Powered By Blogger

Sunday, October 25, 2020

Η ΜΑΥΡΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΓΚΟΡΝΟ ΚΑΡΑΜΠΑΧ





Το Αρμενικό Μοναστήρι Gandzasar, του 13ου δίπλα στη λίμνη Vank 

στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.


Η Οκτωβριανή Επανάσταση, που καρπός της υπήρξε η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και διαλύθηκε, λες και ήταν μια βαριά οικοδομή δίχως θεμέλια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, επί Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ξεκίνησε η περίοδος της “γκλασνόστ”, (ρωσική λέξη που σημαίνει ειλικρίνεια και διαφάνεια). Άνοιξαν κρατικά αρχεία και δημοσιοποιήθηκαν επτασφράγιστα ως τότε μυστικά, που αποκάλυψαν την φοβερή φυσιογνωμία του κράτους, που σπαργάνωσαν, γαλούχησαν και συντήρησαν επί 69 χρόνια για την ακρίβεια οι Μπολσεβίκοι.

Ο Ιωσήφ Στάλιν έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1922. Εκείνη την περίοδο ο Λένιν ήταν βαριά άρρωστος και είχε προτείνει στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος την αντικατάσταση του Στάλιν. Οι Μπολσεβίκοι που συμμετείχαν στο συνέδριο, τελικά δεν υιοθέτησαν την πρόταση του Λένιν και ο Στάλιν, αποφασίστηκε να παραμείνει γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ.

Μετά το θάνατο του Βλαντιμίρ Λένιν, ο Στάλιν επικράτησε του Λέοντα Τρότσκι, σε μια πολιτικοϊδεολογική αντιπαράθεση, που είχε διαρκέσει σχεδόν όλη τη δεκαετία του 1920 και τελικά “λύθηκε”, με ένα σωρό σκληρά, εξοντωτικά, διοικητικά μέτρα κατά των αντιπάλων του.

Η εξουσία του Στάλιν εδραιώθηκε απόλυτα την δεκαετία του ’30, με την εξάλειψη κάθε μορφής αντιπολίτευσης, ακόμα και της πιο απλής αμφισβήτησης σε βάρος του. Με το σύνολο των ποικίλων απάνθρωπων μέτρων που είχαν επιβληθεί την περίοδο εκείνη, οικοδομήθηκε το φαινόμενο του “σταλινισμού”. Πρόκειται για την άκαμπτη προσήλωση στο ιδεολογικό μόρφωμα του “μαρξισμού-λενινισμού”, για την θεοποίηση της κρατικής αυταρχικότητας και ενός άτεγκτου συγκεντρωτισμού, για την κυριαρχία στις κοινότητες των Σοβιετικών πολιτών ενός φρικτού συστήματος αστυνόμευσης και βίαιης κατάργησης κάθε έννοιας “προσωπικής ζωής”. Εκείνη την περίοδο, εφαρμόστηκε συστηματικά το μέτρο των εξοριών αντιφρονούντων, στις πιο άφιλες περιοχές της αχανούς Σοβιετικής Ένωσης. Το μέτρο της εξορίας αντιπολιτευόμενων ή αντιφρονούντων, είχε αρχίσει να εφαρμόζεται επίσημα από τον Απρίλιο του 1919, και έγινε γνωστό ως “γκουλάγκ”, από το αρτικόλεξο της υπηρεσίας εποπτείας των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας. Την διετία 1936 ως 1938, ο Στάλιν επέβαλε την Μεγάλη Εκκαθάριση. Περίοδος σκληρής καταστολής, με διαγραφές από το κόμμα, φυλακίσεις, εξορίες και δολοφονίες, είτε μετά από παρωδίες δικών, είτε και δίχως κανένα πρόσχημα τήρησης κανόνων “δικαίου”. Τα θύματα ήταν κομμουνιστές, που διαφωνούσαν με τις επιλογές και τη νοοτροπία της “γραμμής” που επικρατούσε στο ΚΚΣΕ, χωρίς βέβαια να εξαιρούνται και πολίτες που δεν εμπλέκονταν σε κριτική των πολιτικών επιλογών του κόμματος, αλλά κατηγορούνταν για πολιτικά εγκλήματα, καλοσχεδιασμένα από τα όργανα της NKVD του Λαυρέντι Μπέρια.

Η επιρροή του Στάλιν επεκτάθηκε σε όλα τα κράτη του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού” της Ανατολικής Ευρώπης, έτσι που ως ένα σημείο δικαιολογημένα χαρακτηρίζονταν δορυφόροι της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Ιωσήφ Στάλιν αντιμετώπισε ολόκληρες εθνικές ομάδες και λαούς της απέραντης Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς κανένα σεβασμό, λες και ήταν πιόνια σε μια σκακιέρα.

Σε μια επιχείρηση εθνοκάθαρσης της Κριμαίας, μεταφέρονται βίαια περίπου 191.044 Τάταροι μέσα σε τρεις μέρες (18-20 Μαΐου 1944) στο σοβιετικό Ουζμπεκιστάν. Ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, ηλικιωμένοι, Κομμουνιστές και στελέχη του Κόκκινου Στρατού. Η εντολή ήταν του Στάλιν και την εκτέλεσε ο Μπέρια. Επρόκειτο για μια όψη της σταλινικής πολιτικής, βίαιης μεταφοράς πληθυσμών.

Η “Ελληνική Επιχείρηση”, υπήρξε ένας οργανωμένος μαζικός διωγμός κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης που αποφασίστηκε από τον Στάλιν. Οι ίδιοι οι Έλληνες, αναφέρονταν στους διωγμούς αυτούς ως “πογκρόμ”. Η Επιχείρηση κατά των Ελλήνων άρχισε στις 15 Δεκεμβρίου του 1937 και διήρκεσε δέκα πέντε χρόνια περίπου. Στο τέλος των μαζικών διωγμών, υπολογίζεται ότι πέθαναν 20.000 μέχρι 50.000 Έλληνες πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι Σοβιετικοί Εβραίοι δεν ήταν δυνατό να μη μπουν στο στόχαστρο των σταλινικών διωγμών. Η πολιτική διωγμών κατά των Εβραίων που σχεδιαζόταν από το Κρεμλίνο, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, οφείλεται στο απύθμενο μίσος του Στάλιν κατά του Λέοντα Τρότσκι, που ήταν Εβραίος....

Ο Στάλιν το 1928, δημιούργησε στην Σοβιετική Άπω Ανατολή την Εβραϊκή Αυτόνομη Περιοχή, με την φιλοδοξία να γίνει μια “Σοβιετική Σιών”. Επίσημη γλώσσα στην περιοχή θα ήταν τα γίντις, ενώ η προλεταριακή σοσιαλιστική λογοτεχνία και τέχνη θα αντικαθιστούσε ό,τι είχε σχέση με τον Ιουδαϊσμό. Αν και είχε γίνει μια τεράστια προπαγάνδα για να πετύχει το όραμα του Στάλιν για την Σοβιετική Σιών, ο εβραϊκός πληθυσμός της περιοχής δεν ξεπέρασε το 30% των κατοίκων, ενώ το 2003 οι Εβραίοι στην περιοχή μόλις που έφταναν το ποσοστό 1,2%. Επρόκειτο για ένα πείραμα που απέτυχε και σταμάτησε στα μέσα της δεκαετίας του 1930, στη διάρκεια των σταλινικών Μεγάλων Εκκαθαρίσεων. Άλλωστε οι τοπικοί ηγέτες της Αυτόνομης Εβραϊκής Περιοχής δεν γλύτωσαν από το κύμα των εκκαθαρίσεων. Παρόλα αυτά, μετά την σοβιετική επέμβαση και προσάρτηση μέρους της ανατολικής Πολωνίας, στα πλαίσια εφαρμογής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, άρχισε να εφαρμόζεται μια πολιτική αναγκαστικής μεταφοράς Εβραίων στην Εβραϊκή Αυτόνομη Περιοχή και σε άλλα μέρη της Σιβηρίας.



Τέλη Δεκεμβρίου 1943 μετακινούνται βίαια περισσότεροι από 93.000 Καλμούκοι και σύζυγοι Καλμούκων ανδρών, έστω και αν ανήκαν σε άλλες εθνοτικές ομάδες. Ολόκληρες οικογένειες και μεμονωμένα άτομα, επιβιβάζονται σε βαγόνια μεταφοράς βοοειδών και κατευθύνονται στη Σιβηρία, σε ειδικά στρατόπεδα εργασίας. Εξαιρέθηκαν τότε Καλμούκες γυναίκες παντρεμένες με μη Καλμούκους. Η επίσημη αιτιολογία από την κυβέρνηση ήταν, ότι 5.000 Καλμούκοι συνεργάστηκαν με τους Ναζί, ενώ αγνοήθηκε το γεγονός, ότι 23.000 Καλμούκοι είχαν υπηρετήσει στον Κόκκινο Στρατό και πολέμησαν κατά των δυνάμεων του Άξονα, την ίδια περίοδο!

Ένα έγκλημα της Σοβιετικής Ένωσης, που παραμένει ασυγχώρητο και στοιχειώνει τον σταλινισμό, είναι η σφαγή του Katyn. Επρόκειτο για μια σειρά μαζικών εκτελέσεων σχεδόν 22.000 Πολωνών αξιωματικών και διανοουμένων, που εκτέλεσε η τρομερή NKVD ("Λαϊκή Επιτροπή για Εσωτερικές Υποθέσεις"), τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1940. Μαζικές δολοφονίες Πολωνών έγιναν στις φυλακές Kalinin και Kharkiv, όπως και αλλού, αλλά η σφαγή πήρε το όνομά της από το δάσος Katyn, όπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά μερικοί από τους ομαδικούς τάφους των θυμάτων.
Την σφαγή πρότεινε στον Στάλιν ο Μπέρια, κι εκείνος όχι μόνο την αποδέχθηκε, αλλά πήρε και έγκριση από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΣΕ. Κατά την σοβιετική εισβολή στην Πολωνία το 1939, είχαν συλληφθεί Πολωνοί αξιωματικοί, όπως και διακεκριμένα μέλη της πολωνικής κοινωνίας. Από τους συλληφθέντες που δολοφονήθηκαν, περίπου 8.000 ήταν αξιωματικοί του στρατού, 6.000 αστυνομικοί και άλλοι 8.000 ήταν Πολωνοί διανοούμενοι, επιχειρηματίες, γαιοκτήμονες και ιερείς. Η Πολωνία τότε ήταν ένα πολυεθνικό κράτος και στις τάξεις των αξιωματικών του στρατού, εκπροσωπούνταν η πολυεθνική κοινωνία της χώρας. Μεταξύ των δολοφονημένων ήταν Πολωνοί, εθνοτικά Ουκρανοί , Λευκορώσοι, Εβραίοι, ενώ είχε δολοφονηθεί και ο στρατιωτικός Αρχιραβίνος της Πολωνίας Baruch Steinberg.



Αφήνουμε το σταλινικό παρελθόν και την ήδη διαλυμένη Σοβιετική Ένωση και φτάνουμε στο σήμερα, ανασκαλεύοντας ανάμεσα σε απομεινάρια που έφτιαξε ο Στάλιν, αλλά δεν τα πήρε μαζί του όταν εγκατέλειψε τον μάταιο κόσμο. Για τούτο και προκαλούν συγκρούσεις μεταξύ λαών, δολοφονούν αθώους ανθρώπους και προσφέρουν αφορμή για “μεγάλα παιχνίδια” γεωπολιτικής και οικονομικών συμφερόντων, σε σχέση με πηγές ενέργειας (πετρέλαιο και φυσικό αέριο), απ’ τις οποίες ακόμα εξαρτιόμαστε. Ο λόγος για το Ναγκόρνο Καραμπάχ, που σημαίνει για τους Ρώσους σημαίνει ‘Ορεινός Μαύρος Κήπος’. Το τοπωνύμιο “Καραμπάχ” έχει προέλευση από την περσική και τουρκική γλώσσα και σημαίνει “Μαύρος Αμπελώνας”. Οι Αρμένιοι προτιμούν για την περιοχή το τοπωνύμιο ‘Αρτσάχ’, που ήταν το όνομα της δέκατης επαρχίας του αρχαίου Βασιλείου της Αρμενίας και εκτεινόταν στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Η σύγχρονη αιματηρή σύγκρουση μεταξύ Αζέρων και Αρμενίων για το Ναγκόρνο Καραμπάχ, έχει τις ρίζες της στην απόφαση του Ιωσήφ Στάλιν, που έλαβε στην αρχή της δεκαετίας του 1920, όταν ήταν Κομισάριος για τις Εθνότητες στη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Τον Απρίλιο του 1920 το Αζερμπαϊτζάν είχε περιέλθει στον έλεγχο των Μπολσεβίκων, ενώ το 1921 η Αρμενία και η Γεωργία περιήλθαν στην σοβιετική εξουσία. Οι Μπολσεβίκοι, προκειμένου να πετύχουν μάλλον διεθνή υποστήριξη, είχαν υποσχεθεί, ότι το Καραμπάχ θα ανήκει στην Αρμενία. Την ίδια στιγμή όμως, για να αποκτήσουν την συμπάθεια της Τουρκίας, η Σοβιετική Ένωση συμφώνησε, πως θα ήταν καλύτερα, το Καραμπάχ να τεθεί υπό τον έλεγχο του Αζερμπαϊτζάν. Όταν τελικά η περιοχή του νότιου Καυκάσου περιήλθε στην κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης, η διαμάχη για την περιοχή του Καραμπάχ υποχώρησε για αρκετές δεκαετίες.

Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε την περιπέτεια των Αρμένιων του Ναγκόρνο Καραμπάχ, όταν επικράτησε η σοβιετική εξουσία στην περιοχή του νοτίου Καυκάσου.

Τον Απρίλιο του 1920, πραγματοποιήθηκε το Ένατο Συνέδριο των Αρμενίων του Καραμπάχ, που ανακήρυξε το Ναγκόρνο Καραμπάχ τμήμα της Αρμενίας. Το τελικό έγγραφο της απόφασης ανέφερε:
“1.
Πρέπει να εξετάσουμε τη συμφωνία, που είχε γίνει με την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, μετά από απόφαση του Έβδομου Συνεδρίου του Καραμπάχ, γιατί η τελευταία παραβιάστηκε, μετά την οργανωμένη επίθεση στρατευμάτων του Αζερμπαϊτζάν στον άμαχο πληθυσμό των Αρμενίων στη Σούσα και στα γύρω χωριά.
2. Να ανακηρ
υχθεί η ένταξη του Ναγκόρνο Καραμπάχ στην Αρμενία, ως ουσιαστικού τμήματος της Αρμενίας ".


Παρά την παραπάνω συνεδριακή απόφαση του λαού του Καραμπάχ, μετά από άμεση παρέμβαση ρωσικών στρατευμάτων, το Αζερμπαϊτζάν επανέκτησε τον έλεγχο της περιοχής.

Στις 4 Ιουλίου
του 1921, η Ολομέλεια του Γραφείου Καυκάσου της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος αποφάσισε, ότι το Καραμπάχ θα ενσωματωθεί στην Αρμενία. Την επόμενη μόλις ημέρα, 5 Ιουλίου 1921, με παρέμβαση του Στάλιν, αποφασίστηκε η ενσωμάτωση του Καραμπάχ στο Σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν. Αυτή η απόφαση είχε ληφθεί, χωρίς καμιά συζήτηση ή λαϊκό δημοψήφισμα των κατοίκων του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Ήταν μια αυθαίρετη απόφαση ενός στυγνού δικτάτορα!

Επίσημα, η Αυτόνομη Περιφέρεια του Ναγκόρνο Καραμπάχ, εντός της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν ιδρύθηκε το 1924. Οι περισσότερες αποφάσεις σχετικά με την μεταφορά εδαφών και τη δημιουργία νέων αυτόνομων σοβιετικών περιοχών, είχαν ληφθεί από τον Στάλιν. Μέχρι τις μέρες μας, οι Αρμένιοι κατηγορούν τον Ιωσήφ Στάλιν, γιατί πήρε αποφάσεις χωρίς οι ίδιοι να ερωτηθούν και σε βάρος των εθνικών συμφερόντων τους.

Όταν ο Στάλιν αποφάσισε να ενσωματωθεί το Ναγκόρνο Καραμπάχ στο Αζερμπαϊτζάν, ο πληθυσμός αυτής της ορεινής περιοχής του νότιου Καυκάσου, σε ποσοστό περισσότερο από 94% ήταν Αρμένιοι!

Με την πάροδο του χρόνου και με οργανωμένη πολιτική εθνικής αλλοίωσης του πληθυσμού του Καραμπάχ, οι Αζέροι της περιοχής αυξήθηκαν, ενώ οι Αρμένιοι, που συνέχισαν να αποτελούν την πλειοψηφία, υφίσταντο ποικίλες διακρίσεις και το 1960 εκδηλώθηκαν εχθροπραξίες μεταξύ των δύο πληθυσμιακών κοινοτήτων.


Όταν η Σοβιετική Ένωση άρχισε να καταρρέει, η αμφισβήτηση ως προς το Ναγκόρνο Καραμπάχ αναζωπυρώθηκε. Τον Αύγουστο του 1987 δεκάδες χιλιάδες Αρμένιων έστειλαν ένα αίτημα προς την Μόσχα, για την ένωση του Καραμπάχ με την Αρμενία.

Μετά την πλήρη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, τόσο της Αρμενίας, όσο και του Αζερμπαϊτζάν το 1991, οι συγκρούσεις για την τύχη του Ναγκόρνο Καραμπάχ εντάθηκαν. Μέχρι το τέλος του 1993, η αιματηρή αντιμαχία είχε προκαλέσει χιλιάδες θύματα και δημιούργησε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και από τις δύο πλευρές.

Ως τον Μάιο του 1994, οι Αρμένιοι είχαν τον έλεγχο του 14% του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν. Εκείνη την περίοδο, για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια συγκρούσεων, η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν αναγνώρισε το Ναγκόρνο Καραμπάχ ως το τρίτο μέρος στον πόλεμο με την Αρμενία. Αυτή η απόφαση της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν, θα μπορούσε κάλλιστα να αναγνωσθεί, ως de facto αναγνώριση από το Αζερμπαϊτζάν του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως αυτόνομης τουλάχιστον “οντότητας”, διακεκριμένης από την αζέρικη επικράτεια. Μετά απ’ αυτή την αναγνώριση, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και τοπικών αρχών του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Στις 12 Μαΐου 1994, επιτεύχθηκε εκεχειρία με ρωσική διαμεσολάβηση. Δυστυχώς, οι εντάσεις αναθερμάνθηκαν τον Απρίλιο του 2016, όταν το Αζερμπαϊτζάν ισχυρίστηκε, ότι είχε σκοτώσει ή είχε τραυματίσει, περισσότερους από εκατό Αρμένιους στρατιώτες.

Τα σύνορα των ανεξάρτητων μεταξύ τους κρατών σε όλη την Ευρώπη, καθώς προήλθαν από την διάλυση πολυεθνικών αυτοκρατοριών, χαράχτηκαν τεχνητά και χωρίς να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την εθνοτική σύνθεση πληθυσμών που κατοικούσαν σε μια περιοχή, που είχε αποφασιστεί να ενσωματωθεί σε κράτος, όπου θα αποτελούσαν μειονότητα. Αυτό το γεγονός προξένησε συγκρούσεις και θύματα. Ιδίως στη νότια Βαλκανική, γευόμαστε ακόμα, τους πικρούς καρπούς αυτής της πραγματικότητας.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε μιαν έκρηξη του “εθνικισμού” στους κόλπους των πολυάριθμων εθνοτήτων και στην ανακήρυξη ανεξάρτητων κρατών. Η Σοβιετική Ένωση, ως διάδοχη κατάσταση της πολυεθνικής Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ουσιαστικά δημιούργησε επί μέρους σοβιετικές δημοκρατίες και αυτόνομες εθνοτικά περιοχές, χωρίς να σημαίνει τούτο, ότι είχαν ληφθεί υπόψη οι επιθυμίες των επί μέρους λαών, που κατοικούσαν στα διάφορα εδάφη. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση θέλησαν να υλοποιήσουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που ήταν “φυλακισμένες” κάτω από το σκήπτρο των τσάρων. Τυπικά, στα ερείπια της τσαρικής Ρωσίας οικοδομήθηκε η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, στην πράξη όμως, ιδίως από την εποχή που ανέλαβε τα ηνία της μεγάλης χώρας ο Στάλιν, η ΕΣΣΔ ήταν ένα απέραντο, γεωγραφικά κράτος, κάτω από την αυταρχική εξουσία ενός δικτάτορα, που συχνά η σκληρότητά του, ξεπερνούσε τα όρια της μανιώδους παράνοιας. Όσο υπήρχε η σοβιετική εξουσία, οι εθνοτικές διαφορές, στους κόλπους “τεχνητά” διαμορφωμένων σοβιετικών δημοκρατιών ή αυτόνομων περιοχών, “κρύβονταν” με την καταστολή. Η διάλυση όμως του σοβιετικού κράτους επέτρεψε να γίνονται “αποκαλύψεις” και να καταρρέουν καταστάσεις, που είχαν επιβληθεί σε βάρος λαών, με πλούσια ιστορία, όπως είναι οι Αρμένιοι του νότιου Καυκάσου.

Η δικτατορία του Στάλιν, άφησε μια μαύρη κληρονομιά και στον τομέα της αυτοδιάθεσης εθνοτήτων που είχαν αναγκασθεί να υπομείνουν την σοβιετική εξουσία. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι αυτή του Ναγκόρνο Καραμπάχ, που de facto ανήκει πλέον στην Δημοκρατία του Αρτσάχ. Η Δημοκρατία του Αρτσάχ είναι ένα μη αναγνωρισμένο ως προς την ανεξαρτησία του κράτος με αρμενικό πληθυσμό και με πλούσια μνημεία στο έδαφός του, που μαρτυρούν την αρμενική ταυτότητα του τόπου. Ο λαός του Αρτσάχ, διεκδικεί το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του, ως λαού Αρμενίων και ως απόρροια της αυτοδιάθεσης της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του, κόντρα στο Αζερμπαϊτζάν και στην προστάτιδά του “νεο-οθωμανική” Τουρκία του Προέδρου Ερντογάν.



©ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΔΟΣ

25/10/2020































Friday, October 23, 2020

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΗΘΟΥΣ....





 
Ήμουν παρών σε περιστατικό, με πρωταγωνιστές, μια νεαρή Δικηγόρο και έναν καθηγητή Πανεπιστημίου της Νομικής. Όταν έμεινα μόνος και αναλογιζόμουν την συμπεριφορά του κυρίου Καθηγητή απέναντι στην πραγματικά αξιόλογη νεαρή Επιστήμονα, ένιωσα απογοήτευση τεράστια και μια πίκρα κατακάθισε στο στόμα μου.Ο Καθηγητής, μέχρι τότε, συγκαταλεγόταν μεταξύ των φίλων που τιμούσα και μπροστά μου, αποκάλυψε την οίηση και την αμετροέπεια ενός ανθρώπου, που νομίζει πως μπορεί να ταπεινώνει ένα νέο άνθρωπο, γιατί κατέχει μια κάποια εξουσία, που ο συνομιλητής του, λόγω του ήθους που τον διακρίνει σέβεται!
 
Στις σημειώσεις ενός ημερολογίου, που είχα ανακαλύψει πριν πολλά χρόνια, βρήκα ενδιαφέρουσα για το συμβάν που ανέφερα πιο πάνω, την εξομολόγηση ενός Φίλου.
 
“Όταν ήμασταν τελειόφοιτοι της Νομικής, με έναν καλό συμφοιτητή φεύγαμε από την Σχολή και καταθέταμε ο ένας στον άλλο, τα όνειρά μας για το μέλλον. Ο συμφοιτητής μου, που ήταν από τους εξαιρετικά μελετηρούς τύπους, μου αποκάλυψε, πως είχε στόχο μια ακαδημαϊκή καριέρα. Ανταποκρίθηκα κι εγώ, εκθέτοντας τα δικά μου όνειρα. Φίλε μου, τρία πράγματα δεν θέλω να επιδιώξω: Να γίνω καθηγητής πανεπιστημίου, γιατί οι πειρασμοί της εξουσίας και το ενδεχόμενο να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι τόσοι πολλοί, που καταντά κουραστική η συνεχής εγρήγορση για την διαφύλαξη του προσωπικού ήθους. Να γίνω άγαμος κληρικός, με ανομολόγητο σκοπό να ενδυθώ ωμοφόριο και μίτρα επί της κεφαλής. Γιατί ο κίνδυνος να χάσεις τον Χριστό και την ψυχή σου από τον πόθο της απόλυτης εξουσίας που κατέχει ένας δεσπότης, ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Να γίνω δικαστής και κάθε φορά που ασκώ τα καθήκοντά μου, η ελευθερία και η τιμή των ανθρώπων που δικάζω, να εξαρτάται από την κρίση μου, λες και υποκαθιστώ τον Θεό πάνω στη γη. Σκέφτομαι πως ένας δικαστής, αν δεν έχει απεριόριστα αποθέματα σεμνότητας στην συνείδησή του, μπορεί να μετασχηματιστεί με ύπουλο τρόπο, σε έναν δικτάτορα, έχοντας μάλιστα την ψευδαίσθηση, πως προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στην κοινωνία και το κράτος.... Κι αυτή η εωσφορική ψευδαίσθηση να τον καθιστά ακόμα περισσότερο επικίνδυνο, μιας και κρύβει μια δολιότητα αφάνταστη”. 
Η χρονολογία καταγραφής των παραπάνω σκέψεων ήταν Μάρτιος 1973.
 
23/10/2020

 

Monday, September 28, 2020

Ο ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΕΨΑΧΝΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ



ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΟΜ ΚΙΠΟΥΡ

Κόντευε το Γιομ Κιπούρ. Ο Γιτσχάκ, αυτή τη χρονιά ήθελε να βρει τρόπο να μάθει, πώς θα μπορούσε να σφραγιστεί το όνομά του στο Βιβλίο της Ζωής. Από το Ρος Ασανά και μετά, το μόνο που έκανε ήταν προσευχή και μελέτη. Στη δουλειά δεν πήγαινε, ούτε έβγαινε έξω. Ώρες ατέλειωτες τη νύχτα, με συντροφιά ένα κεράκι, αγρυπνούσε έχοντας το νου και την καρδιά, με βαθειά προσήλωση στραμένα, κάθε φορά και σε ένα από τα ιερά Ονόματα του Αντονάι. Έτρωγε τόσο λίγο, που δεν χρειάστηκε να βγει έξω για ν’ αγοράσει φαγώσιμα.

Μια μέρα, πριν το Γιομ Κιπούρ, χρειάστηκε να επισκεφτεί το φαρμακείο. Τον είχε πιάσει ένας πονοκέφαλος, που δεν έλεγε να τον αφήσει. Στο δρόμο, συνάντησε έναν άγνωστο Ραβίνο, που πρέπει να ήταν περαστικός από τα μέρη τους. Τον χαιρέτησε με σεβασμό και ο Ραβίνος ανταποκρίθηκε με θερμότητα. Σταμάτησε για λίγο μπροστά στον Γιτσχάκ και του ψυθίρισε στην κυριολεξία στο αυτί: Πήγαινε στην πόλη, στη γειτονιά του ποταμιού, παραδίπλα από τη γέφυρα, να βρεις τον Χιλέλ, τον τσαγκάρη. Όπου κι αν ρωτήσεις τον ξέρουν. Μονάχα φρόντισε να είσαι εκεί αμέσως μετά τη δύση του ήλιου, τότε που ο Χαχάμi Χιλέλ βρίσκεται σπίτι του.... Μετά απ’ αυτά τα λίγα λόγια, ο Ραβίνος συνέχισε το δρόμο του και χάθηκε.

Ο Γιτσχάκ, δεν άφησε να περάσει άσκοπα ο χρόνος. Λησμόνησε τον πονοκέφαλο και βρήκε αμέσως τρόπο να βρεθεί στην πόλη. Ο ήλιος δεν είχε κρυφτεί ακόμα, οπότε τριγυρνούσε πέρα δώθε. Πέρασε έκω από την αρχαία Συναγωγή και κοντοστάθηκε, για να ψιθυρίσει το “Σεμά”ii και κάποιες ακόμα προσευχές που έβγαιναν από το βάθος της καρδιάς του. Όταν πλησίαζε η δύση, για να ετοιμαστεί το φανέρωμα της καινούργιας μέρας του Αντονάι, ξεκουράστηκε σ’ ένα καφενείο και ήπιε μια κρύα γκαζόζα, που τόσο αγαπούσε. Σε λίγο ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα βουνά και ο Γιτσχάκ ξεκίνησε για το σπίτι του Χαχάμ Χιλέλ, αφού είχε βεβαιωθεί ρωτώντας για το πού βρίσκεται. Μετά από λίγο χτυπούσε διστακτικά την πόρτα του σπιτιού του Γέροντα, που ήταν γνωστός σε όλους, ότι ακολουθούσε την Οδό των Χαχαμίμ, ενώ από περισσότερους από έναν είχε ακούσει πως πίστευαν ότι ένας Τσαντίκiii. Άνοιξε την πόρτα η θυγατέρα του Χιλέλ. Του πρόσφερε μ’ ένα πλατύ χαμόγελα το καλωσόρισμά της και τον οδήγησε στο καλό καθιστικό. Αμέσως ειδοποίησε τον πατέρα της για την επίσκεψη που είχε. Ώσπου να φανεί ο γέροντας, η ευγενική κόρη είχε φέρει κεράσματα στον Γιτσχάκ.

Δεν χρειάστηκε να περιμένει για πολύ ο Γιτσχάκ. Ο Χιλέλ ο χαχάμ φάνηκε μ’ ένα θερμό χαμόγελο. Ψηλός και ευθυτενής, με περιποιημένα γένια και μαλλιά που είχαν αρχίσει να ντύνονται το χρώμα του ασημιού. Ο Γιτσχάκ σηκώθηκε κι έσκυψε να φιλήσει το χέρι του Οικοδεσπότη, μα εκείνος το απομάκρυνε με τρόπο κι αρκέσθηκε ν’ ανταλλάξει με το νέο μια θερμή χειραψία.

Καλώς όρισες, του είπε ο Χιλέλ. Άργησες να φανείς. Σε περίμενα από καιρό. Ποιος καλός δρόμος σ’ έφερε στο σπιτικό μου; Ο νέος, κομπιάζοντας λιγάκι, ψέλλισε πως ήθελε να μάθει αν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, γιατί οι μελέτες του σε διάφορα βιβλία δεν του είχαν δώσει απάντηση, που να ικανοποιεί την ψυχή του. Του εξομολογήθηκε ακόμα, πως από το Ρος Ασανά και μετά τον είχε πιάσει αγωνία μεγάλη, θέλοντας να αξιωθεί από το Έλεος του Ευλογημένου, να σφραγίσει το όνομά του στην τελευταία έστω σελίδα του Βιβλίου της Ζωής....

Ο Χαχάμ Χιλέλ, έμεινε σιωπηλός. Το βλέμμα του είχε απλωθεί στο γαλάζιο του ουρανού, που φαινόταν, έστω για λίγο ακόμα, απ’ το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Ήπιε δυο τρεις γουλιές απ’ το κρύο νερό που του είχε φέρει εν τω μεταξύ η θυγατέρα του και μίλησε ήρεμα και στοχαστικά:

Ο Σοφός άνθρωπος κατοικεί εδώ και τώρα στον ακριβό παράδεισο του Αγαπημένου του. Δεν προσδοκά κάποιον παράδεισο μετά το θάνατό του ….”. Σα να μονολογούσε είπε: “Αν είμαι στον παράδεισο από τώρα, γιατί να νοιάζομαι για τον παράδεισο που υπόσχονται οι θρήσκοι αύριο; Για τον Σοφό, όποιος δεν έχει βρει την Αλήθεια σε τούτο τον κόσμο, δεν πρόκειται να την φτάσει στον επόμενο. Όπως είναι γραμμένο και στο Κοράνι, ‘όποιος είναι τυφλός σ’ αυτήν τη ζωή, θα είναι τυφλός και στην άλλη ζωή, κι ακόμα πιο παραστρατημένος απ’ τον ίσιο δρόμο’(17:72)…”. Σώπασε για λίγο και συνέχισε στοχαστικά: “Όποιος δεν αντίκρυσε το Πρόσωπο του Πολυαγαπημένου σήμερα, δεν πρόκειται να το δει ούτε αύριο…. Γι’ αυτό και ο Σοφός ζει τον παράδεισο σε τούτο τον κόσμο”.

Ο Χαχάμ Χιλέλ δεν πρόσθεσε ούτε μια λέξη παραπάνω στα όσα είπε. Ο Γιτσχάκ σηκώθηκε σιωπηλός. Προς στιγμή, του είχε κάνει εντύπωση, που ο γέροντας δεν ανέφερε κάτι από την Τανάχ ή από το Ταλμούντ, αλλά από το Κοράνι. Μα η καρδιά του έδιωξε κάθε ξένη σκέψη από το νου, μιας και ένιωθε γεμάτος χαρά. Tο πρόσωπό του ήταν ένα φωτεινό χαμόγελο. Αυτή τη φορά έσκυψε, φίλησε με θέρμη το χέρι του Χαχάμ Χιλέλ κι εκείνος με τη σειρά του φίλησε στο μέτωπο τον Γιτσχάκ, πριν τον ξεπροβοδίσει….



Γιώργος Δούδος

©ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΔΟΣ

ΓΙΟΜ ΚΙΠΟΥΡ 5781

(28/09/20)

iΧαχάμ (πληθ. Χαχαμίμ) στα εβραϊκά σοφός, γνώστης της Βίβλου και της Παράδοσης.

iiΣεμά: Σεμά Γισραέλ (Άκου Ισραήλ), η κατ’ εξοχήν εβραϊκή προσευχή. Πηγάζει από το βιβλίο του Δευτερονομίου (6:4) της Τορά (Πεντάτευχος. Είναι η πανηγυρική διακήρυξη της πίστης στον Έναν Θεό. Στο κατά Μάρκο Ευαγγέλιο, αναφέρεται πως ο Ιησούς θεωρεί το Σεμά ως την πρώτη και σπουδαιότερη εντολή (Μάρκ. 12:29).

iiiΤσαντίκ, στα εβραϊκά δίκαιος. Tzadik ή zadik, ṣaddîq ή sadiq. Πληθ. Tzadikim. Πρόκειται για έναν τίτλο στον Ιουδαϊσμό που δίνεται σε ανθρώπους που θεωρούνται δίκαιοι, όπως οι βιβλικές προσωπικότητες και αργότερα οι πνευματικοί δάσκαλοι. Από τα τέλη του 17ου αιώνα, στο κίνημα των Χασιντίμ στους κόλπους του Ιουδαϊσμού, καθιερώνεται ο θεσμός του μυστικού Τζαντίκ, ως ενός θεϊκού καναλιού που διοχετεύει τη Θεία ροή ευλογίας στον κόσμο.

Το έργο ζωγραφικής είναι του Marc Chagall με θέμα το Γιομ Κιπούρ.


Tuesday, September 22, 2020

Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΟΥ...


Εις μνήμην Ruth Bader Ginsburg




ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ

πρώην Δικηγόρος


Ο θάνατος της Δικαστού Ruth Bader Ginsburg, μέλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., στις 18 Σεπτεμβρίου 2020, πρόσθεσε θλίψη για την μεγάλη απώλεια σχεδόν παντού, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η RGB, όπως συνηθιζόταν χαριτωμένα να αποκαλείται η Δικαστής, υπηρέτησε την δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες ως δικαστής, επί σαράντα χρόνια. Από τις 14 Απριλίου 1980 ως τις 9 Αυγούστου 1993 ως μέλος του Εφετείου των Η.Π.Α. στην Περιφέρεια Κολούμπια και από τις 10 Αυγούστου 1993 ως τον θάνατό της ως μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Πριν αναλάβει τα δικαστικά της καθήκοντα η Ginsburg, είχε υπηρετήσει επί χρόνια την δικαιοσύνη των Ηνωμένων Πολιτειών ως Δικηγόρος και τη Νομική Επιστήμη ως εξαιρετικό μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Σε μια επίσκεψή της το 2009 στην Νομική Σχολή Pritzker του Πανεπιστημίου Northwestern στο Σικάγο, είχε πει χαρακτηριστικά, όπως θυμούνται μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ότι είχε γίνει Δικηγόρος την εποχή του McCarthy, για να κάνει καλύτερη την ζωή άλλων ανθρώπων. Η Ruth Bader Ginsburg, ως Νομικός, είτε ως Δικηγόρος, είτε ως Δικαστής, υπήρξε συνεπής καθώς επιδίωκε να στέκεται στο πλάι των αδύναμων πολιτών, που κατέφευγαν στην δικαιοσύνη....

Ως Δικηγόρος η Ginsburg, υπήρξε πρωτοπόρος στον αγώνα για την ισότητα των φύλων, ενώ ως Δικαστής αναδείχθηκε μια αγαπημένη ήρωας του προοδευτικού κινήματος.

Κατά την ακρόασή της, ως υποψήφιας δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της αμερικανικής Γερουσίας, είχε πει για την ζωή της, ότι μόνο στην Αμερική θα μπορούσαν να συμβούν όσα έζησε.

Η Joan Ruth Bader γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1933 και μεγάλωσε σε μια εργατική γειτονιά του Μπρούκλιν. Κανένας από τους γονείς της δεν είχε φοιτήσει σε κολέγιο. Ο πατέρας της Nathan, είχε φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες ως έφηβος από την Ρωσία, ενώ η μητέρα της Celia Amster, γεννήθηκε στην Αμερική, λίγους μήνες μετά την άφιξη των γονιών της από την Αυστρία. Και οι δυο γονείς της εργάζονταν, ο πατέρας ως γουναράς και η μητέρα ως εργάτρια, για να βοηθήσει τον αδελφό της να σπουδάσει σε κολέγιο. Η Ruth Bader Ginsburg θυμόταν πως η μητέρα της έλεγε “να κάνει την ανάγνωση απόλαυση” και, ότι την συμβούλευε συνεχώς, να «είναι ανεξάρτητη», ικανή να φροντίζει τον εαυτό της”. Η Ginsburg ήταν Εβραία και ανακαλούσε από τη μνήμη των παιδικών της χρόνων, μια επιγραφή που είχε δει σε ένα θέρετρο στην Πενσυλβάνια: “Δεν επιτρέπονται σκυλιά ή Εβραίοι”.

Ως Δικηγόρος δεν δούλεψε για κάποια δικηγορική εταιρία, αλλά στρατεύθηκε στην υπόθεση προώθησης των ίσων δικαιωμάτων των γυναικών, διευθύνοντας ένα πρόγραμμα της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU). Την δεκαετία του ’70 είχε υποστηρίξει στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, έξι σημαντικές υποθέσεις ορόσημα που αφορούσαν την ισότητα των φύλων. Η Ruth Bader Ginsburg, πίστευε ότι ο Νόμος είναι τυφλός από πλευράς φύλου και ότι όλες οι κοινωνικές ομάδες έχουν ίσα δικαιώματα! Άλλωστε η ίδια, ως φοιτήτρια και λίγο αργότερα ως νεαρή απόφοιτη της Νομικής, είχε βιώσει τις διακρίσεις σε βάρος της ως γυναίκας και τα εμπόδια που ορθώνονταν μπροστά της στην επαγγελματική σταδιοδρομία της γενικά, λόγω του φύλου της.


Η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, μια γυναίκα, που θήτευσε στην ελληνική Δικαιοσύνη, αναφέρθηκε με τρόπο εξαιρετικά περιεκτικό και συγκινητικό στην Δικαστή Ginsburg. Μάλιστα αποκαλύφθηκε, ότι η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου στο γραφείο της έχει μια φωτογραφία της εμβληματικής Αμερικανίδας Δικαστού. Εξαιρετικοί Έλληνες Δικηγόροι και Ακαδημαϊκοί, με επαγγελματικό στίγμα στην υπεράσπιση των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αναφέρθηκαν στην απώλεια της Ginsburg. Η Αφροαμερικανίδα Μουσουλμάνα Amina Wadud, ακτιβίστρια υπέρ της ισότητας των γυναικών στο Ισλάμ και όχι μόνο, ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, που αυτόν τον καιρό βρίσκεται στην Ινδονησία, εξέφρασε με μια μόνη λέξη την συναίσθηση της απώλειας για την Ruth Bader Ginsburg. Η μεγάλη απώλεια για τις Η.Π.Α. και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, έχει επισημανθεί με ποικίλους τρόπους από επίσημους, αλλά το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου από απλούς ανθρώπους. Η εφημερίδα “The New York Times”, στις 20 Σεπτεμβρίου με άρθρο της με τίτλο ‘The Nation Lost a Titan. Brooklyn Lost a Native Daughter’ (‘Το Έθνος έχασε μία Τιτάνα. Το Brooklyn έχασε μια ‘Ντόπια’ Κόρη’), τίμησε την απώλεια της Δικαστού Ginsburg, δημοσιεύοντας εξαιρετικού φωτογραφίες, που δείχνουν τις εκδηλώσεις τεράστιας τιμής, του απλού “ανώνυμου” κόσμου στη μνήμη της Δικαστού. Τέλος, σύμφωνα με σχετικές ανακοινώσεις η σορός της Δικαστού θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο Καπιτώλιο την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά σε γυναίκα. Την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου, πρόκειται να γίνει τελετή προς τιμή της εκλιπούσας Δικαστού στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η απώλεια της Δικαστού Ruth Bader Ginsburg, χωρίς αμφιβολία παίρνει διαστάσεις τιμής, ως προς τις εκδηλώσεις στη μνήμη της, σαν να επρόκειτο για έναν λαϊκό ηγέτη. Νομίζω πως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί άλλοτε, ούτε σε άλλη γωνιά του κόσμου.


Οι εκδηλώσεις τιμής στη μνήμη της Δικαστού Ruth Bader Ginsburg και στην Ελλάδα, μου πρόσφεραν την αφορμή να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, όσον αφορά τους Δικαστές στη χώρα μας, την επιλογή τους και προπάντων, το κεφαλαιώδες ζήτημα της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας του δημοκρατικού κράτους και τον ρόλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.


Το Σύνταγμα της Ελλάδος στο άρθρο 26 εισάγει την σαφή διάκριση των εξουσιών του κράτους. Το άρθρο 87 του Συντάγματος προβλέπει την απονομή της δικαιοσύνης από δικαστήρια που συγκροτούν τακτικοί δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Η συνταγματικά προβλεπόμενη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, είναι το μεγάλο βάρος της ευθύνης τους, όπως και η ισοβιότητα που τους αναγνωρίζεται (άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος).


Κατά τη γνώμη μου, στην Ελλάδα η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας υποχωρεί, μπροστά σε μια συνταγματικά προβλεπόμενη αρμοδιότητα της κυβέρνησης, που τοποθετεί την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων του κράτους (άρθρο 90 παρ. 5 Συντάγματος). Αυτή η κατάσταση δεν είναι λίγες οι φορές, που εμφανίζει ανώτατους δικαστές, με πράξεις τους και με ορισμένες σημαντικές για την κυβέρνηση αποφάσεις, να επιδεικνύουν έλλειψη αμεροληψίας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν συμφέροντα των πολιτικών που τους ανέδειξαν νομείς του θώκου που κατέχουν.


Ένα άλλο γεγονός που μειώνει την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, παρέχοντας προβάδισμα στην εκτελεστική λειτουργία που ασκείται από την κυβέρνηση, είναι οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Όσοι διακονήσαμε την δικαστική λειτουργία, από οποιαδήποτε θέση, γνωρίζουμε ότι υπήρξαν μάλλον ευνοούμενοι δικαστικοί λειτουργοί, που ελάχιστα ταλαιπωρήθηκαν από μεταθέσεις, μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Ενώ άλλοι δικαστές, στην διάρκεια της σταδιοδρομίας τους είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν, ακόμα και τις εσχατιές της επικράτειας. Οι μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών, είναι συνήθως ένα “όπλο” του εκάστοτε υπουργού Δικαιοσύνης, κατά των απείθαρχων, που επιμένουν να υπερασπίζονται με τις αποφάσεις τους ή την μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώνουν σε πολυμελείς συνθέσεις δικαστηρίων την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους, ακόμη και αν οι δικαστικές τους ενέργειες προσκρούουν στα πολιτικά συμφέροντα των ισχυρών.


Ένα τεράστιο ζήτημα, που κατά τη γνώμη μου έχει άμεση σχέση με την ποιότητα των δικαστικών λειτουργών στην Ελλάδα είναι ο τρόπος επιλογής τους. Η ίδρυση και λειτουργία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών το 1994, κατά τη γνώμη μου αποτελεί μια θεσμική αποτυχία! Δεν μπορεί να υπάρχει για έναν σημαντικό κλάδο δημόσιων λειτουργών, όπως είναι οι δικαστικοί λειτουργοί παραγωγική σχολή του υπουργείου Δικαιοσύνης (άρθρο 1 παρ. 2 νόμου 3689/2008). Σε μια δημοκρατική πολιτεία, που οι ελευθερίες, σε όλο το φάσμα τους, αποτελούν όρους λειτουργίας ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού κράτους δικαίου, δεν μπορεί να υπάρχει παραγωγική σχολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με σκοπό την “επιλογή, η προεισαγωγική, θεωρητική και πρακτική κατάρτιση και η αξιολόγηση όσων πρόκειται να διοριστούν σε θέσεις δοκίμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων”. Η Δικαστής Ruth Bader Ginsburg, πριν αναλάβει τα δικαστικά καθήκοντά της, είχε προσφέρει τις γόνιμες υπηρεσίες της στην Αμερικανική Δικαιοσύνη ως Δικηγόρος. Το ίδιο συμβαίνει στην Μεγάλη Βρετανία, που οι δικαστές της χώρας προέρχονται από το Δικηγορικό Σώμα, μετά από ευδόκιμη υπηρεσία ως Δικηγόροι. Το ίδιο εφαρμόζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το να συσταθούν τμήματα μεταπτυχιακών δικαστικών σπουδών σε Νομικές Σχολές της χώρας είναι εντελώς διαφορετικό από την ύπαρξη παραγωγικής σχολής δικαστικών λειτουργών, χωρίς ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών σε ένα τέτοιο τμήμα να αποτελεί προϋπόθεση κάποιου ενδιαφερόμενου ή ενδιαφερόμενης να εισαχθεί στο Δικαστικό Σώμα. Η επί μια δεκαετία τουλάχιστον, άσκηση δικηγορίας, πρέπει να αποτελεί την μόνη προϋπόθεση ανάδειξης ενός νομικού επιστήμονα ως Δικαστικού Λειτουργού. Άλλωστε και σήμερα διακρίνονται οι δικαστικοί λειτουργοί που άσκησαν πραγματική δικηγορία από άλλους συναδέλφους τους, που μπορεί να είχαν τυπικά την ιδιότητα του δικηγόρου, αλλά δεν άσκησαν δικηγορία, γιατί ήταν αφοσιωμένοι στην προετοιμασία τους επιτυχούς εισόδου στην Σχολή Δικαστών. Τέλος, θα πρέπει να μειωθεί ως κίνητρο εισόδου στη Σχολή Δικαστών και ανάδειξης ενός αποφοίτου ως δικαστικού λειτουργού, ο σκοπός της ασφαλούς εξασφάλισης ενός καλού μισθού από το Δημόσιο! Νομίζω, πως δύσκολα, μετά από δέκα χρόνια δικηγορίας, ένας Δικηγόρος θα εγκαταλείψει το επάγγελμα χάριν ασφαλέστερου βιοπορισμού. Επίσης, επί μια δεκαετία, μάλλον είναι απίθανο ένας ή μια, να υποκρίνεται τον δικηγόρο, χωρίς να ασκεί το επάγγελμα, όπως συμβαίνει σήμερα με αρκετούς υποψήφιους της Σχολής Δικαστών.


Έχω τη γνώμη, ότι η Δικαστής Ruth Bader Ginsburg, μολονότι δεν ήταν πολιτικός, αναδείχθηκε με τον τρόπο άσκησης των δικαστικών καθηκόντων της, σε μια λαϊκή ηρωΐδα, γιατί είχε απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης που έχει ένας Δικαστής, σε μια Δημοκρατία, να υπερασπίζεται τις ελευθερίες, όταν αυτές παραβιάζονται ή κινδυνεύουν από τους ισχυρούς τους χρήματος ή της πολιτικής, να στέκεται πλάι σε όλους εκείνους, που διψούν για απόδοση δικαιοσύνης γιατί έχουν ζήσει σε βάρος τους τις διακρίσεις κάθε λογής....

Η Δικαιοσύνη σε μια Δημοκρατία, είναι η δύναμη εξισορρόπησης των τριβών που προκαλούνται από την σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ κοινωνικών ομάδων και απόδοσης του δικαίου και επίσης είναι η λειτουργία του κράτους, που έχει δικαιοδοσία να θέτει φραγμούς στην αυθαιρεσία της κυβέρνησης και της κρατικής γραφειοκρατίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί στην χώρα μας, μπορεί να αναδειχθούν οι ΄ήρωες της καθημερινότητας, αρκεί να περιφρουρούν κάθε στιγμή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους!




©ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ

22/09/2020






Sunday, August 02, 2020

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΤΟΥ 1903


ΜΙΑ ΑΓΝΟΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην φωτογραφία ο Γερμανός Καραβαγγέλης, πατριαρχικός Μητροπολίτης Καστορίας, με Οθωμανούς αξιωματούχους.

Σήμερα 2 Αυγούστου, 20 Ιουλίου με το ιουλιανό (παλιό) ημερολόγιο, είναι η μέρα του Προφήτη Ηλία. Το 1903 αυτήν την ημέρα, ξεκίνησε στην οθωμανική Μακεδονία μια Επανάσταση κατά της Οθωμανικής Απολυταρχίας, που έμεινε γνωστή ως η Επανάσταση του Ίλιντεν!

Η “επίσημη” ιστορική βιβλιογραφία στην Ελλάδα αντιμετωπίζει την Επανάσταση του Ίλιντεν πέρα ως πέρα υποτιμητικά, απαξιώνοντας την σημασία της. Από την άλλη μεριά η Βουλγαρία, θέλησε να παρουσιάσει το Ίλιντεν σαν βουλγαρική πρωτοβουλία, κάτι που δεν είναι αλήθεια.
Η Επανάσταση του Ίλιντεν εκδηλώθηκε κατ’ αρχάς σε χωριά του Βιλαετιού του Μοναστηρίου (Μπίτολα), που κατοικούνταν από σλαβόφωνους Μακεδόνες, και από Βλάχους σε μικρότερο αριθμό. Συμμετείχαν σχεδόν στο σύνολό τους Μακεδόνες, Εξαρχικοί και Πατριαρχικοί στις περιοχές κυρίως της Δυτικής Μακεδονίας, που εκδηλώθηκε.
Το Ίλιντεν οργανώθηκε από την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ στα ελληνικά), γνωστή στους Μακεδόνες ως Внатрешна Македонска Револуционерна Организација (Βνάτρεσνα Μακέντονσκα Ρεβολουτσιόνερνα Οργκανιζάτσια ή ΒΜΡΟ), ενώ στην Ευρώπη είναι γνωστή ως Internal Macedonian Revolutionary Organisation (IMRO).

Το μικρό τότε ελληνικό κράτος, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν, είχε λάβει αρνητική στάση απέναντι στην Επανάσταση του Ίλιντεν.
Σε έκθεσή του, που είχε απευθύνει ο Σταμάτιος Κιουζές-Πεζάς, Πρόξενος της Ελλάδος στο Μοναστήρι (Μπίτολα), το 1902, έγραφε μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι υπήρχε μεγάλη αναταραχή μεταξύ των Μακεδόνων, κυρίως αγροτών, εξαιτίας των άθλιων συνθηκών ζωής που ήταν καθηλωμένοι. Αυτό διαφαινόταν ότι θα προκαλούσε εξέγερση κατά της Οθωμανικής Εξουσίας, με στόχο μια αυτόνομη ή ανεξάρτητη Μακεδονία. Το κίνημα της δυσαρέσκειας, είχαν την πρόθεση να ακολουθήσουν πατριαρχικοί και εξαρχικοί πληθυσμοί. Ο Κιουζές-Πεζάς αναφέρει, πως ο ίδιος και το ελληνικό κράτος, επιδιώκει συνεργασία με τις οθωμανικές αρχές και προσφέρει μάλιστα σ’ αυτές, όλες τις πληροφορίες που έχει μαζέψει όσον αφορά τις κινήσεις των αυτονομιστών, γιατί επιδιώκει την συντριβή ενός κινήματος υπέρ της Ελευθερίας στην Μακεδονία.
Τις παραμονές της Επανάστασης του Ίλιντεν, ο νέος πρόξενος της Ελλάδος στο Μοναστήρι, Κωνσταντίνος Κυπραίος αναφέρει πως υπάρχει συνεργασία του με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε επίπεδο πληροφοριών για την επερχόμενη επανάσταση και πως ξοδεύονται χρήματα για προπαγάνδα, προκειμένου να μην λάβουν μέρος στην Επανάσταση Πατριαρχικοί Μακεδόνες. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης αντιμετωπίζει με χυδαίες υβριστικές εκφράσεις τους επαναστάτες, ενώ φαίνεται, πως ο συνεργάτης του και συνεργάτης των Οθωμανών, Βαγγέλης Στρεμπενιώτης με τους άντρες του, είχε συμμετοχή σε μία εκστρατεία κατά των επαναστατών στις 4 Αυγούστου του 1903.
Ο δεύτερος λόγος είναι το πολιτικό φορτίο που συνδέεται με το μακεδονικό επαναστατικό κίνημα του 1903. Για τον ελληνικό συντηρητισμό, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου (από τον καθαρευουσιανισμό μέχρι την αντίθεση στη χειραφέτηση των υποτελών τάξεων) δομήθηκαν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με βάση και δικαιολογία το Μακεδονικό, οι εξεγερμένοι του Ιλιντεν αποτέλεσαν την πρώτη μορφή «αναρχοκομμουνιστή» εσωτερικού εχθρού, πολιτικού και κοινωνικού.

Αποτέλεσμα της Επανάστασης του Ίλιντεν ήταν η ίδρυση της Δημοκρατίας του Κρουσόβου, που δυστυχώς καταλύθηκε στις 12 Αυγούστου (με το παλιό ημερολόγιο).

Οι οθωμανικές αρχές έδειξαν αφάνταστη σκληρότητα προκειμένου να αντιμετωπίσουν την Επανάσταση του Ίλιντεν. Χωριά πυρπολήθηκαν, δολοφονήθηκαν άμαχοι και γυναικόπαιδα, ενώ σαν συμφορά, επιβλήθηκε το πλιάτσικο στις περιοχές των επαναστατιημένων χωριών. Τότε, όλη η Ευρώπη βρέθηκε στο πλευρό των Μακεδόνων επαναστατών, εκτός της Ελλάδος που τους αποκήρυξε και τους συκοφάντησε.

Η Επανάσταση του Ίλιντεν συνδέεται όσον αφορά τους Μακεδόνες, με τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους (σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί έθνους). Αποτελεί επί πλέον μια  κορυφαία πράξη του αντιοθωμανικού λαϊκού επαναστατικού κινήματος του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας!

Ως προς την μαζικότητα της Επανάστασης του Ίλιντεν, που για λόγους σκπιμότητας αμφισβητείται από την ελληνική πλευρά,  αποκαλυπτική είναι γνωστή επιστολή του Ιωνα Δραγούμη, Γραμματέα τότε στο ελληνικό Προξενείο του Μοναστηρίου, προς τον πατέρα του (25/7/1903):
«Αγαπητέ μπαμπά, έχομεν Σλαυικήν επανάστασιν εν Μακεδονία. Τούτο αρκεί διά να εννοήση ο πονών και γιγνώσκων. Απαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί ηκολούθησαν το κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως. Καταλαμβάνονται υπό των επαναστατών αι κωμοπόλεις και τα χωρία τα κατοικούμενα υπό βλαχοφώνων και αλβανοφώνων Κρούσοβον, Πισοδέριον, Νεβέσκα κτλ. Μανθάνω ταύτην την στιγμήν ότι κατελήφθη η Κλεισούρα. Δεν είμαι βέβαιος αν συμφέρη πλέον ν’ αντιδρώμεν εις το κίνημα. Οι Τούρκοι ανικανώτατοι, δεν βοηθούν ημάς»1.
Ενδεικτικό της καθολικής εξέγερσης Μακεδόνων κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν είναι το μέγεθος της τραγωδίας, ως αποτέλεσμα της αιματηρής κατάλυσης της Επανάστασης από τις οθωμανικές δυνάμεις με την βοήθεια του ελληνικού κράτους!
Αμερικανοί ιεραπόστολοι, που δρούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην Μακεδονία, με υπεύθυνο τον  Δρα John House, ίδρυσαν το 1904 την γνωστή σήμερα Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προσφέρει περίθαλψη και μόρφωση στα ορφανά παιδιά, που οι γονείς τους είχαν σκοπτωθεί κατά την Επανάσταση του Ίλιντεν.  Η γλώσσα διδασκαλίας την αρχική περίοδο λειτουργίας της σχολής, ήταν η βουλγαρική. Το αγροτικό και βιομηχανικό σχολείο του Δρα House είχε εισαγάγει το πρώτο τρακτέρ στα Βαλκάνια. Στο πρόγραμμα του σχολείου, εκτός από τα καθαρά γλωσσικά και τεχνολογικά μαθήματα περιλαμβάνονταν και υπηρεσίες διάδοσης της ευαγγελικής ομολογίας2. 
Μια μικρή σημείωση ως προς την σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας, από γλωσσικής άποψης. Μέχρι τους  Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 και τις ανταλλαγές πληθυσμών του 1919-1923 που επακολούθησαν, συμπαγείς ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατοικούσαν μόνο στις νοτιοδυτικές μακεδονικές περιοχές μέχρι τον Αλιάκμονα και σε μια στενή  λωρίδα παραλίας από τη Θεσσαλονίκη ως την Καβάλα. Στους ελληνόφωνους πληθυσμούς πρέπει να προσθέσουμε και ορισμένες αστικές κοινότητες στην Καστοριά, στη Νάουσα, στο Ντεμίρ Χισάρ (Σιδηρόκαστρο), στη Δράμα και στο Μελένικο. Οι παραπάνω αστικού χαρακτήρα πόλεις ή κωμοπόλεις ήταν στην κυριολεξία περικυκλωμένοι από μια ύπαιθρο σλαβόφωνη ή και μουσουλμανική.Στο βορειότερο μέρος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν κατά κυρίως σλαβόφωνος, με μικρές κοινότητες βλαχόφωνες ή αλβανόφωνες. Χαρακτηριστικό είναι ότι όλα τα χωριά που περιβάλλουν την Θεσσαλονίκη ήταν σλαβόφωνα. Δείγματα αυτής της αλήθειας, είναι η μικρή εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στον οικισμό Διαβατά (Ντουντουλάρ επί οθωμανικής περιόδου), σήμερα δημοτική ενότητα του Δήμου Δέλτα, με κτιτορική επιγραφή πάνω από την κύρια είσοδο του ναού στην σλαβωνική γλώσσα και χρόνο ανέγερσης τα τέλη του 19ου αιώνα. Επίσης στο κοντινό χωριό Βαθύλακκος (Καντίκιοϊ επί οθωμανικής περιόδου), σήμερα δημοτική κοινότητα του Δήμου Χαλκηδόνας, υπάρχει μια μικρή εκκλησία, γνωστή ως βουλγάρικη, που προσφέρεται για ρομαντικούς γάμους, στις παρυφές του σύγχρονου οικισμού. 

Προς τιμή  της Επανάστασης του Ίλιντεν του 1903 ονομάστηκε μια κορυφή σε ύψος 620 μέτρων στο Breznik Heights στην Greenwich Island, στην Ανταρκτική ως Ilinden Peak.

Μια αναγκαία διευκρίνηση όσον αφορά την μακεδονική γλώσσα σλαβικής ταυτότητας. Στα αρχαία κλασικά χρόνια δεν υπήρχε μακεδονική ελληνική διάλεκτος, ενώ από τους ελληνόφωνους κατοίκους του αρχαίου μακεδονικού βασιλείου, σύμφωνα με τα γνωστά δεδομένα ήταν η δωρική διάλεκτος.
 
Η μακεδονική γλώσσα αναπτύχθηκε μεταξύ των δυτικών διαλέκτων της οικογένειας των ανατολικών νότιων σλαβικών γλωσσών. Προέρχεται άμεσα από την αρχαία σλαβωνική γλώσσα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, με πρότυπο την σλαβική γλώσσα που οι ίδιοι γνώριζαν πολύ καλά, αυτήν που ομιλούνταν στην Θεσσαλονίκη και στην περιοχή της κατά τους μέσους χρόνους. Ίσως η μακεδονική γλώσσα διατηρεί τα περισσότερα στοιχεία που την καθιστούν συγγενή με την αρχαία σκαβική γλώσσα της Θεσσαλονίκης. Η μακεδονική γλώσσα, κατά ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της ονομαζόταν “βουλγαρική” και μόνο κατά 19ο αιώνα άρχισαν να αναγνωρίζονται οι δυτικές νοτιοσλαβικές διάλεκτοι ως “μακεδονική γλώσσα ή διάλεκτοι της μακεδονικής”. Η μακεδονική γλώσσα (standard Macedonian) μορφοποιήθηκε ως γλώσσα, με συντακτικό και γραμματική το 1945 και από τότε έχει αναπτυχθεί σύγχρονη μακεδονική λογοτεχνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ως το 1945 η μακεδονική γλώσσα ήταν ανύπαρκτη3. Η μακεδονική γλώσσα εμφανίζει ομοιότητες με όλες τις νοτιοσλαβικές γλώσσες και διαλέκτους και ιδίως, τόσο με την  βουλγαρική, όσο και με την σερβοκροατική. Πάντως είναι γενικά αποδεκτό, ότι μια γλώσσα μορφοποιείται και αποτελεί πλέον αυτό που οι γλωσσολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες κ.λπ. αποκαλούν standard language, από την στιγμή που υιοθετείται από μια κρατική οντότητα, αποτελεί όργανο της κρατικής διοίκησης και αντικείμενο μετάδοσης στον πληθυσμό ενός κράτους μέσω της εκπαίδευσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΔΟΥΔΟΣ
© 02/08/2020

1.-

Δημήτρης Λιθοξόου, Η Επανάσταση του Ίλιντεν, http://www.lithoksou.net/p/2-i-epanastasi-toy-ilinten.

2.-

Ružica Cacanovska, The Emergence and Development of Protestantism in Macedonia. Religion, State and Society Vol. 29, No 2, 2001.

3.-

Το Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Παρισιού, εξέδωσε το 1958 ένα Λεξικό της Μακεδονικής Γλώσσας σε χειρόγραφο. Την έκδοση είχαν επιμεληθεί ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ρώμης Ciro Gianneli με την συνεργασία του André Vaillant, Καθηγητή του Κολεγίου της Γαλλίας και τησ Σχολής Ανωτάτων Σπουδών. Πρόκειται για χειρόγραφο, που έχει καταγράψει την προφορικά σε χρήση γνήσια μακεδονική γλώσσα, στο χωριό Μπογκάτσκο (σήμερα Βογατσικό) της Καστοριάς.