Powered By Blogger

Monday, July 25, 2011

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΥΣΠΕΠΤΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ!



Στα Βαλκάνια, όπου ζούμε οι Έλληνες, μιας και η χώρα μας  βρίσκεται εδώ και όχι στον Αρκτικό Κύκλο, ούτε σε κάποιο νησιωτικό σύμπλεγμα του Νότιου Ειρηνικού, φαίνεται πως σημαντικές μάζες των πληθυσμών  τους αρνούνται να δουν κατάματα την αλήθεια! Βαυκαλίζονται με φαντασιώσεις του παρελθόντος, συχνά κατασκευασμένες και εντελώς ασύμβατες προς την ιστορική αλήθεια. Αναθρεμμένοι με γελοία παραμύθια, ακατάλληλα ακόμα και για να κοιμίζουν μικρά παιδιά, γιατί η εμμονή σε τούτα τα παραμύθια έχει προκαλέσει περισσότερες από μια φορά εκατόμβες αθώων θυμάτων. Αλλιώς το αίμα των νεκρών της Σρεμπρένιτσα, δεν θα σημάδευε τραγικά τις μέρες μας, όπως δυστυχώς συμβαίνει, ούτε οι ομαδικοί τάφοι στο Κόσσοβο θα ήταν ακόμα νωποί! Μέχρι πριν λίγο παρέμενε ελεύθερος ο στρατηγός Μλάντιτς, υπόλογος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τον καταζητούσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης. Κάποιοι, τόσον καιρό που τον θεωρούσαν ήρωα τον έκρυβαν με ασφάλεια, ενώ τα δάκρυα όσων επέζησαν από τον καταστροφικό πόλεμο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη υγραίνουν ακόμα τις παρειές….
Ας το παραδεχτούμε, πολλοί Βαλκάνιοι έχουμε τυφλώσει τις συνειδήσεις μας μπροστά στην Αλήθεια! Δεν είμαστε λίγοι εκείνοι που προτιμούμε το ψέμμα που διεγείρει τη βαρβαρότητα, συντηρεί τον φανατισμό και τις προκαταλήψεις, που δεν δικαιολογούνται πλέον. Οι πληγές από πολέμους, από εμφύλιους σπαραγμούς, από μαζικούς διωγμούς και εθνοκαθάρσεις, από βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών, πολλούς, αντί να αυξήσουν την ανθρωπιά μας και να μας κάνουν περισσότερο σοφούς σε κατανόηση, μας κρατούν καθηλωμένους στις αγκυλώσεις που προκαλούν οι φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις και ο σκοτισμός των συνειδήσεων από τον εθνικισμό!

Στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια πολύς λόγος γίνεται για την «γενοκτονία» των Ποντίων από τους Τούρκους. Υπό την πίεση εθνικιστικού προσανατολισμού ποντιακών σωματείων κυρίως το ελληνικό κράτος εμπλούτισε τη νομοθεσία του με το νόμο 2645/1998 που έχει τίτλο «Καθιέρωση της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».
Στο εθνικό, αλλά και στο διεθνές ποινικό δίκαιο ισχύει μία σημαντική αρχή που απαγορεύει την αναδρομική ισχύ ποινικών νομικών διατάξεων και την συνακόλουθη επιβολή ποινών για πράξεις που κατά το χρόνο εκτέλεσής τους δεν θεωρούνταν ποινικά αδικήματα. Πρόκειται για την αρχή ‘nullum crimen, nulla poena sine praevia lege’ (κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο), που ενώ καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο στη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1789), υιοθετήθηκε από το Αμερικανικό Σύνταγμα (1789), από τον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813. Αποτελεί μια νομική αρχή που βάζει φραγμό στην κρατική αυθαιρεσία, μιας και τα κράτη πάντοτε ήταν οι φορείς της ποινικής καταστολής. Σηματοδοτεί θετικά την εξέλιξη του πολιτισμού στον πλανήτη μας και ήδη αποτελεί δεσμευτικό κανόνα του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου (άρθρα 22 και 23 του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου). Μετά την φρίκη που προκάλεσε στις συνειδήσεις της σύνολης ανθρωπότητας το Ολοκαύτωμα που προκάλεσαν οι Ναζί σε βάρος των Ισραηλιτών, των Ρομά κ. ά., η Διεθνής Κοινότητα μέσω του Ο.Η.Ε. κατάρτισε την από 9.12.1948 Σύμβαση για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που κυρώθηκε από την χώρα μας με το νομοθετικού διατάγματος 3091/1954. Με τη σύμβαση αυτή τυποποιείται, δηλαδή περιγράφονται οι όροι τέλεσης του εγκλήματος της γενοκτονίας, με τρόπο αυστηρό και περιορισμένο.
Υπάρχει και μια άλλη βασική αρχή στο ποινικό δίκαιο. Παραβάτες των ποινικών νόμων μπορεί να είναι μόνο φυσικά πρόσωπα. Κράτη, εταιρίες, οργανισμοί και άλλων μορφών νομικά πρόσωπα, που υπάρχουν είτε σύμφωνα με την εσωτερική  νομοθεσία  των κρατών, είτε σύμφωνα με το Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο δεν είναι δυνατό να είναι υπόλογα για οποιοδήποτε έγκλημα. Επίσης, οι εγκληματίες που πεθαίνουν πριν καταδικαστούν από αρμόδιο δικαστήριο εγκαταλείπονται μόνο στη θεία κρίση και η ανθρώπινη δικαιοσύνη παύει να ενδιαφέρεται για την απαξιωτική συμπεριφορά τους, ακόμα αν κατηγορούνταν για τα πιο φοβερά εγκλήματα! Η προηγούμενη αρχή υιοθετείται και από την Σύμβαση του Ο.Η.Ε. για το έγκλημα της γενοκτονίας.
Ο νόμος 2645/1998 του ελληνικού κράτους που καθιερώνει ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος είναι ένας νόμος δίχως καμιά αξία, από νομικής απόψεως. Πρόκειται για μια «πολιτική πράξη» της Βουλής των Ελλήνων που δυστυχώς καταχρηστικά έλαβε τον μανδύα νόμου. Θα μπορούσε το εθνικό μας κοινοβούλιο, αν πλειοψηφικά είχαν αποδεχθεί τα μέλη του, πως οι Έλληνες στη Μικρά Ασία υπέστησαν διωγμούς, που υπό τις παρούσες συνθήκες εμφανίζουν τη μορφή γενοκτονικού διωγμού, να περιορισθούν σε ένα ψήφισμα. Θα ήταν αρκετό κάτι τέτοιο….
Ένας νόμος που  θεωρεί εγκληματία ένα κράτος, στην προκειμένη περίπτωση το τουρκικό, είναι νόμος ανυπόστατος, για λόγους που προανέφερα. Ένας νόμος που αποδίδει τέλεση ενός εγκλήματος σε χρόνο, που δεν είχε περιγραφεί τούτο το έγκλημα, την περίοδο 1914 – 1922 που τοποθετούνται οι διωγμοί  των Ελλήνων στην τότε Οθωμανική Τουρκία, δεν υπήρχε το ποινικό αδίκημα της γενοκτονίας, είτε στο ελληνικό ποινικό, είτε στο διεθνές ποινικό δίκαιο.
Το ό,τι κατά την έκρηξη του τουρκικού εθνικισμού, όταν οι Νεότουρκοι ανέλαβαν τα ηνία του οθωμανικού κράτους στα πρόθυρα της κατάρρευσής του οι χριστιανικές μειονότητες και κυρίως Αρμένιοι και Έλληνες υπέστησαν εκτεταμένους διωγμούς είναι γεγονός. Το να αναγάγουμε όμως αυτή την πολιτική συνολικά σε σκόπιμη γενοκτονία εκ μέρους των τότε αρχών του τουρκικού κράτους, η νηφάλια μελέτη των γεγονότων της ιστορίας, δεν μπορεί να συνηγορήσει υπέρ αυτής της άποψης. Άλλωστε την ίδια περίοδο συγκεκριμένες ενέργειες είτε μερίδας Ελλήνων του Πόντου, είτε Αρμενίων της περιοχής Βαν πρόσφεραν την αφορμή στις τουρκικές αρχές για να αναλάβουν τα σκληρά μέτρα των διοικητικών διωγμών, που ιδίως στην περίπτωση των Αρμενίων οδήγησαν στην εξόντωση 1.500.000 ανθρώπων!
Οι ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Σταύρος Ανεστίδης, Ματούλα Κουρουπού και Ιωάννα Πετροπούλου αναφερόμενοι στα γεγονότα που συνθέτουν τη ‘Μικρασιατική καταστροφή’ δεν θεωρούν ότι μπορεί να γίνει χρήση του όρου "γενοκτονία" σε επιστημονικό επίπεδο (Εφημερίδα ‘Η Αυγή’ της 18.02.2001). Επίσης, με βάση τα ιστορικά δεδομένα διακεκριμένοι επιστήμονες, όπως ο Αλ. Ηρακλείδης (εφημερίδα ‘Τα Νέα’ της 08.03.2001) και ο καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αντώνης Μπρεδήμας ("Ήταν η μικρασιατική καταστροφή γενοκτονία;", εφημερίδα ‘Η Αυγή’ της 18.02.2001) τοποθετούνται κατά της χρήσης του όρου γενοκτονία από το νόμο 2645/1998. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, επί τόσες δεκαετίες, περιγράφοντας τα γεγονότα που κατέληξαν στην βίαιη απομάκρυνσή τους από τις πατρίδες τους κάνουν λόγο για καταστροφή. Ο όρος καταστροφή, όσον αφορά τα γεγονότα που αναφερόμαστε, ανταποκρίνεται με μεγαλύτερη ακρίβεια στην τραγωδία του Μικρασιατικού Ελληνισμού, περιγράφοντας από τη μια μεριά τις ευθύνες των Τούρκων δεν παραγνωρίζει τις σοβαρές ευθύνες της ελληνικής πλευράς.

Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι γειτονικές χώρες και τούτο δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνον αν επέλθει μια κοσμική καταστροφή που θα φέρει τα πάνω κάτω στην επιφάνεια του πλανήτη Γη, ώστε η Τουρκία να γειτονεύει με την Κορέα και η Ελλάδα να βρίσκεται πλάι στην Αργεντινή….
Αν αναλογιστούμε ότι μετά τη μάχη του Ματζικέρτ (Αύγουστος 1071 μ.Χ.) αρχίζει στη Μικρά Ασία η συμβίωση Τούρκων και Ρωμιών, που ουσιαστικά δεν έπαυσε ποτέ από τότε και ότι το μεγάλο πλήθος των Ελλήνων της Βαλκανικής από τον 14ο αιώνα ως και τον 20ο ζούσε υπό οθωμανική διακυβέρνηση, δεν πρέπει να εκπλήττεται για την πολιτισμική ώσμωση που έχει επέλθει μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Παρά τη διαφορά γλώσσας και θρησκείας, τα κοινά σημεία που καταδεικνύουν τις αμοιβαίες επιρροές στην καθημερινότητα των δύο λαών είναι ορατά στον απαιτητικό παρατηρητή. Η λαϊκή θρησκευτικότητα Τούρκων Μουσουλμάνων και Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων έχει τόσα πολλά κοινά στοιχεία, που αν οι θεολόγοι και των δύο πλευρών έκαναν τον κόπο να τα αναζητήσουν, να τα ανακαλύψουν και να τα αναδείξουν θα πρόσφεραν πάρα πολλές θετικές υπηρεσίες τόσο στην επιστήμη της συγκριτικής Θρησκειολογίας, όσο και στην προώθηση  της διαθρησκειακής κατανόησης και του διαλόγου μεταξύ Ανατολικού Χριστιανισμού και Ισλάμ!

Μετά την εφαρμογή του Συμφώνου για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας  (30.01.1923), που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λοζάνης, όπως είναι γνωστό μεγάλος αριθμός προσφύγων από τον Πόντο εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία. Η τότε κυβέρνηση με την ενέργειά της αυτή επιχείρησε να επιτύχει αλλοίωση του πληθυσμού της Μακεδονίας, όπου το σλαβομακεδονικό ή σλαβόφωνο στοιχείο είχε ισχυρή παρουσία με τελικό στόχο της «εθνοκάθαρση» της περιοχής από τους «εθνικά ύποπτους» ντόπιους Μακεδόνες. Η κρατική προπαγάνδα άρχισε να βομβαρδίζει τους Πόντιους πρόσφυγες με το μύθευμα, πως αυτοί είναι «καθαροί Έλληνες» ενώ οι άλλοι, δηλαδή οι ντόπιοι Μακεδόνες που μιλούσαν τη σλαβική μακεδονική γλώσσα αποτελούσαν πρόβλημα για τα εθνικά συμφέροντα. Δυστυχώς υπάρχουν κύκλοι Ποντίων που συνειδητά, σκόπιμα ή ασυνείδητα «μασουλούν» ως τις μέρες μας τη μαστίχα της «εθνικής τους καθαρότητας» έναντι των υπολοίπων Ελλήνων και δεν αντιλαμβάνονται, παρά την ευφυΐα που συνήθως τους διακρίνει, ότι η φυλετική καθαρότητα δεν αφορά το ανθρώπινο είδος, αλλά τα παράγωγα «ιπποφορβείων» και «κυνοτροφείων»!
Στα πλαίσια αυτού του συλλογικού συμπλέγματος ανωτερότητας (δηλαδή συλλογικής νεύρωσης), που χαρακτηρίζει δυστυχώς πολλούς Ποντίους. Προκειμένου να τονισθεί, τουλάχιστον έτσι έχει εκληφθεί, η υποτιθέμενη διακεκριμένη «καθαρή ελληνικότητα» των Ποντίων έναντι  των  υπολοίπων Ελλήνων εφευρέθηκαν πολλοί μύθοι, μεταξύ των οποίων προβλήθηκε ιδιαίτερα η δήθεν γενοκτονία τους. Λέω δήθεν, γιατί άλλο οι διωγμοί που υπέστησαν και άλλο η γενοκτονία, που ευτυχώς δεν συνέβη σε βάρος του ποντιακού ελληνισμού. Προσωπικά, από την πλευρά της μητέρας, κατάγομαι από την Πάντερμα. Τιμώ βιωματικά τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και γνωρίζω πως το ποτήρι του ξεριζωμού τους υπήρξε πολύ πολύ πικρό. Αλλά διόλου δεν συμφωνώ όταν ακούω Ποντίους να καυχώνται για τη δήθεν φυλετική καθαρότητά τους. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, εκτός από κίβδηλος είναι έντονα υποτιμητικός για τους άλλους Έλληνες, που τυχαίνει να μην αρέσκονται στους ήχους του kemence, ούτε χορεύουν ‘κότσαρι’ ή αγνοούν το τραγούδι ‘της Τρίχας το γεφύριν’….
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γ.  Σωτηριάδη (G. Sotiriadis, An ethnological map illustrating Hellenism in the Balkan Peninsula and Asia Minor, London 1918, Edward Stanford Ltd), τα οποία είχε χρησιμοποιήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η κατανομή των Ελλήνων στα τρία βιλαέτια του Πόντου εμφανίζει τα εξής στοιχεία: Στο βιλαέτι της Τραπεζούντας το  1912 κατοικούσαν 947.866 Τούρκοι, 353.533 Έλληνες και 50.000 Αρμένιοι. Οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν σε ποσοστό 25,9% του συνολικού πληθυσμού. Στο βιλαέτι της Σεβάστειας (Σίβας) επί συνολικού πληθυσμού 1.109.535 κατοίκων οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν σε 99.367 άτομα, αποτελώντας μια μειονότητα σε ποσοστό 8,9% του συνολικού πληθυσμού. Στο τρίτο βιλαέτι του Πόντου, δηλαδή στο βιλαέτι της Κασταμονής, οι Έλληνες Πόντιοι ανέρχονταν μόνο στο 2,5% του συνολικού πληθυσμού αποτελώντας ασήμαντη μειονότητα. Σύμφωνα με τους Πόντιους εθνικιστές οι Τούρκοι εξόντωσαν μέχρι το 1924 περίπου 350.000 Έλληνες Πόντιους. Αν λάβουμε υπόψη τα στοιχεία που αποδεχόταν εκείνη την εποχή η κυβέρνηση Βενιζέλου, οι Έλληνες των βιλαετίων της Τραπεζούντας και της Σεβάστειας ανέρχονταν σε 452.900 άτομα, στους οποίους πρέπει να προστεθούν και οι λίγες χιλιάδες κατοίκων Ελλήνων του βιλαετίου της Κασταμονής. Αν πράγματι είχε συμβεί γενοκτονία στον Ποντιακό Ελληνισμό στο ύψος που προσδιορίζουν οι εθνικιστικοί ποντιακοί κύκλοι, τότε στην Ελλάδα έπρεπε να φθάσουν μόνον 100.000 ψυχές Ποντίων προσφύγων. Ο Οδ. Λαμψίδης («Η ‘’ανάκλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 3) υπολογίζει ότι από το 1.500.000 των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, οι Πόντιοι ανέρχονται σε 400.000, προερχόμενοι από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη νότια Ρωσία.
Η καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού δεν οφείλεται μόνο στους διωγμούς των Τούρκων, αλλά και σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες των ελληνικών κυβερνήσεων της εποχής. Λόγου χάρη τον  Ιούλιο του 1922 ψηφίσθηκε ο νόμος 2670/1922, με τις υπογραφές του βασιλέα Κωνσταντίνου, του Γούναρη και του Ρούφου, με τον οποίο απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας να αποχωρήσει από την περιοχή, ενώ ήδη είχε αποφασισθεί η εκκένωση της Μικράς Ασίας από το ελληνικό στρατό. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση των Αθηνών με τηλεγράφημα προς τον Ύπατο Αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη, του ζητά να μην επιτρέψει στους Έλληνες της Ιωνίας να φύγουν για την Ελλάδα. Ο  Γρηγόρης Δαφνής (Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, β’ έκδ., τόμ. Α’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα,1974, σελ. 16) έχει διασώσει το εξής περιστατικό: «Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη  για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου ‘γιατί δεν ειδοποιείται τον κόσμο να φύγει;’, ο Στεργιάδης απαντά: ‘Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα  θα ανατρέψουν τα πάντα’».
Επομένως, η καταστροφή των Μικρασιατικού Ελληνισμού, δεν οφείλεται σε γενοκτονία που έκαναν οι Τούρκοι, ούτε μόνο στους διωγμούς που εξαπέλυσαν κυρίως κατά τον Ποντίων Ελλήνων οι τουρκικές αρχές. Σημαντικότατη ευθύνη έχουν οι Έλληνες πολιτικοί εκείνης της περιόδου, που με ποικίλους τρόπους προκάλεσαν τη μικρασιατική καταστροφή.

Δεν υποστηρίζω την εθνική λήθη, αλλά συνηγορώ υπέρ της εθνικής σοβαρότητας. Η ιστορική μνήμη τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Τούρκους θα πρέπει να είναι ενεργής. Όχι για να αναμοχλεύονται τα πάθη και οι προκαταλήψεις, αλλά για να αποφύγουμε όμοια ή παρόμοια εγκληματικά λάθη σε βάρος των σύγχρονων Ελλήνων και Τούρκων αντίστοιχα, κατά τις μεταξύ μας σχέσεις. Η εθνική μνήμη δεν συντηρείται με νομοθετήματα του κράτους! Και αν επιθυμούμε να δημιουργηθούν αυθεντικά φιλικές σχέσεις μεταξύ των κρατών της Ελλάδος και της Τουρκίας, κάτι που η πλειοψηφία και των δύο λαών είναι βέβαιο πως ποθεί, τότε έχουμε υποχρέωση, όπως παρόμοια υποχρέωση έχουν και από την άλλη πλευρά του Έβρου και του Αιγαίου, να αποφεύγουμε να συντηρούμε αφελείς και ανυπόστατους μύθους, που ικανοποιούν μόνον εκείνους που φοβούνται την αλήθεια της ιστορίας και προτιμούν το ψέμμα της προπαγάνδας!


Σημείωση: Τούτο το άρθρο γράφτηκε για το τουρκοελληνόφωνο  περιοδικό "Azınlıkça", που εκδίδεται στην Κομοτηνή.


Thursday, July 21, 2011

Ο κ. ΕΡΤΟΓΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ….

          Το Κυπριακό Πρόβλημα, δυστυχώς επίκαιρο αφού δεν έχει λυθεί ακόμα, αποτελεί για τη διεθνή πολιτική ιστορία ένα τραγικό αδιέξοδο που έχει κατασκευάσει στην Κύπρο ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός! Οι ευθύνες προσώπων και από τις δύο κυρίαρχες κοινότητες του νησιού για τις πληγές και τα παθήματα των Κυπρίων δεν πρόκειται να σκεπασθούν από τη λήθη. Όσοι ηγέτες και από τις δύο πλευρές, μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ενιαίου κυπριακού κράτους το 1959 τορπίλισαν είτε με την εμμονή τους στην «ένωση», είτε με το πείσμα τους στη «διχοτόμηση» την Κυπριακή Δημοκρατία και την κυπριακή ταυτότητα όλων των  πολιτών του νησιού θα είναι για πάντα υπόλογοι στην ιστορία της Κύπρου. Όπως, στις συνειδήσεις των Κυπρίων, άνθρωποι που αγωνίστηκαν για την συμφιλίωση των δύο επί μέρους Κοινοτήτων, για την αποκατάσταση της ενότητας του νησιού μετά το 1974 θα πρέπει να τιμώνται πάντοτε. Κινήσεις όπως η ονομαζόμενη «Γιασεμή» στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο αξίζει να βρουν μιμητές. Προσωπικότητες, όπως ο αγωνιστής δημοσιογράφος Ιμπραχίμ Αζίζ αξίζουν κάθε τιμής και σεβασμού. Ο Αζίζ, 73 χρόνων σήμερα δηλώνει αυτό που βιώνει: «Είμαι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας που ενώνει τον τόπο αυτό. Τον εαυτό μου δεν τον μοίρασα στα δυο, ενώνω την Κύπρο και τον πληθυσμό της στην ίδια την ταυτότητά μου, την ίδια τη ζωή μου, και δεν μπορώ να δεχθώ τη διχοτόμηση και να είμαι όργανο του διαχωρισμού».
Το Κυπριακό ως πρόβλημα αποτελεί ένα μολυσμένο αγκάθι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον από το Νοέμβριο του 1963, όταν ο πρόεδρος Μακάριος προκάλεσε συνταγματικό πραξικόπημα σε βάρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας του νησιού. Από κει και πέρα οι προκλήσεις και οι πράξεις  βίας δυναμίτισαν στο έπακρο τις σχέσεις των δύο Κοινοτήτων του νησιού. Το αποκορύφωμα στην όξυνση των διακοινοτικών σχέσεων υπήρξε η δημιουργία το 1964 των ένδεκα περίφημων τουρκοκυπριακών θυλάκων, όπου υπό καθεστώς τρομοκρατίας εκ μέρους  των Ελληνοκυπρίων, οι Τουρκοκύπριοι υποχρεώθηκαν να ζουν εγκλωβισμένοι και περιορισμένοι σ’ αυτές τις περιοχές, αν ήθελαν η διαβίωσή τους να ήταν ασφαλής….
          Ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, που κυβερνούσε έκνομα την Ελλάδα ως δικτάτορας, έκανε εξαγωγή της ελληνικής δικτατορίας στην Κύπρο. Εκδιώχθηκε ο πρόεδρος Μακάριος και ανέλαβε στη θέση του ο τραγικός Νίκος Σαμψών, καταλύοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς πλήρως. Ο Σαμψών θα μπορούσε να είναι υπόδικος στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε βάρος των Τουρκοκυπρίων ιδίως τον Δεκέμβριο 1963 στην Ομορφίτα ή Κιουτσούκ Καϊμακλή, προάστιο της Λευκωσίας με μεικτό πληθυσμό. Μετά το πραξικόπημα Σαμψών-Ιωαννίδη η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, έκανε στρατιωτική επέμβαση, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα (βλ. άρθρο IV No 5475 Συνθήκης Εγγυήσεως, Λευκωσία 16 Αυγούστου 1960) για να αποκαταστήσει τη συνταγματική νομιμότητα στο νησί και να περιφρουρήσει τα δικαιώματα της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας. Όπως αποδείχθηκε όμως από τα πράγματα, η δυναμική παρέμβαση της Τουρκίας υπέρ της νομιμότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία αποδείχθηκε πρόσχημα. Η παρέμβαση έγινε εισβολή για να καταλήξει στην τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου από το θέρος του 1974 ως τις μέρες μας, δηλαδή επί τριάντα εφτά (37) χρόνια. Η σύγχρονη Τουρκία απέκτησε την αποικία της, που λέγεται ‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου’(Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti). Όπως είναι γνωστό πρόκειται για ένα «κράτος» υποτίθεται ανεξάρτητο, που μόνον η Τουρκία αναγνωρίζει την ύπαρξή του, ενώ η Διεθνής Κοινότητα το αγνοεί πλήρως.
          Με το πέρασμα του χρόνου οι Τουρκοκύπριοι που κατοικούν στην υπό τουρκική κατοχή βόρεια Κύπρο, συνειδητοποίησαν απόλυτα δυσάρεστα πως είναι υποχείρια του τουρκικού στρατού εισβολής και των Τούρκων εποίκων που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο από την ενδοχώρα της Τουρκίας με την ελπίδα μιας καλύτερης μοίρας, αλλά προκάλεσαν όπως φαίνεται ρωγμές και αλλοιώσεις στον κοινωνικό ιστό της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
          Το πρόβλημα της Κύπρου, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά την εισβολή του τουρκικού στρατού το 1974 και τη συνεχιζόμενη παρουσία του από τότε μέχρι τώρα, δημιουργεί περισσότερο τραγικές συνθήκες για τους Τουρκοκύπριους που ζουν στο βόρειο τμήμα του νησιού, ουσιαστικά εγκλωβισμένοι και απομονωμένοι, παρά σε όσους κατοικούν στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου η τεράστια πλειοψηφία των κατοίκων είναι Ελληνοκύπριοι. Τα αδιέξοδα για τους Τουρκοκύπριους αυξάνουν και διογκώνονται με τον καιρό. Η διεθνής απομόνωση και η διπλωματική «περιφρόνηση» του μορφώματος της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου’ προκαλεί σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους του. Τα διαβατήρια που εκδίδει η διοίκηση της βόρειας Κύπρου, εκτός από την Τουρκία, δεν έχουν αξία πουθενά αλλού.
          Τον Ιούλιο του 2011 ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερτογάν έκανε μια ‘θριαμβική’ επίσκεψη στη βόρεια Κύπρο, με πολυπληθέστατη συνοδεία, πολιτικών και ενόπλων ακολούθων. Η πρόσφατη τρίτη εκλογική νίκη του κ. Ερτογάν στην Τουρκία, με ένα ποσοστό που κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει, δικαιολογημένα του πρόσφερε την ευκαιρία ενός θριάμβου στην αποικία της «Μεγάλης Τουρκίας».
          Με όσα είπε ο πρωθυπουργός της Τουρκίας στην Κύπρο μάλλον απογοήτευσε όλους εκείνους που πίστεψαν ότι ως πολιτικός ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερτογάν διέθετε μια άλλη ποιότητα. Από την άλλη μεριά επιβεβαιώθηκαν όσοι από τους πολιτικούς αντιπάλους του και από τους δημοσιογράφους της χώρας του τον κατηγορούσαν για αυταρχικότητα, που κάνει κακό στην ευαίσθητη Δημοκρατία στην Τουρκία. Ως Μουσουλμάνος, επειδή έτσι αυτοπροσδιορίζεται ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, νομίζουμε πως χάριν ενός αμφίβολης αξίας λαϊκισμού, για να εκμαυλίσει τους ακραίους εθνικιστικούς κύκλους  της χώρας του κυρίως πρόδωσε τις αρχές που μπορεί το Ισλάμ να εμπνέει σ’ έναν πολιτικό. Ένας Μουσουλμάνος πολιτικός οφείλει να αγαπά την πατρίδα του και να υπηρετεί το λαό του, αλλά συγχρόνως έχει υποχρέωση να μη λησμονεί το οικουμενικό όραμα της ενότητας της ανθρωπότητας, παράγωγο της θεμελιώδους πίστης του Ισλάμ, που λέγεται «tawhid» (στην τουρκική ‘tevhid’) δημιουργώντας νοητά τείχη διχασμού και αδιεξόδων στις σχέσεις μεταξύ των λαών.
          Ο κ. Ερτογάν στην Κύπρο με όσα είπε καταφρόνησε τις προσπάθειες των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων να βρεθεί λύση στο πρόβλημα του νησιού τους, της κοινής τους πατρίδας. Ο κ. Ερτογάν, όπως τόσα χρόνια προκάτοχοί του δεν αναγνώριζαν την ύπαρξη του κουρδικού λαού στην Τουρκία, διακήρυξε πολιτικά αδιάντροπα πως δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός κράτους που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία, έχει διεθνή υπόσταση, είναι μέλος του Ο.Η.Ε., της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο κ. Ερτογάν, προφανώς για να ικανοποιήσει τους πλέον πολιτικά και κοινωνικά υποανάπτυκτους από τους υπηκόους της Τουρκίας, διακήρυξε χωρίς περιστροφές πως δεν τον ενδιαφέρει και πολύ η ενταξιακή πορεία και προοπτική της χώρας του μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη, αφού τολμά να θέτει απαράδεκτους όρους προς την Ευρώπη. Ο κ. Ερτογάν μας απογοήτευσε! Ακόμα και αν τα λόγια του στην Κύπρο ήταν «πυροτεχνήματα» για να χτίσει ένα πολιτικό πορτρέτο που ικανοποιεί τους Τούρκους εθνικιστές, μας απογοήτευσε για το έλλειμμα του πολιτικού ήθους, μας απογοήτευσε γιατί έδειξε, ότι μπροστά στις ταπεινές πολιτικές σκοπιμότητες οι αιώνιες και οικουμενικού κύρους αξίες του Ισλάμ μπορεί να υποχωρούν σε δεύτερη μοίρα! Δυστυχώς! 
          Η επίσκεψη του κ. Ερτογάν στην βόρεια Κύπρο προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ των Τουρκοκυπρίων. Όχι εκείνων που ζουν στα ελεύθερα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά  εκείνων που ζουν σε καθεστώς αποικιακής εξάρτησης από την «Μητέρα Πατρίδα», όπως θέλουν να αποκαλούν οι Τούρκοι εθνικιστές τη χώρα τους.
          Διαδηλωτές κρατούσαν πανό που έγραφαν:   «Τα σκυλιά του Ερντογάν δεν μας τρομάζουν», «Αϊσέ γύρνα στο σπίτι σου», «Στο διάβολο φασίστα». Ένα πανό που έγραφε «Δίνεις ένα, παίρνεις πέντε! Και χωρίς να ντρέπεσαι μας λες τρόφιμους» θεωρήθηκε προσβλητικό για τον Τούρκο πρωθυπουργό και δημιουργήθηκαν επεισόδια με συλλήψεις όταν αστυνομικές δυνάμεις επιχείρησαν να το κατεβάσουν.
            Στον κόμβο του χωριού Χαμίτ Μάνδρες, στην κατεχόμενη Λευκωσία, όπου εκπρόσωποι και μέλη διαφόρων πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων της βόρειας Κύπρου είχαν πραγματοποιήσει εκδήλωση διαμαρτυρίας με αφορμή την επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού δημιουργήθηκαν επεισόδια. Τα κόμματα που οργάνωσαν την εκδήλωση ήταν το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος (ΚΕΚ), το Κυπριακό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΚΣΚ) και το Κόμμα Νέα Κύπρος (ΚΝΚ). Συμμετείχαν τα πολιτιστικά κέντρα ‘Μπαράκα’ και ‘E.K.I.M.’, οι εφημερίδες Barikat και Gelecek, καθώς και οι τρεις συντεχνίες των εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου, των γιατρών και των εργαζομένων στο δημόσιο Cag-Sen. Επεισόδια σημειώθηκαν στο κτίριο της ‘KTOS’, της συντεχνίας των δασκάλων, όπου όμως αποφεύχθηκαν οι συλλήψεις. Οι διαδηλωτές φώναζαν ‘Να πεθάνει ο φασισμός’, ενώ αναρτήθηκε στο κτίριο πανό που έγραφε ‘Αρνούμαστε την πολιορκία του ιμπεριαλιστή. Δεν θέλουμε ούτε τους υπαλλήλους, ούτε τα λεφτά, ούτε το πακέτο του’.
          Τέτοιες κινητοποιήσεις από την πλευρά Τουρκοκυπρίων, που αμφισβητούν έντονα και απόλυτα το ρόλο της Τουρκίας στην Κύπρο και στη ζωή τους δεν είχαν ξαναγίνει, τουλάχιστον στη βόρεια Κύπρο. Παρόλα αυτά ο κ. Ερτογάν αδιαφορώντας για τη θέληση του τουρκοκυπριακού λαού με όσα είπε, αλλά και με την παρουσία του πλήθους της συνοδείας του, φαίνεται πως θέλησε να κάνει αισθητή την ισχύ του τουρκικού κράτους στην Κύπρο, όχι με την πειθώ, αλλά με την επίδειξη της βάρβαρης ισχύος της εξουσίας ενός αυταρχικού κράτους, όπως αποδείχθηκε δυστυχώς ότι είναι και ο ηγέτης του.
          Η Μειονότητα των Μουσουλμάνων της Θράκης στο παρελθόν πλήρωσε άδικα και σκληρά τα αδιέξοδα της πολιτικής Ελλάδος και Τουρκίας για την Κύπρο. Το ίδιο έγινε και με τους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Ο μεγάλος διωγμός των Ελλήνων της Πόλης μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955 είχε ως αιτία το Κυπριακό.
          Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερτογάν απογοήτευσε όλους και όλες που πίστεψαν ότι μπορεί να αναδειχθεί ο δεύτερος Ατατούρκ για την πατρίδα του και για το λαό του. Μάλλον όμως του λείπει η τόλμη και η ειλικρίνεια. Μακάρι με πράξεις και λόγους στο άμεσο μέλλον να μας πείσει ότι μπορεί να οραματίζεται τολμηρά, χάριν της ειρήνης στην Κύπρο και στον κόσμο, και ότι όσα εκστόμισε στην Κύπρο ουσιαστικά δεν τον εξέφραζαν….






Σημείωση: Τούτο το άρθρο γράφτηκε κατ' αρχήν για το τουρκοελληνόφωνο μηνιαίο περιοδικό 'Azınlıkça', που εκδίδεται στην Κομοτηνή.


Tuesday, June 28, 2011

Friday, May 27, 2011

Η ΣΑΡΙΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΣΤΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ




          Ο Δρ Abdul Fatah Idris, επικεφαλής του Τμήματος Συγκριτικής Ερμηνείας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο  Al-Azhar του Καΐρου είχε κάνει πριν από καιρό την ακόλουθη σημαντική δήλωση: «Η διαδρομή του χρόνου και η διαφοροποίηση των περιστάσεων, από τον καιρό που διαμορφώθηκε η παραδοσιακή κλασική επιστήμη της ερμηνείας του μουσουλμανικού δικαίου, έχουν επιφέρει αλλαγές στα προβλήματα των ανθρώπων και αντιστρόφως. Η κατάσταση αυτή απαιτεί νέο τρόπο σκέψης για την αντιμετώπιση τόσο των αλλαγών, όσο και συγκεκριμένων γεγονότων». Δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που υιοθετούν την άποψη του Δρα Abdul Fatah Idris, αλλά δυστυχώς δεν είναι τόσο πολλοί για να αντιμετωπίσουν εκείνους που θεωρούν σαν καθαρή μορφή του Ισλάμ ό,τι εφαρμοζόταν μόνο κατά τον έβδομο αιώνα!
          Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την οικουμενική εξάπλωση του Ισλάμ και το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι ξεπερνούν το 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπων. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίσει το Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους με περιφρόνηση, όπως συμβαίνει μερικές φορές ακόμα σε ορισμένες χώρες της Δύσης. Επίσης οι κάτοικοι χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής δεν έχουν το δικαίωμα να στρέφουν την πλάτη στους Μουσουλμάνους γείτονές τους, που είναι το ίδιο Ευρωπαίοι ή Αμερικανοί, όπως οι Χριστιανοί ή οι Εβραίοι της διπλανής πόρτας!
          Το Ισλάμ είναι μια ‘καθολική’ θρησκευτική παράδοση. Δεν πρόκειται για μια θρησκεία που εξαντλείται στην ικανοποίηση των μεταφυσικών ανησυχιών των ανθρώπων και κυρίως στην παροχή μιας κάποιας απάντησης που να μπορεί να καταστείλει τον φόβο μπροστά στο θάνατο και να φωτίσει το μυστήριο για την πέραν του τάφου διαιώνιση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το Ισλάμ ρυθμίζει με αποτελεσματικό τρόπο και συχνά τρομερά λεπτομερειακό κάθε πτυχή της ζωής του Μουσουλμάνου, σε προσωπικό, οικογενειακό και συλλογικό επίπεδο, είτε ζει σε μια παραδοσιακή μουσουλμανική κοινωνία, είτε σε μια κοινωνία που διέπεται από κοσμικές αρχές. Οι κανόνες συμπεριφοράς που πηγάζουν από το Κοράνιο και τη Σούννα (παράδοση του Προφήτη Μωάμεθ) είναι εξαναγκαστικά υποχρεωτικοί για τους Μουσουλμάνους  σε οποιοδήποτε περιβάλλον και αν ζουν, όπως οι νόμοι κάθε κράτους. Στο Ισλάμ δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ ηθικής και νόμιμης συμπεριφοράς. Η ισλαμική ηθική ταυτίζεται πλήρως με τις ρυθμίσεις του ιερού μουσουλμανικού νόμου, γνωστού και ως συστήματος δικαίου Σαρία. Υπάρχουν αρκετές χώρες στον κόσμο με μουσουλμανικό πληθυσμό, που οι κανόνες της Σαρία  είτε στο σύνολό τους, είτε επιλεκτικά έχουν ενσωματωθεί στην κρατική νομοθεσία τους.
          Οι χώρες που εφαρμόζουν στο σύνολό του το δίκαιο της Σαρία, τόσο ως προς τις ρυθμίσεις προσωπικών και αστικών καταστάσεων και  σχέσεων όσο και ως προς την ποινική θωράκιση των κοινωνιών είναι οι εξής: Αφγανιστάν, Μπαχρέιν, Ιράν, Μαυριτανία, Ομάν, Πακιστάν, Υεμένη, Σαουδική Αραβία και Λωρίδα της Γάζας. Οι προηγούμενες χώρες επιβάλλουν την ποινή του θανάτου σε όποιον ή όποια κριθεί ότι έχει βλασφημήσει τα ιερά και τα όσια του Ισλάμ. Ο κατάλογος συνεχίζεται με τις εξής χώρες: Αλγερία, Μπαγκλαντές, Αίγυπτος, Ιράκ, Κουβέιτ, Λιβύη, Μαλαισία, Μαλδίβες, Μαρόκο, Σομαλία, Τυνησία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι αμέσως προηγούμενες χώρες τιμωρούν την βλασφημία κατά του Ισλάμ, όχι με την θανατική ποινή αλλά με φυλάκιση. Στις χώρες που έχουν υιοθετήσει σχεδόν στο σύνολό του το σύστημα δικαίου της Σαρία συγκαταλέγεται και το Σουδάν.
Στη συνέχεια αναφέρονται οι χώρες εκείνες που εφαρμόζουν επιλεκτικά το δίκαιο της Σαρία και όχι στο σύνολό του. Γενικά χαρακτηριστικά σ’ αυτές τις χώρες είναι η επιβολή μικρών ποινών σε περιπτώσεις φόνων για λόγους τιμής, με θύματα αποκλειστικά σχεδόν γυναίκες, προβλεπόμενη ή άτυπη απαγόρευση ανέγερσης νέων εκκλησιών, εφαρμογή των δημόσιων μαστιγώσεων σε δράστες ποινικών αδικημάτων κ.λπ.. Οι χώρες που αναφερόμαστε είναι οι εξής: Ινδονησία, όπου εφαρμόζονται ως μέσα ποινικού σωφρονισμού οι δημόσιες μαστιγώσεις ή οι δημόσιοι ξυλοδαρμοί με ραβδί. Η επαρχία Aceh αυτής της χώρας χαρακτηρίζεται για την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων του ιερού μουσουλμανικού νόμου. Μπρουνέι, όπου εφαρμόζεται ως μέσον ποινικού σωφρονισμού ο δημόσιος ξυλοδαρμός με ραβδί και όπου η κατανάλωση αλκοόλ είναι παράνομη. Στην Ιορδανία για τους φόνους για λόγους τιμής επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δύο ετών ή και λιγότερο. Στην Ερυθραία ένα κορίτσι 8 ετών μπορεί να παντρευτεί ενώ αγνοείται ο βιασμός της συζύγου.  Οι φόνοι για λόγους τιμής τιμωρούνται στη Συρία με ένα χρόνο φυλάκιση ή και λιγότερο. Στο Τζιμπουτί το δίκαιο της Σαρία ρυθμίζει το διαζύγιο. Στην Τσετσενία οι τοπικές αρχές εποπτεύουν σχετικά με την σεμνή ένδυση των ανθρώπων, κυρίως των γυναικών, με την κατανάλωση αλκοόλ που δεν επιτρέπεται και με τα τυχερά παιχνίδια που επίσης απαγορεύονται. Στο Νίγηρα τα κορίτσια επιτρέπεται να παντρεύονται πριν φτάσουν στην εφηβεία, ενώ στις βόρειες πολιτείες της Νιγηρίας απαντάται αυστηρή εφαρμογή του συνόλου της Σαρία. Στην ανατολική Κένυα, στα σύνορα με τη Σομαλία εφαρμόζεται ο μουσουλμανικός νόμος με αυστηρότητα. Στη Γκάμπια, τα μουσουλμανικά ιεροδικεία που εφαρμόζουν τη Σαρία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς όλες τις οικογενειακές υποθέσεις ακόμα και για τους μη Μουσουλμάνους της χώρας. Στην Ουγκάντα οι ιεροδίκες (qadis)  που εφαρμόζουν τη Σαρία ασκούν εποπτεία στις οικογενειακές και αστικές υποθέσεις. Στο Κατάρ κατά τη διάρκεια του μήνα Ραμαντάν είναι απαγορευμένη η δημόσια κατανάλωση τροφής, η χρήση αλκοόλ υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς ενώ για περιπτώσεις φόνου επιτρέπεται η ανταλλαγή χρήματος αντί για αίμα (καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση στους συγγενείς του θύματος από τον δράστη). Όπως σε όλες τις χώρες του Αραβικού Κόλπου έτσι και στο Κατάρ εφαρμόζεται ο θεσμός του νόμου της ‘kafala’. Πρόκειται για αραβικό νομικό όρο που αναφέρεται στην μονομερή ανάληψη δέσμευσης παροχής υποστήριξης και φροντίδας σε συγκεκριμένα ορφανά ή εγκαταλελειμμένα παιδιά ως την ενηλικίωσή τους. Στο ισλαμικό δίκαιο ο θεσμός της υιοθεσίας αγνοείται.  Στο Μπαχρέιν, δυστυχώς, ο θεσμός της ‘kafala’ υποκρύπτει σε πολλές περιπτώσεις επιβίωση της δουλείας.
Υπάρχουν δυτικές χώρες που είτε έχουν υιοθετήσει στο νομικό τους σύστημα ρυθμίσεις της Σαρία σε ορισμένους τομείς, όπως η Ελλάδα και η πολιτεία Quebec του Καναδά, ενώ στη Βρετανία λειτουργούν νόμιμα μουσουλμανικά ιεροδικεία που εφαρμόζουν τη Σαρία και οι αποφάσεις τους είναι σεβαστές από τις βρετανικές αρχές.
Βασισμένο στις αρχές και στους κανόνες της  Σαρία έχει διαμορφωθεί ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που εφαρμόζεται από εμπορικές και επενδυτικές τράπεζες σε πολλές χώρες στον κόσμο.
Τέλος υπάρχουν χώρες με μουσουλμανικό πληθυσμό, όπως το Αζερμπαϊτζάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και η Αλβανία που δεν εφαρμόζουν θεσμούς του ιερού μουσουλμανικού νόμου στο νομικό τους σύστημα. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό του πληθυσμού τους αυτών των χωρών, που είτε επιδιώκει η Σαρία να γίνει νομικό σύστημα του κράτους, είτε εφαρμόζει τους κανόνες της  Σαρία εκτός των πλαισίων της νομιμότητας που αναγνωρίζει το κράτος.

Η δικαιοταξία της Σαρία καθώς πηγάζει από ένας ιερό κείμενο το Κοράνιο και από την ιερή παρακαταθήκη που συνάπτεται με τη ζωή του Προφήτη Μωάμεθ, τη Σούννα, αντιμετωπίζεται από την πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ως ένα ‘ιερό’ σύστημα δικαίου, για τούτο και χρησιμοποιείται ως συνώνυμο στην ελληνική γλώσσα συνήθως η διατύπωση  «ιερός μουσουλμανικός Νόμος». Και σε άλλους πολιτισμούς με έντονη θρησκευτική χροιά συστήματα δικαίου χαρακτηρίζονται σαν ιερά. Λόγου χάρη στους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ρυθμίζουν ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και πειθαρχίας, προστίθεται το επίθετο «ιεροί» έτσι ώστε να είναι προφανής η ένθεη έμπνευση ως προς το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις που καθιερώνουν. Η ίδια ιερότητα αποδίδεται στο ιουδαϊκό σύστημα δικαίου που πηγάζει από την Torah, τη Misnah, το Talmud και συστηματοποιείται στις ρυθμίσεις της Halakha. Χωρίς αμφιβολία οι κανόνες που ρυθμίζουν την εκκλησιαστική τάξη και πειθαρχία στην Καθολική Εκκλησία, δεν έλκουν την καταγωγή τους από τη βούληση των ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους νόμους ενός κράτους της Δύσης, αλλά θεωρείται ότι είναι προϊόν της άνωθεν καθοδήγησης της Εκκλησίας. Τα προηγούμενα παρατέθηκαν προκειμένου να καταδειχθεί πως η «ιερότητα» του συστήματος δικαίου της Σαρία δεν αποτελεί αποκλειστικό εφεύρημα του Ισλάμ.
Το σύστημα δικαίου του ιερού μουσουλμανικού Νόμου (Σαρία) δεν έχει κωδικοποιηθεί μέχρι σήμερα. Οι κανόνες και οι ρυθμίσεις που προβλέπει παραμένουν εγκατεσπαρμένες στις πηγές του, στις οποίες πέραν του Κορανίου και της Σούννα, που την αναζητούμε στις αναγνωρισμένες συλλογές Χαντίθ (λόγοι του Προφήτη και περιστατικά από τον βίο του) περιλαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις ισλαμικών δικαστηρίων και φάτουα (γνωμοδοτήσεις Ουλεμά, είτε είναι Μουφτήδες (σουννιτικό Ισλάμ), είτε Νομοδιδάσκαλοι, είτε Μολλάδες και Αγιατολλάχ (σιϊτικό Ισλάμ).
Το σύστημα δικαίου  Σαρία εμφανίζει ορισμένα σημαντικά κοινά γνωρίσματα με το αγγλικό Κοινό Δίκαιο (Common Law). Και τούτο γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι η εξατομίκευση κατά περιπτώσεις των αόριστων ρυθμίσεων του ιερού Νόμου ώστε να παράξουν αποτελέσματα στις εν γένει βιοτικές σχέσεις. Κι εδώ έρχεται ο κεφαλαιώδης ρόλος του Δικαστή (Qadi) που καλείται να εφαρμόσει τη Σαρία και να επιλύσει τις διαφορές που αντιμετωπίσουν εκείνοι που προσφεύγουν στην κρίση του. Στην Ελλάδα όπου επικρατεί το σουννιτικό Ισλάμ και η δικαιοταξία της Σαρία ως προς τις ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης, των γαμικών και οικογενειακών σχέσεων και των διαζυγίων και των κληρονομικών σχέσεων αποτελεί τμήμα του δικαιϊκού συστήματος της χώρας λειτουργούν μουσουλμανικά ιεροδικεία και ο Μουφτής ασκεί και το λειτούργημα του Ιεροδίκη (Qadi). Έτσι όπως ο δικαστής του αγγλικού  Common Law παράγει με τις αποφάσεις του δίκαιο, το ίδιο συμβαίνει και με τον Μουσουλμάνο Ιεροδίκη που με τις αποφάσεις του παράγει ρυθμιστικούς κανόνες των προσωπικών και των οικογενειακών σχέσεων, αποφαίνεται ως προς τη λύση ενός γάμου και ως προς την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών και με αυθεντία εφαρμόζει ό,τι προβλέπει το Κοράνιο σχετικά με τη διανομή περιουσίας στους κληρονόμους ανθρώπου που αποβίωσε. Σε περιπτώσεις, δυστυχώς αρκετά περιορισμένες, που ο Μουσουλμάνος ιεροδίκης εφαρμόζει κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του τις αρχές της ijtihad, μιας μεθόδου ερμηνείας του δικαίου και όχι μόνο, που στηρίζεται στην εκτεταμένη χρήση της λογικής και όχι στην μιμητική αναπαραγωγή από πρότυπα του παρελθόντος, προκειμένου να ρυθμίσει ικανοποιητικά τις βιοτικές σχέσεις και διαφορές, σύμφωνα με τα δεδομένα των περιστάσεων και της εποχής, τότε μοιάζει πολύ περισσότερο με τον «Άγγλο Δικαστική» του   Common Law και πραγματικά παράγει κυριαρχικά δίκαιο.
Επομένως το πρόβλημα που συχνά απασχολεί τους Δυτικούς, που τις πιο πολλές φορές ουσιαστικά αγνοούν το δίκαιο της  Σαρία ή το αντιμετωπίζουν ως κάτι εξωτικό, απομεινάρι ενός σκοτεινού παρελθόντος, δεν είναι αν η  Σαρία είναι συμβατή με τις οικουμενικές δικαιϊκές αξίες, έτσι όπως τουλάχιστον αποτυπώνονται σε διακηρύξεις και συμβάσεις που παράγονται υπό την αιγίδα ή με πρωτοβουλία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή άλλων σημαντικών περιφερειακών διεθνών οργανισμών (Συμβούλιο της Ευρώπη, Ευρωπαϊκή Ένωση κ.ά.), αλλά πώς εφαρμόζεται. Διότι εάν οι Μουσουλμάνοι Ιεροδίκες αποδέχονταν όσα σημαντικά αποτύπωσε στη σύντομη δήλωσή του ο Δρ  Abdul Fatah Idris και εφάρμοζαν με την τόλμη που απαιτείται να διακρίνει κάθε Δικαστή τη μέθοδο και τις αρχές της ijtihad, τότε δεν θα υπήρχαν περιθώρια για αμφισβητήσεις του κύρους της Σαρία, ούτε θα τολμούσε κάποιος να επισύει ως φόβητρο κατά του οικουμενικού πολιτισμού, πραγματικά βάναυσες αποφάσεις ισλαμικών δικαστηρίων στο Πακιστάν, στο Ιράν ή αλλού.

Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας, που αδικεί το Ισλάμ ως κουλτούρα και πνευματικότητα. Στο Ισλάμ δεν υπάρχει μια αρχή που με αποκλειστικό κύρος και αυθεντία επιβάλλει στους πιστούς το ορθό και το δίκαιο και αυτοί με τη σειρά τους οφείλουν χωρίς αντιρρήσεις να αποδεχθούν και να το εφαρμόσουν. Στο Ισλάμ, σουννιτικό ή σιϊτικό, κάθε χαρισματικός ιμάμης ή μολλάς ή απλά εμπνευσμένος Μουσουλμάνος χαράζει τη δικιά του γραμμή ερμηνείας του τί είναι Ισλάμ, πώς ερμηνεύεται η Σαρία κ.λπ.. Δυστυχώς είναι σημαντικά περισσότεροι, όχι μόνο στις παραδοσιακά μουσουλμανικές χώρες αλλά και στις χώρες της Δύσης οι Μουσουλμάνοι «ηγέτες» που θεωρούν ότι η καθαρότητα του Ισλάμ έχει περιχαρακωθεί χρονικά στον 7ο αιώνα μ.Χ., τότε δηλαδή που έζησε ο ίδιος ο Προφήτης Μωάμεθ, οι στενοί Σύντροφοί του (Sahabi), τα μέλη της Οικογένειάς του (Ahlul Bayt) και οι τέσσερεις δίκαιοι διάδοχοί του (οι Χαλίφηδες Abu Bakr, Umar ibn al-Khattab, Uthman ibn Affan και Ali ibn Abi Talib). Οπότε αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι η εφαρμογή της Σαρία γίνεται με κριτήριο το απώτατο, σε σχέση με την εποχή μας, παρελθόν και οπωσδήποτε με υποδείγματα που δεν είναι διόλου συμβατά με τις συνθήκες των καιρών μας και ιδίως με τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα της Δύσης. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, αυτού του είδους τα προσκολλημένα σε μια φαντασιακή καθαρότητα του παρελθόντος μουσουλμανικά ιεροδικεία, που επικαλούνται ένα Ισλάμ ανακόλουθο προς τις γενικά αποδεκτές αξίες της ανθρωπότητας στην εποχή μας, εφαρμόζουν ένα σύστημα δικαίου, που προσβάλλει τον σύγχρονο δικαιϊκό πολιτισμό και ακυρώνει τις αρχές προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πρόκειται για δυναμική έκφραση της ολοκληρωτικής ιδεολογίας που έχει οικοδομηθεί στις σχολές ισλαμικής σκέψης των Salafi, Wahhabi και Qutbi, και αντιπαρατίθεται ακόμα και με τη διασπορά της βίας και του τρόμου σ’ αυτό που αποκαλούν Δύση.

          Μετά τα βαθειά τραύματα που είχε υποστεί η σύνολη ανθρωπότητα μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τους νεκρούς που έμεναν ακόμα άθαφτοι και ήταν θύματα ιδεολογικής βίας διακρίσεων και ρατσισμού, μια πράξη ανασυγκρότησης, που χαρακτηρίστηκε επίτευγμα, ήταν η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, που ψήφισε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948. Δεν υπήρξαν αμφιβολίες ότι το κείμενο της Οικουμενικής Διακήρυξης  έγινε καθολικά αποδεκτό. Οι μουσουλμανικές χώρες, που εκείνη την εποχή οι περισσότερες γεύονταν για πρώτη φορά τους καρπούς των αγώνων των λαών τους για ελευθερία και ανεξαρτησία δεν είχαν θεωρήσει πως οι αρχές της Διακήρυξης ήταν αντίθετες προς τις αρχές του Ισλάμ. Μόνον η Σαουδική Αραβία, απείχε από την ψηφοφορία έγκρισης της Διακήρυξης, μη τολμώντας να την καταψηφίσει. Μάλιστα ένας από τους συντάκτες του ιστορικού και συνάμα επίκαιρου κειμένου της Οικουμενικής Διακήρυξης υπήρξε ο τότε υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν  Sir Muhammad Zafrulla Khan, διαπρεπής νομικός και σημαντικός Μουσουλμάνος διανοούμενος. Ο Zafrulla Khan μάλιστα έχει γράψει μια ενδιαφέρουσα μελέτη με τίτλο ‘Islam and Human Rights(Islam International Publications Ltd. πέμπτη έκδοση 1999, Ηνωμένο Βασίλειο), στην οποία καταδεικνύεται με λεπτομερή ανάλυση των επί μέρους διατάξεων της Διακήρυξης η εναρμόνισή τους με τις αξίες του Ισλάμ. Παρόλα αυτά, μουσουλμανικοί κύκλοι και συγκεκριμένα ένα συλλογικό όργανο με την επωνυμία ‘Ισλαμικό Συμβούλιο’ και έδρα στο Λονδίνο εξέδωσε το 1981 την ‘Universal Islamic Declaration of Human Rights’ Ισλαμική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (21 Dhul Qaidah 1401 ή 19 Σεπτ. 1981). Αν και το συγκεκριμένο κείμενο δεν έχει ασκήσει κάποια αξιόλογη επιρροή σε μουσουλμανικές χώρες είναι ενδιαφέρον ως αντι-διακήρυξη εκ μέρους μερίδας Μουσουλμάνων και αμφισβήτησης του κύρους της Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι όσον αφορά τη γυναίκα, η παρουσία της στις διατάξεις αυτού του κειμένου είναι αναιμική και μόνον όσον αφορά το δικαίωμά της να συνάψει γάμο!
          Το 1981, μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, ο αντιπρόσωπος της χώρας στον Ο.Η.Ε. Said Rajaie-Khorassani αμφισβήτησε το κύρος της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων υποστηρίζοντας πως πρόκειται για «μια εκκοσμικευμένη (secular) κατανόηση της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης» που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από Μουσουλμάνους χωρίς να παραβούν τον ισλαμικό νόμο. Εκτός από το Ιράν αμφισβητήθηκε το κύρος της  Οικουμενικής Διακήρυξης από τη Σαουδική Αραβία και το Σουδάν. Τον Αύγουστο του 1990 στο Κάιρο, οι υπουργοί Εξωτερικών χωρών μελών (45) του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης  ψήφισαν  τη ‘Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Ισλάμ’ γνωστή διεθνώς ως «Cairo Declaration on Human Rights in Islam (CDHRI)», προκειμένου να αποτελεί ένα εργαλείο για τις χώρες μέλη της Διάσκεψης σε υποθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
          Εκείνο που χωρίς ενδοιασμούς μπορεί να διατυπωθεί είναι πως η ‘Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Ισλάμ’ του Καΐρου αντιλαμβάνεται τα ανθρώπινα δικαιώματα κολοβωμένα και πως μια απλή ανάγνωση του κειμένου αυτού προκαλεί εντύπωση που η Διακήρυξη αγνοεί τη γυναίκα, θύμα επί αιώνες εντελώς άδικων και παράλογων διακρίσεων, σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας. Ίσως δεν είναι περιττό, με σημερινά δεδομένα, να σημειώσουμε τα εξής σχετικά με τη σύνθεση του Οργανισμού της Ισλαμικής Διάσκεψης. Σήμερα ο Οργανισμός έχει 57 μέλη, από τα οποία μόνον τρία (3) έχουν δημοκρατικό πολίτευμα! Και επίσης από αυτά τα 57 κράτη-μέλη, μόνον τρία (3) μπορεί να θεωρηθούν ότι κατοχυρώνουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών!
          Η ισλαμοφοβία που μετά την 11/9 κατέλαβε πολλές κοινωνίες σε δυτικές χώρες ως μαζική φρενίτιδα, κάθε άλλο παρά υγιή αντίδραση αποτελεί στους Ισλαμιστές Μουσουλμάνους. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Άκριτα, δίχως επίγνωση εκτρέφονται παράλογες προκαταλήψεις στις μάζες και καλλιεργείται ένα τυφλό μίσος με αποδέκτες περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύριο συνανθρώπους μας απλά και μόνο γιατί είναι Μουσουλμάνοι! Από την άλλη μεριά βέβαια είναι γεγονός, ότι τα παραδοσιακά αντιδραστικά καθεστώτα σε χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, ακυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες  στις επικράτειές τους, προσβάλλουν με χυδαιότητα και βάρβαρο τρόπο την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και γενικότερα την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, τίθενται στο περιθώριο της Διεθνούς Κοινότητας. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός που είναι πλέον αναμφίβολα βέβαιο, ότι κράτη με τέτοια καθεστώτα, που επιχειρούν να επιστρέψουν ακόμα και βίαια στην «ισλαμική καθαρότητα» του 7ου αιώνα προσφέρουν καταφύγιο σε ισλαμιστές τρομοκράτες, που οργανωμένα και συντονισμένα δρουν εναντίον καθενός που δεν εναρμονίζεται με τις δικές τους απόψεις, ακόμα και αν είναι Μουσουλμάνος! Δυτικές χώρες με προεξάρχουσα τις Η.Π.Α. χάριν ποικίλων συμφερόντων τους όχι απλά ανέχονται τέτοιες αντιδραστικές χώρες, αλλά τις υποστηρίζουν ξεδιάντροπα στην συνεχιζόμενη καταπίεση των λαών τους και με τη στάση τους τις ενθαρρύνουν να προβάλλουν την τήρηση εκ μέρους τους της Σαρία ως άλλοθι στη βαρβαρότητά τους. Στη βαρβαρότητα των κρατών που επικαλούνται ένα στρεβλό και παραμορφωμένο Ισλάμ οφείλουν οι χώρες του κόσμου που επιδιώκουν να τηρούν και να καλλιεργούν τις οικουμενικές ανθρωπιστικές αξίες του κοινού μας πολιτισμού, την μόνη αποτελεσματική αντίδραση, την απομόνωσή τους από τη Διεθνή Κοινότητα και σε καμιά περίπτωση ανοχή στη βαρβαρότητά τους, όποιο λόγο και αν επικαλούνται.
          Η Σαρία μπορεί να αναδειχθεί ένα σύστημα δικαίου χρήσιμο και απόλυτα λειτουργικό για ανθρώπους των σύγχρονων κοινωνιών. Προϋπόθεση είναι εκείνοι που καλούνται να ερμηνεύουν τους κανόνες της και να εκδίδουν αποφάσεις επίλυσης διαφορών που αναφύονται σήμερα, να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η πορεία του Ισλάμ εξελίσσεται μέσα στο χρόνο διατρέχοντας εποχές και χώρες και κουλτούρες και ότι δεν σταμάτησε με τη δολοφονία του τέταρτου χαλίφη Αλή. Άλλωστε ο ίδιος ο Αλλάχ ανύστακτα παραμένει δημιουργός στο ανορίζον σύμπαν κάθε στιγμή (Σούρα αρ-Ραχμάν 29).
         
    

    














Thursday, May 19, 2011

Pascha in Dachau | In Communion

Pascha in Dachau | In Communion

Wednesday, May 18, 2011

Gay Mystic: Blessed Charles de Foucauld, Louis Massignon and t...

Gay Mystic: Blessed Charles de Foucauld, Louis Massignon and t...: "(This posting, and more especially the one immediately following it, is not meant to cast aspersions upon the reputation of the great and..."

Sunday, May 15, 2011

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Ή ΠΙΟ ΣΩΣΤΑ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;


          Ο μήνας Μάιος παραδοσιακά πλέον είναι αφιερωμένος στην αναμόχλευση της συλλογικής μνήμης των Δυτικοθρακιωτών στο γεγονός του παρελθόντος της ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους.
          Κατ’ αρχάς είναι απόλυτα θετικό, εκτός από τα μεμονωμένα πρόσωπα και οι κοινότητες των ανθρώπων να συντηρούν μνήμες ιστορικές. Στον τόπο μας βέβαια ο εορτασμός των εθνικών επετείων συνήθως αποτελεί αφορμή κομπασμών και εθνικιστικών διθυράμβων εκ μέρους εκείνων που θεωρούν τους εαυτούς τους αμύντορες της καθαρότητας  του ελληνικού έθνους (sic!). Ακόμα και τραγικά περιστατικά του παρελθόντος, που η ανάκλησή τους στο παρόν, δεν θα έπρεπε να αποτελεί ευκαιρία εορτασμού, αλλά συλλογικής οδύνης και καθαρτήριας περισυλλογής, «εορτάζονται» από «φαιδρούς πανηγυριστές». Λόγου χάρη η καταστροφή της Νάουσας, που δίκαια αποκαλείται ‘Ολοκαύτωμα’, εξαιτίας της βίαιης και ολοκληρωτικής καταστολής της εξέγερσης των κατοίκων της από τις οθωμανικές δυνάμεις το 1822, με μαζικές σφαγές και εξανδραποδισμό κυρίως γυναικών,  αναφέρεται σαν «εορτασμός του Ολοκαυτώματος»!
          Οι Έλληνες μπορεί να νιώθουμε υπερήφανοι για τον Διονύσιο Σολωμό, κυρίως γιατί υπήρξε ο ποιητής του εθνικού ύμνου της χώρας, αλλά είναι υπερβολικά πολλοί εκείνοι που αγνοούν τη φράση του ποιητή, ότι «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»! Ακόμα και όσοι γνωρίζουν αυτή την παρακαταθήκη του Σολωμού προς τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, σε μεγάλο, απογοητευτικό ποσοστό, αρνούνται να την υιοθετήσουν ως βίωμα και βαυκαλίζονται ακόμα και στην εποχή μας από τις φαντασιώσεις και τα μυθεύματα που επί χρόνια οι μηχανισμοί προπαγάνδας του κράτους μας σέρβιραν σαν ιστορικές αλήθειες περί Ελλάδος και ελληνικού έθνους! Γενικά, η ιστορία στον τόπο μας, έχει υποστεί πολύμορφους βιασμούς και στρεβλώσεις, προκειμένου, μάλλον σκόπιμα, οι Έλληνες να μην αποκτήσουν συλλογική αυτογνωσία. Το γεγονός ότι γειτονικοί μας λαοί επί χρόνια δεν διδάσκονταν, -μερικοί ακόμα συνεχίζουν να ταΐζονται με χαλασμένο γάλα-,  ιστορία αλλά μυθολογία, προκειμένου να οικοδομηθεί η εθνική ενότητά τους και η συλλογική περηφάνεια τους σε κίβδηλα φαντασιακά θεμέλια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι!
          Την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους επί χρόνια οι «παράγοντες» αυτού του τόπου την αποκαλούν ‘Ελευθέρια’. Αν θέλαμε να είμαστε περισσότερο συνεπείς με την αλήθεια της ιστορικής μνήμης οφείλαμε να επιλέξουμε τη λέξη ‘Ένωση’. Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά κάποια καλή νεράιδα που κούνησε το μαγικό ραβδάκι της, ούτε έτσι είχε αποφασίσει ο «θεός της Ελλάδος» για να αποτελέσει η Δυτική Θράκη κομμάτι της Ελλάδος. Υπήρξε ένας συγκερασμός πρωτοβουλιών και πολιτικών επιλογών ανθρώπων που ζούσαν στη Θράκη και των τοπικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της ένωσης, η οποία πραγματώθηκε επίσημα, σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου με την περίφημη Συνθήκη της Λωζάνης (1923)!
          Κατά τους επίσημους εορτασμούς της επετείου της θρακικής ενσωμάτωσης στην ελληνική επικράτεια εμφανίζεται μια ανισσόροπη προβολή των συνθηκών και των προσώπων που συνέβαλαν στην επίτευξη τούτου του γεγονότος. Αυτή η πρακτική, κατά την γνώμη μου αποτελεί προσβολή της ιστορικής μνήμης των Δυτικοθρακιωτών και απαράδεκτη απόκρυψη της αλήθειας. Όσο πιο σύντομα θα ήθελα να επισημάνω ορισμένες σημαντικές αλήθειες που πηγάζουν από την Ιστορία έτσι όπως γράφτηκε, δίχως προκρούστειες επεμβάσεις και κακοποιήσεις.
          Η Θράκη υπήρξε στόχος επέκτασης της βουλγαρικής κυριαρχίας, στα πλαίσια της πανσλαβικής επιθετικής τακτικής της Ρωσίας στα Βαλκάνια που χειραγωγούσε  τον βουλγαρικό εθνικισμό, ακόμη και στα χρόνια της οθωμανικής εξουσίας. Οι Μουσουλμάνοι της Θράκης και ιδίως οι Πομάκοι της Ροδόπης, ουδέποτε συμβιβάστηκαν με την ιδέα της βουλγαρικής επικυριαρχίας στον τόπο τους.
Η έκρηξη της επιθετικότητας της Ρωσίας στα Βαλκάνια προκάλεσε τον ρωσοτουρκικό πόλεμο 1877-1878, που μετά το τέλος του είχε μεταξύ των άλλων ως αποτέλεσμα το σχεδιασμό της μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Η προβλεπόμενη υπαγωγή του βορειοδυτικού τμήματος της Ροδόπης και της περιοχής της βόρειας Θράκης στην κυριαρχία της βουλγαρικής Ηγεμονίας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις κυρίως μεταξύ των Οθωμανών Πομάκων. Στα μέσα Μαρτίου του 1878 οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης αμφισβήτησαν έμπρακτα την βουλγαρορωσική κατοχή του τόπου τους. Τότε εκδόθηκε η διακήρυξη του «Προσωρινού Τουρκικού Κράτους της Ροδόπης» (τουρκικά «Rodop Türk Devlet-i»). Ακόμη και μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου συνεχίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ βουλγαρικών σωμάτων και ένοπλων Πομάκων. Μάλιστα το θέρος του 1879 οι προεστοί των επαναστατημένων χωριών, που έφτασαν τα είκοσι ένα, αποφάσισαν να οργανώσουν ανεξάρτητη δημοκρατία, εντελώς αυτόνομη από κάθε άλλη εξουσία. Η δημοκρατία των επαναστατημένων Πομάκων της Ροδόπης και των «ανυπότακτων χωριών» έμεινε γνωστή ως ‘Δημοκρατία της Ταμράς’, από την ορεινή πολίχνη Ταμράς που ήταν το κέντρο της, (στη βουλγαρική γλώσσα ‘Ταμράσκα ρεπουμπλίκα’) και επιβίωσε ως το 1886. Το ίδιο έτος ο βουλγαρικός στρατός κατέκτησε την περιοχή της βραχύβιας δημοκρατίας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώρισε την απορρόφηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από το βουλγαρικό κράτος.
Οι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) σηματοδότησαν και νέες απώλειες για το οθωμανικό κράτος. Όλη η Θράκη κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο κατακτήθηκε από τη Βουλγαρία. Στη διάρκεια του δεύτερου βαλκανικού πολέμου οι ελληνικές δυνάμεις ανέλαβαν τον έλεγχο της Δυτικής Θράκης, αλλά στη Διάσκεψη ειρήνης του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) ο Ε. Βενιζέλος υποχώρησε στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και δέχθηκε η περιοχή από τον Νέστο και όλη η Δυτική Θράκη να περιέλθει στη Βουλγαρία.
Ταυτόχρονα σχεδόν με την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τη Δυτική Θράκη, ανταρτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του Ενβέρ Μπέη επιτίθενται κατά των Βουλγάρων και μετά από εχθροπραξίες σχεδόν δύο μηνών οι Μουσουλμάνοι καταφέρνουν να ελέγξουν όλη την περιοχή. Όταν καταλήφθηκε από τους αντάρτες η Κομοτηνή (31 Αυγούστου 1913) ιδρύθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνηση της Δυτικής Θράκης» (τουρκικά ‘Garbî Trakya Hükûmeti Muvakkatesi’), με πρόεδρο τον Σαλίχ Χότζα και συμμετοχή ενός Έλληνα, ενός Αρμένιου και ενός Ισραηλίτη.  Οι ηγέτες της προσωρινής κυβέρνησης αναζήτησαν βοήθεια από την Ελλάδα και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίσης οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι ηγέτες της Δυτικής Θράκης υποστήριξαν την υπόθεσή τους στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη. Όταν οι Δυτικοθρακιώτες διαπίστωσαν πως η οθωμανική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την «Προσωρινή Κυβέρνηση» για να πιέσει τη Βουλγαρία στις διαπραγματεύσεις πριν από την υπογραφή της οθωμανικής-βουλγαρικής συνθήκης της Κωνσταντινούπολης της 29 Σεπτεμβρίου 1913, που τελικά αναγνώρισε την κυριαρχία της Βουλγαρίας στη Δυτική Θράκη και ζήτησε από τους αντάρτες να σταματήσουν τον αγώνα τους. Οι ηγέτες της αυτόνομης κίνησης  Σουλεϊμάν Ασκερί και Κουστσούμπασι Εσρέφ αρνήθηκαν να δεχθούν τις οθωμανικές υποδείξεις και μετονόμασαν την ‘προσωρινή κυβέρνηση’ σε «Ανεξάρτητη Κυβέρνηση της Δυτικής Θράκης» (τουρκικά ‘Grabî Trakya Hükûmet-i Müstakîlesi’). Η περίοδος εξουσίας της ανεξάρτητης κυβέρνησης της Δυτικής Θράκης, χωρίς καμιά βοήθεια, είχε διάρκεια μόλις λίγων μηνών, από το τέλος Μαρτίου ως τις 25 Οκτωβρίου του 1913, οπότε η Δυτική Θράκη περιήλθε στην βουλγαρική κυριαρχία.
Στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η Βουλγαρία ανήκει στην πλευρά των νικημένων. Η Ελλάδα ανήκει μεταξύ των νικητών συμμάχων και μολονότι στις αρχές Οκτωβρίου 1918 καταλαμβάνει την Ανατολική Μακεδονία δεν προωθείται προς τη Δυτική Θράκη που ανήκει στην ευθύνη βρετανικών και γαλλικών δυνάμεων. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανακωχής του Μούδρου τέλη Οκτωβρίου 1918 επίκειται πλέον η κατάτμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μεταξύ των συμμάχων της Entente, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ελλάδα. Στη διάσκεψη της Συνθήκης Ειρήνης του Παρισιού (1919-1920) ο Ελευθέριος Βενιζέλος προβάλλει τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδος. Η κατάσταση στη Δυτική Θράκη είναι ρευστή. Στη διάσκεψη των Παρισίων οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας προσπαθούν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Το Νοέμβριο 1918 ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελλάδος στη Σόφια Κωνσταντίνος Μαζαράκης έρχεται σε επαφή με οκτώ Μουσουλμάνους από τη Δυτική Θράκη που ήταν μέλη της βουλγαρικής βουλής και τους πείθει να στείλουν αιτήσεις στο Παρίσι προς την ηγεσία των Συμμάχων, ζητώντας να τεθεί η Δυτική Θράκη υπό συμμαχική διοίκηση, στην οποία θα συμμετείχαν και ελληνικές δυνάμεις, η οποία θα παρείχε ικανοποιητική προστασία στους Μουσουλμάνους και Έλληνες κατοίκους, κάτι που δεν πρόσφερε η βουλγαρική διοίκηση. Οι αιτήσεις δόθηκαν στον Μαζαράκη που τις προώθησε στο Παρίσι αρχές του 1919. Η Επιτροπή Δυτικής Θράκης της Κωνσταντινούπολης, που προσέβλεπε στην προστασία των τουρκικών συμφερόντων στην περιοχή, έρχεται ταυτόχρονα σε επαφή με τους ίδιους Μουσουλμάνους βουλευτές που στις 18 Δεκεμβρίου 1918 τους δίδει ένα υπόμνημα για να επιδώσουν στους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Σόφια. Σε τούτο υποστηριζόταν ότι ποσοστό 90% των κατοίκων της Δυτικής Θράκης είναι Τούρκοι και Μουσουλμάνοι, ενώ μόνο 7% είναι Έλληνες και 3% Βούλγαροι.. Τελικά από τα μέσα Οκτωβρίου 1919 παύει η βουλγαρική  κυριαρχία στη Δυτική Θράκη και εγκαθίσταται ένα ιδιόμορφο καθεστώς αυτονομίας, γνωστό ως ‘Thrace Interallié’ (Διασυμμαχική Θράκη) με διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Charpy, που διαρκεί ως τις 22 Μαΐου 1920. Στα τέλη του 1919 και αρχές του 1920 δημιουργείται ένα συμβουλευτικό όργανο που ονομάζεται ‘Conseil Superieur de la Thrace Interallié’ (Ανώτερο Συμβούλιο της Διασυμμαχικής Θράκης) στο οποίο συμμετέχουν πέντε Έλληνες, πέντε Τούρκοι, δύο Βούλγαροι, ένας Ισραηλίτης, ένας Αρμένιος και ένας Λεβαντίνος. 
            Στις 4 Απριλίου του 1920 το Ανώτερο Συμβούλιο συνεδριάζει για πρώτη φορά και εκλέγεται ως πρόεδρός του ο Έλληνας Εμμανουήλ Δουλάς, από το Καραγάτς, με τις ψήφους των Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά και του Αρμένιου Κεβορκιάν. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αυτής αξιολογήθηκε ως ένα είδος δημοψηφίσματος του λαού της Δυτικής Θράκης, που καταδείκνυε τη βούλησή του να μην επανέλθει η περιοχή στην βουλγαρική επικράτεια, αλλά ούτε και να αποτελέσει εκ νέου τμήμα του οθωμανικού κράτους. Η Επιτροπή Δυτικής Θράκης της Κωνσταντινούπολης θεώρησε του δύο Μουσουλμάνους που ψήφισαν για πρόεδρο τον Δουλά προδότες. Από ελληνικής πλευράς τονίζεται η αποφασιστική συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά, που είχε σταλεί από τον Βενιζέλο στη Θράκη ως βοηθός του Charpy, κάτι που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Παρόλα αυτά η στάση των Οθωμανών  Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τις εξελίξεις σχετικά με το μέλλον της Δυτικής Θράκης, κάτι που είτε αποσιωπάται κατά τους επίσημους εορτασμούς των ‘Ελευθερίων’ της περιοχής είτε έχει λησμονηθεί  δυστυχώς εξαιτίας της απαράδεκτης σιωπής.
          Η διαφοροποίηση της στάσης μεταξύ των πέντε Μουσουλμάνων μελών του Ανώτερου Συμβουλίου της Δυτικής Θράκης θα ήταν λάθος να ερμηνευθεί είτε ως επιτυχία του Βαμβακά, που κατάφερε δήθεν να παρασύρει τους Χαφίζ Σαλίχ και Οσμάν Αγά υπέρ των ελληνικών θέσεων, είτε ότι οι δύο παραπάνω Θρακιώτες ήταν προδότες όπως κατηγορήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη. Η θέση τους δείχνει πως σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούσαν μια νέα βουλγαρική παρουσία στον τόπο τους και από την άλλη, ότι όντας ρεαλιστές και βλέποντας πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν δυνατό να αναγεννηθεί, προτίμησαν εκείνη τη λύση που έκριναν ότι θα ήταν καλύτερη για το μέλλον της πατρίδας τους της Δυτικής Θράκης και για τους ομοθρήσκους συμπολίτες τους.
          Εντέλει, μετά τα γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στις 23 Μαΐου 1920 ο έλεγχος της Δυτικής Θράκης παραχωρείται de facto από τους Συμμάχους στις ελληνικές δυνάμεις.
          Παρόλα αυτά η πολιτική κατάσταση αυτή την περίοδο είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Όλων των ειδών οι χειρισμοί και όλων των μορφών οι ανίερες συμμαχίες εμφανίζονται στο προσκήνιο με στόχο το οριστικό καθεστώς της Δυτικής Θράκης μιας και η παραχώρηση της περιοχής στις ελληνικές δυνάμεις δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα. Άμεση αντίδραση στον ελληνικό έλεγχο της Δυτικής Θράκης ήταν μια απόπειρα μεταξύ Τούρκων και Βουλγάρων να δημιουργήσουν μια δυτικοθρακιώτικη κυβέρνηση και γι’ αυτό το σκοπό με πρωτοβουλία του Πεφτερελή Τεβφίκ Μπέη συγκαλείται συνέλευση στις 25 Μαΐου του 1920 στο χωριό Χεμετλή (σημερινή Οργάνη). Προσήλθαν αντιπρόσωποι σχεδόν από κάθε γωνιά της Δυτικής Θράκης μαζί με ένοπλους Βούλγαρους και Τούρκους, που αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες ανδρών. Αποφάσισαν την ίδρυση μιας Προσωρινής Κυβέρνησης της Δυτικής Θράκης με επτά Τούρκους «υπουργούς» και τρεις Βούλγαρους. Ορισμένοι είχαν αποκτήσει προηγουμένως πείρα από τη συμμετοχή τους στο Ανώτερο Συμβούλιο του στρατηγού Charpy.  Το «κράτος της Οργάνης» δεν κατάφερε να παίξει ρόλο στις εξελίξεις, ούτε βέβαια να επηρεάσει το μέλλον της Δυτικής Θράκης και διαλύθηκε άδοξα όταν η Κωνσταντινούπολη ανακάλεσε  τον Πεφτερελή Τεβφίκ Μπέη. Δεν κατάφεραν οι φιλόδοξοι της Οργάνης να υποστηριχθούν από τον Τζαφέρ Ταγιάρ Μπέη, που είχε οργανώσει την τουρκική αντίσταση στην Ανατολική Θράκη εναντίον της ελληνικής κυριαρχίας.
          Ένοπλες ομάδες Βουλγάρων και Τούρκων που συνεργάζονταν μεταξύ τους προσπαθούσαν να υπονομεύσουν τις ελληνικές αρχές στη Δυτική Θράκη, χωρίς αποτέλεσμα.
          Η συμβολή των Μουσουλμάνων κατοίκων της Δυτικής Θράκης υπήρξε αποφασιστική στην κατάληξη της ένωσής της με την Ελλάδα αν λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής: Το 1912 εκτιμάται πως επί συνόλου 224.000 κατοίκων της Δυτικής Θράκης, 120.000 ήταν Μουσουλμάνοι, 60.000 Έλληνες, 40.000 Βούλγαροι και 4.000 άλλων ταυτοτήτων (Ισραηλίτες, Αρμένιοι κ.ά.). Το 1920 σύμφωνα με στοιχεία της ‘Διασυμμαχικής Θράκης’ επί συνόλου πληθυσμού 204.690, οι Μουσουλμάνοι ανέρχονταν σε 74.730, οι Πομάκοι σε 11.848, οι Έλληνες σε 56.114, οι Βούλγαροι σε 54.092 και άλλων ταυτοτήτων σε 7.906. Την ίδια χρονιά σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής διοίκησης επί συνόλου 201.404 κατοίκων της Δυτικής Θράκης, οι Μουσουλμάνοι είναι 93.273, οι Έλληνες 76.416, οι Βούλγαροι 25.677 και οι υπόλοιποι 6.038.[i]
         
      



,.



[i] Βιβλιογραφία:
1)  Vemund Aarbakke; The Muslim Minority of Greek Thrace, Vol. I. University of Bergen 2000.
2) Σαρκίς Τ. Δαγκαζιάν, Τα 90 χρόνια της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα και η συμβολή των Αρμενίων. ΑΡΜΕΝΙΚΑ, τεύχος Μάρτιος-Απρίλιος 2010. 
3) Π. Παπαδημητρίου, Οι Πομάκοι της Ροδόπης, Εκδ. Αφοί Κυριακίδη 2003.
4) Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου· Πτυχές από την ιστορία των Πομάκων της Θράκης, Θρακική Επετηρίδα, 1991.
5) B. Lory; The Turks of Bulgaria: The History, Culture and Political Fate of a Minority, p. 195. ‘Ahmed Aga Tumrashlijata: The Last Derebey of the Rhodopes’ K. H. Karpat (εκδ.) 1990.
6) E. Kofos; Greece and the Eastern Crisis 1875-1878, σ. 192,. Institute for Balkan Studies (εκδ.) 1975.