϊκή Εισαγγελία, η συνολική ζημία εκτιμάται περίπου στα 700 έως 800 εκατομμύρια ευρώ. Έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 έρευνες και έχουν συλληφθεί τελωνειακοί υπάλληλοι και εκτελωνιστές, ενώ κατασχέθηκαν χιλιάδες εμπορευματοκιβώτια στον Πειραιά. 5. Οργανωμένο κύκλωμα επιδοτήσεων και απάτης ΦΠΑ. Η EPPO αποκάλυψε εγκληματική οργάνωση που η δράση της συνδύαζε: Απάτη ΦΠΑ περίπου 36.000.000,00 ευρώ, απάτη ευρωπαϊκών επιδοτήσεων περίπου 9.000.000,00 ευρώ και νομιμοποίηση μη νόμιμων εσόδων. Η απόρροια των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε ως αποτέλεσμα συλλήψεις υπόπτων, κατασχέσεις πολυτελών αυτοκινήτων και μεγάλων χρηματικών ποσών. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την απάτη του ΟΠΕΚΕΠΕ, εμπλέκει ένδεκα (11) βουλευτές στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και δύο (2) πρώην μέλη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, έναν υπουργό αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων και μία υφυπουργό του ίδιου υπουργείου. Μετά από την δυσμενή εξέλιξη της έρευνας της ΕΡΡΟ εις βάρος του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και προβεβλημένων στελεχών της, η στάση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κορυφαίου θεσμού της Ένωσης άρχισε να εμφανίζει στοιχεία που φέρνουν στο νου την αντι-ευρωπαϊκή πολιτική Όρμπαν στην Ουγγαρία. Ο Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λόγω του νεαρού της ηλικίας της ως θεσμού (sic!). Η Σοφία Βούλτεψη, απαξίωσε την Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα Laura Codruța Kövesi (Λάουρα Κοβέσι), λόγω της ρουμανικής καταγωγής της (sic!) και στόχευσε ουσιαστικά κατά του κύρους του θεσμού. Κατ’ αρχάς πρέπει να ειπωθεί με εξαιρετική επίταση ότι οι απαξιωτικές κρίσεις κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είτε σαν αυτές του κ. Γεωργιάδη, είτε σαν αυτές της κυρίας Βούλτεψη, από νομικής σκοπιάς είναι απαράδεκτες, ενώ από πολιτικής σκοπιάς είναι πέρα ως πέρα έωλες! Κατ’ αρχήν, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όλα τα θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ρυθμίζονται από το Ενωσιακό Δίκαιο, που οι διατάξεις του υπερισχύουν, κατά σχετική πρόβλεψη του ελληνικού Συντάγματος, διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας. Μεταξύ των θεμάτων της ΕΡΡΟ είναι η επιλογή και ο διορισμός τόσο της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, όσο και των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (European Delegated Prosecutors – EDPs), που υπηρετούν στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οι θεμελιώδεις προβλέψεις ως προς τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς είναι, ότι η θητεία τους είναι πενταετής (5 έτη) και μπορεί να ανανεωθεί για μία ή περισσότερες επιπλέον περιόδους, εφόσον το αποφασίσει το Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούν να παυθούν ή να ανακληθούν μονομερώς από το κράτος μέλος που τους πρότεινε. Η ανεξαρτησία τους προστατεύεται από το Ενωσιακό Δίκαιο και ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να δέχονται οδηγίες από εθνικές αρχές. Υπηρεσιακά, διατηρούν την ιδιότητα του εθνικού εισαγγελικού λειτουργού και πρέπει συνεχώς να πληρούν τις προϋποθέσεις διορισμού τους. Αν παύσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις ή υπάρξει σοβαρό πειθαρχικό ζήτημα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να κινήσει διαδικασία παύσης τους. Το Ενωσιακό Δίκαιο προβλέπει ως προς τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, από τη μια μεριά σταθερή, χρονικά, θητεία λειτουργική ανεξαρτησία έναντι των αρχών, δικαστικών και μη του κράτους μέλους που εδρεύουν. Μία αναγκαία παρένθεση: Στην Ελλάδα, μολονότι το Σύνταγμα (άρθρο 26) προβλέπει τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους λειτουργίες της Πολιτείας, την νομοθετική που ασκείται από τη Bουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την εκτελεστική που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Kυβέρνηση και την δικαστική λειτουργία που ασκείται από τα δικαστήρια της χώρας. Εντούτοις, η ηγεσία του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παράγρ. 5 του Συντάγματος. Επομένως, η δικαστική λειτουργία της πολιτείας διαθέτει μια κολοβή ανεξαρτησία έναντι της κυβέρνησης, αφού η δεύτερη διορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστικών θεσμών. Υπόδειγμα Δικαστή, που περιφρούρησε την λειτουργική και θεσμική ανεξαρτησία του ως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου απέναντι σε μια μάλλον ισχυρή κυβέρνηση, παραμένει μέχρι σήμερα, κατά τη γνώμη μου, ο Στέφανος Ματθίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του ήρθε σε σύγκρουση με τον τότε υπουργό δικαιοσύνης Μιχαήλ Σταθόπουλο για θέματα αναθεώρησης του Συντάγματος και για παρεμβάσεις των πολιτικών στο έργο της Δικαιοσύνης (2001). Κατά την διάρκεια της επταετούς διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, από το 2019 και εντεύθεν, από ενέργειες ή παραλείψεις, ιδίως της ηγεσίας της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης (Άρειος Πάγος), το κύρος της Δικαιοσύνης έχει πληγεί και η εμπιστοσύνη των πολιτών της χώρας στην δικαστική λειτουργία έχει καμφθεί σοβαρά. Οι δικαστές στον θώκο του Προέδρου του Αρείου Πάγου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συχνά επικρίνονται σαν ενεργούμενα του επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη σε μείζονα ζητήματα του δημόσιου βίου, που έχουν περιβληθεί το αδιαμφισβήτητο ένδυμα του σκανδάλου! Σχετικά πρόσφατα ανέκυψε αντιμαχία μεταξύ του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ως προς την ανανέωση της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην χώρα. Η μεν Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, διά του Κολλεγίου της, ανανέωσε την θητεία των Ελλήνων συνεργατών της ΕΡΡΟ για μια πενταετία, αλλά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ανανέωσε την θητεία τους μόνο για μια διετία. Το όλο θέμα κατόπιν προσφυγής της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως έφθασε ενώπιον της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με «συντριπτική πλειοψηφία» (72-10) απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και αρνήθηκε επίσης να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηρίζει ότι η διάρκεια της θητείας των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων αποτελεί ζήτημα που ρυθμίζεται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο και ότι τα κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα, δεν μπορούν να την τροποποιούν μονομερώς. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά προβάλλει την άποψη, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κυρίως οι κανόνες που διέπουν τους Έλληνες εισαγγελικούς λειτουργούς. Η ελληνική θέση, κατά τη γνώμη μου, εντάσσεται στην γενικότερη απαξία κατά του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μετά την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αναδεικνύει ομάδα στελεχών του κυβερνώντος κόμματος ως υπόπτους για άδικες πράξεις εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία εμφανίζεται, διά των μελών του Αρείου Πάγου, να αμφισβητεί την υπεροχή των κανόνων του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του εσωτερικού ελληνικού Δικαίου, παρά την ρητή πρόβλεψη των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος και την ερμηνευτική δήλωση, που έχει προστεθεί, όπως ήδη έχει αναφερθεί παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου, ενόψει του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ και της Σύμβασης 717 που αφορά την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, εμφανίζεται η πλειοψηφία της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να απορρίπτει την προσφυγή ενώπιόν της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, χωρίς να ασχοληθεί με την ουσία του αιτήματος της προσφυγής. Διότι αν είχαν την τόλμη οι ανώτατοι δικαστές να εξετάσουν την προσφυγή, δεν θα μπορούσαν να προσπεράσουν τις διατάξεις των 15 και 17 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, στις οποίες με σαφήνεια προβλέπεται ότι θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στα κράτη μέλη ρυθμίζονται αποκλειστικά από το Ενωσιακό Δίκαιο. Επομένως, και ως προς την συγκεκριμένη υπόθεση, τα μέλη του Αρείου Πάγου, εκτίθενται διότι παρέχουν την βάσιμη εντύπωση ότι επιδίωξαν να προσφέρουν την συνδρομή τους υπέρ της παρούσας κυβέρνησης της χώρας, με στόχο, εκ μέρους της κυβέρνησης, την παρεμβολή εμποδίων στην αποκάλυψη όλου του εύρους σκανδάλων εις βάρος της ΕΕ με πρωταγωνιστές στελέχη της Ν.Δ. υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. ©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ ΝΟΜΙΚΟΣ 03/07/2026

No comments: